in

Πρόσκληση σε Σαραμπάντα με την Αρχοντούλα Διαβάτη

Της Γιώτας Τεμπρίδου

Φωτογραφία από την παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο ΜΕΣΙΕ ΣΑΡΛΟ: Από αριστερά η συγγραφέας Γιώτα Τεμπρίδου, η συγγραφέας του βιβλίου Αρχοντούλα Διαβάτη και η σκηνοθέτρια Ελένη Ευθυμίου

Το 2025 κυκλοφόρησε αισίως το ένατο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη, Σαραμπάντα – από τις εκδόσεις Νησίδες, όπως και τα εφτά προηγούμενα. Το πρώτο μόνο, το χρονικό Στη μάνα του νερού (2004), είχε βγει από Το Ροδακιό. Το Σαραμπάντα συντίθεται, με δικά του λόγια, από «μικροϊστορίες ημερολογίου» και φέρει την αφιέρωση «στα εγγονάκια μου». Τον τίτλο του τον δανείζεται από τη μικροϊστορία της σελίδας 18, που την αφηγείται ένα μωρό· πιθανόν ένα από τα εγγονάκια της αφιέρωσης.

Πριν από τις μικροϊστορίες όμως, πριν ακόμα και από τα περιεχόμενα, τίθεται ένα (άτιτλο) συγγραφικό σημείωμα. Δυο παράγραφοι είναι, που ανοίγουν ως εξής: «Μικροϊστορίες, μικρά πεζά, μικρά διηγήματα και μικροδιηγήματα νομίζω έγραφα από πάντα». Λίγο παρακάτω, στο κλείσιμο της πρώτης παραγράφου, διαβάζουμε επιπλέον: «μπονζάι έκαμνα τόσον καιρό κι εγώ, και δεν το ήξερα».

Βεβαιωνόμαστε εδώ καταρχάς πως το είδος έχει τη σημασία του για την Αρχοντούλα. Διαβάζω όμως το σημείωμα αυτό και ως ένα σχόλιο γύρω από τις τόσες ονομασίες που έχουμε δώσει κατά καιρούς στα ελληνικά σε αυτό που οι ισπανόφωνοι αποκαλούν συνήθως «minicuento» (οι αγγλόφωνοι: «flash fiction»). Το λέμε με ένα σωρό τρόπους1 , πράγμα που, αν δεν λαθεύω, σημαίνει πως όλο και προκύπτει στις συζητήσεις μας, κι ωστόσο ανά πάσα στιγμή μπορεί να εντοπίσουμε γύρω μας άτομα που αμφισβητούν την ύπαρξή του, αφήνοντάς μας με την απορία: τότε λοιπόν, τι είναι αυτό για το οποίο συζητάμε; Δεν είμαι σε θέση να σας παρουσιάσω το προφίλ των αμφισβητιών, ούτε μπορώ να προσκομίσω αδιάσειστα στοιχεία για την ύπαρξή τους. Βασίζομαι στο απλό γεγονός πως τους έχω συναντήσει. Τους έχω δει να σκύβουν πάνω από κείμενα που αυτοπροσδιορίζονται ως μικρά πεζά, τους έχω ακούσει να αναφωνούν: «Μα αυτό είναι ποίημα!»2 .

(Fun fact: Το επίθετο «πεζός» έχει στην καθομιλουμένη και την έννοια του τετριμμένου, αν είναι να σοβαρολογήσουμε όμως, τα πεζογραφήματα δεν είναι υποδεέστερα, λιγότερο πρωτότυπα, απλούστερη υπόθεση από τα ποιήματα· είναι κάτι άλλο. Δεν έχουν κακή σχέση με τα ποιήματα, τα βράδια βγαίνουν καμιά φορά με ποιήματα, δεν αποβλέπουν όμως στη μεταμόρφωσή τους σε ποιήματα.)

Κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται για σκευωρία. Τα πράγματα, θέλω να πω, ενίοτε είναι απλά. Πολλές από εμάς έχουμε αλλεργία σε ό,τι μας είναι άγνωστο –κι αν δεν έχουμε, αμυνόμαστε αυτομάτως ή κρατάμε απλώς μικρό καλάθι– και μάλλον δεν είχαμε ακούσει ούτε μια φορά τη λέξη «μικροδιήγημα» (ή κάποια συνώνυμή της) όσο πηγαίναμε ακόμα σχολείο3 . Στο Λεξικό λογοτεχνικών όρων του Υπουργείου Παιδείας λήμμα «μικροδιήγημα» δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως ούτε στα λεξικά νεοελληνικής γλώσσας του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ή της Ακαδημίας Αθηνών4) . Κάτι τέτοιο μας αφήνει χωρίς μπούσουλα. Αμφιβολίες τριβελίζουν το μυαλό μας, να σου την και η αμφισβήτηση.

(Αμφισβήτησης) Πράξη δεύτερη: Το μικροδιήγημα υπάρχει (επιφώνημα ανακούφισης), αλλά δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο (ανάσα βαθιά). Αν δεν είναι θέμα ατυχίας και δεν συμβαίνουν μόνο σε μένα (κάθε τρεις και λίγο) κάτι τέτοια, θα έχετε έρθει κι εσείς αντιμέτωπες κάποτε με τον ισχυρισμό πως το μικροδιήγημα δεν είναι τίποτα παραπάνω από προεργασία για τις μεγαλύτερες πεζογραφικές φόρμες: το διήγημα, τη νουβέλα, το μυθιστόρημα. Ρωτήσαμε εκατό μικροδιηγηματογράφους και μας είπαν πως δεν προσβλέπουν στη μεγάλη φόρμα, θα ήθελα να μπορούσα να πω, αλλά θα ήταν ψέμα. Έχω ρωτήσει λίγους μόνο, δέκα το πολύ. Δεν μου περνάει απ’ το μυαλό πάντως πως οι μικροδιηγηματογράφοι ωριμάζουν μια μέρα και γίνονται «μεγαλοδιηγηματογράφοι» (ούτε πως το διήγημα είναι κάτι σαν ανέτοιμη νουβέλα, ούτε πως νουβέλα με μπόι μας κάνει μυθιστόρημα). Και καταλαβαίνω, εν πάση περιπτώσει, πως το «μικρο-» μπορεί στιγμιαία να μπερδέψει, αλλά δεν υπάρχει τίποτα αξιολογικό εδώ: το ένα δεν είναι καλύτερο/χειρότερο, δεν είναι ευκολότερο/δυσκολότερο από το άλλο. Ούτε απειλεί βέβαια το ένα το άλλο – σιγά μην εκτοπίζονται εξάλλου τα «μεγάλα»5 .

Εκ των πραγμάτων, κάθε είδος απαιτεί άλλες δεξιότητες και εργαλεία. Θα υπέθετα πως το μυθιστόρημα προϋποθέτει υπομονή, πως μπορεί να μην ταιριάζει σε λιγόλογους συγγραφείς. Θα υποστήριζα πως τα μικρά πεζά δεν γράφονται τόσο γρήγορα όσο διαβάζονται. Ως αναγνώστρια, μου έχει συμβεί να τα βρω σκούρα με μικροδιηγήματα, να μην μπορώ να τα ξεχάσω/ξεπεράσω· υποψιάζομαι πως δεν είμαι η μόνη6 . Άλλα πράγματα συμβαίνουν μέσα μου όταν διαβάζω μικρή και άλλα όταν διαβάζω μεγάλη φόρμα. Αν τολμούσα καταχρηστικά να πω πως τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα λειτουργούν καμιά φορά σαν ηρεμιστικά, το μικροδιήγημα μάλλον με κάτι τονωτικό θα το παρομοίαζα: με έναν ωραίο καφέ· ή με φρέσκο γλυκάκι.

Δεν περιμένουμε ανάπτυξη χαρακτήρων από ένα μικροδιήγημα, δεν είναι ποτέ σαν να βλέπουμε ταινία (σίγουρα όχι σειρά), δεν ανυπομονούμε για τη συνέχεια, για την εκτύλιξη της πλοκής, μπορεί να μην υπάρχει η παραμικρή περιγραφή, κανένα σκηνικό, τίποτα. Tabula rasa, λακωνικότητα, δεν θα ήταν μάλλον άτοπο να πάρουμε τα μικροδιηγήματα για εγκεφαλικά. Και δεν νομίζω πως θα το παρατραβούσα αν ψέλλιζα πως μπορεί κατά περίσταση να αποτελούν την πιο στοχαστική πεζογραφική φόρμα. Το ξεστόμισα με σχετική ευκολία αυτό, διατηρώ όμως όλες τις επιφυλάξεις που συνετό είναι να έχουμε όταν γενικεύουμε.

Τέλος πάντων, είμαστε κι εμείς εδώ που, όπως κι αν ονοματίζονται/περιγράφονται, είτε γίνονται δεκτά μετά βαΐων είτε όχι, τα αγαπάμε τα μικροδιηγήματα· εγώ που σας απευθύνομαι, η Αρχοντούλα που μου χαρίζει το θέμα μου. Το Σαραμπάντα της αποτελείται από 27 κείμενα που εκτείνονται σε 53 σελίδες και είναι αυτό ακριβώς που δηλώνουν: «μικροϊστορίες ημερολογίου» – ιστορίες μισής, μιας ή δύο το πολύ σελίδων, με μία μόνο εξαίρεση (που πλησιάζει τις τρεις). Οι περισσότερες έχουν χρονική ένδειξη κάτω δεξιά και αυτό τις κάνει «ημερολογίου». Η παλαιότερη (από όσες δηλώνουν το πότε της γραφής, εννοείται) γράφτηκε στις 27 Μαρτίου 2021, η πιο πρόσφατη τον Νοέμβριο του 2024. Στην αρχή και για το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου τηρείται η χρονολογική σειρά. Ύστερα όμως έρχονται ιστορίες χωρίς ημερομηνίες και στις τελευταίες σελίδες έχουμε μια ιστορία του Φεβρουαρίου του 2024, δύο που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκαν κι έπειτα μία του Σεπτεμβρίου του 2023. Μπορεί η σειρά να είναι τυχαία, αποτελεί όμως λογικά και μια πρόταση ανάγνωσης.

Στο ημερολόγιό μας γράφουμε (ευτυχώς) ό,τι θέλουμε. Έτσι και η Αρχοντούλα δεν γεμίζει τις σελίδες της αποκλειστικά με λογοτεχνήματα. Δύο από τα κείμενά της αφορούν τη λογοτεχνία, δίχως να είναι τα ίδια λογοτεχνικά. Λέω για τα: «20ή Έκθεση βιβλίου», όπου καταγράφει την εμπειρία της από τη ΔΕΒΘ του 2024, και «Για τη νουβέλα Σώμα ερωτικό: Η ιστορία μιας μεταφράστριας της Εύας Μ. Μαθιουδάκη», που είναι αυτό που φαίνεται: λόγια για το συγκεκριμένο βιβλίο της Μαθιουδάκη, μια παρουσίασή του. Μπορεί να τα σημείωσε έχοντας εξαρχής την πρόθεση να τα δημοσιεύσει, μπορεί και για να θυμάται την εντύπωση που της άφησε το ανάγνωσμα. Αυτό είναι πάντως το εκτενέστερο κείμενο του βιβλίου. Προσθέτω: Αν σας ενδιαφέρει αυτός ο τρόπος, η συνύπαρξη δηλαδή λογοτεχνικών κειμένων με άλλα που αφορούν λογοτεχνικά βιβλία άλλων, ή αν θέλετε απλώς να γνωρίσετε καλύτερα την Αρχοντούλα (και) ως αναγνώστρια, σας παραπέμπω στο Αίθριος και σήμερα!, που κυκλοφόρησε το 2021 (και έχει και θαυμαστικό!). Αλλά και στην προγενέστερη Κινητή γιορτή (2019), όπου θα βρείτε, ανάμεσα σε άλλα, κείμενα για τον πρώτα-φύλακα-μετά-πιάστη της μαστόρισσας Τζένης Μαστοράκη και για την εμβληματική Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου (που συμπορεύτηκε με τον λύκο)7 .

Επανέρχομαι. Το πού, ο τόπος του Σαραμπάντα είναι η Θεσσαλονίκη, που η Αρχοντούλα την κατοικεί, τη γνωρίζει καλά και δεν τη χρησιμοποιεί τώρα πρώτη φορά ως σκηνικό. Παραθέτω ενδεικτικά τις πρώτες αράδες της πρώτης μικροϊστορίας του βιβλίου· ο τίτλος της είναι «Χωρίς λόγια»: «Επιστρέφοντας από το κέντρο, στην προέκταση της Αγίου Δημητρίου, στο Καυταντζόγλειο, φτάσαμε στα φανάρια της Τριανδρίας περιμένοντας να στρίψουμε στον Περιφερειακό». Όσες ζούμε στην πόλη, κάνουμε, νομίζω, εύκολα εικόνα το σημείο. Έπειτα, μια άλλη διατύπωση μας μεταφέρει κάπου αλλού, κοντύτερα στη γειτονιά της Αρχοντούλας: «Βγήκε κουρασμένη από το Φυσιοθεραπευτήριο, σέρνοντας κάπως το πονεμένο πόδι και πέρασε λοξά την Κανάρη προς την Παπαναστασίου» (41).

Ως προς το συναίσθημα, έχει μια θετικότητα το Σαραμπάντα8  –αν είχε πρόσωπο, θα χαμογελούσε– και την έχει παρά τις ασθένειες, τα ατυχήματα, τις επισκέψεις στα επείγοντα, τους σωματικούς και ψυχικούς πόνους, παρά τις απώλειες που καταγράφονται στις σελίδες του. Χαρακτηριστικά μου φαίνονται τα κλεισίματα τριών συναπτών διηγημάτων του: «Χρόνια πολλά!» (12), «Ας ξαναπάρω την Ελπίδα, να περάσει για καφέ» (13), «Θα έμεναν σπίτι, θα έρχονταν οι φίλοι, θα έβλεπαν ταινία, ευτυχώς, ευτυχώς» (15).

Για να περάσουμε στα ενδότερα, να γίνω και λίγο πιο συγκεκριμένη, θα εστιάσω σε δύο από τις μικροϊστορίες του βιβλίου στη συνέχεια, στην «Έξοδο» πρώτα. Σελίδες 26-27, τέσσερις παράγραφοι, η τρίτη μεγαλύτερη από τις άλλες τρεις μαζί. Η ιστορία αφορά μια παράσταση, το πριν και το μετά της, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της αφηγήτριας με αφορμή ακριβώς την παράσταση – την προετοιμασία, την παρακολούθηση, τον απόηχό της. Είναι μια ωραία μικροαφήγηση και εννοείται πως σας προτείνω να τη διαβάσετε ολόκληρη, μου έχει καρφωθεί όμως στο μυαλό και μια άλλη εκδοχή της.

Δεν είμαι σε θέση να εξηγήσω τον λόγο, αλλά, από την πρώτη φορά που τη διάβασα, σκέφτηκα να φέρω κοντά τις πρώτες αράδες της με την τελευταία, όχι φυσικά απορρίπτοντας το ενδιάμεσο, αλλά φτιάχνοντας έτσι ένα άλλο κείμενο, με άλλο νόημα και άλλη λειτουργία, μια άλλη μικροϊστορία αποτελούμενη αποκλειστικά από λέξεις της «Εξόδου» της Αρχοντούλας:

Ένα πουλάκι που σπάει το τσόφλι να βγει απ’ το αυγό, μισοβγαίνει, κρατώντας ακόμα το ταβάνι πάνω απ’ το κεφάλι του, κοιτάει ερευνητικά τον κόσμο μπρος, δεξιά, αριστερά και πάλι πίσω, ξαναμπαίνει στο αυγό. […] Τώρα αγκαλιές και χαμόγελα.

Θα συμφωνήσουμε ίσως πως αυτή η ψευδο-δικιά μου ιστορία είναι πιο θολή από εκείνη της Αρχοντούλας, δεν τα λέει και πολύ ξεκάθαρα τα πράγματα. Αυτό λοιπόν, η απουσία λεπτομερειών, η αποφυγή εξηγήσεων, η συνακόλουθη πολυσημία, είναι κάτι που καθόλου δεν σπανίζει στα μικροδιηγήματα, που συχνά βασίζονται στα γεμίσματα της αναγνώστριας, στον ενεργό ρόλο της δηλαδή, στη συμμετοχή της.

Και έρχομαι στη δεύτερη μικροϊστορία. Ο τίτλος της είναι «Το Μηδέν και το Άπειρο» – εκτός από την Αρχοντούλα, τον είχε κάποτε σκεφτεί και ο Άρθουρ Κέσλερ. Το ομώνυμο έργο του Κέσλερ μάλιστα, μπορεί να έχει ενδιαφέρον αυτό, αναφέρεται δύο φορές στο πρώτο βιβλίο της Αρχοντούλας, Στη μάνα του νερού9 . Είναι γραμμένη στις 17 Ιανουαρίου 2024 η συγκεκριμένη μικροϊστορία και ανοίγει σαν επιστολή: «Αγαπητό μου σπίτι». Το θέμα της είναι η σχέση με το σπίτι κι αν είναι ή όχι αγαπητική. Το σπίτι είναι κέλυφος, έχει όμως και ψυχή, η ψυχή του έχει όνομα, λέγεται Μηδέν και Άπειρο, μια γάτα (το Μηδέν) και ένας σκύλος (το Άπειρο) αποτελούν την ψυχή του σπιτιού.

Στο σημείο αυτό ένιωσα συγγένεια10 . Είχα γράψει, χρόνια πριν, ένα μικροδιήγημα για έναν αγώνα δρόμου ανάμεσα σε δυο σκυλιά, που λέγονταν το ένα Ύπαρξη και το άλλο Ουσία· στο τέλος βρισκόταν η Ύπαρξη να προηγείται της Ουσίας11 . Το θέμα δεν είμαι εγώ, μπορεί όμως κάλλιστα να είναι οι σχέσεις που γεννιούνται μέσα από τα κείμενα, οπότε και θα κλείσω με κάτι που έγραψα αυτές τις μέρες για το Σαραμπάντα. Για την Αρχοντούλα δηλαδή.

Άνθιση

Της Αρχοντούλας Διαβάτη, με αφορμή το Σαραμπάντα της

Το καζανάκι τρέχει, τα χρέη τρέχουν, τα χρέη είναι σαν το καζανάκι. Η μπανιέρα θέλει τρίψιμο. Και δεν τρίβω καλύτερα ένα λυχνάρι; Το αμάξι χάνει λάδια, σύννεφα μαζεύονται, αρχίζω να ονειρεύομαι ένα ρυζόγαλο με μπόλικη κανέλα. Ωραία η κανέλα, ζωηρή, μ’ ένα  φου σκορπίζεται σε όλα τα σημεία. Και πού δεν θα έφτανα αν ήμουνα κανέλα. Δεν μπορείς να ξέρεις τι θα φέρει το αύριο, γι’ αυτό σου λέω, κλείσε την παροχή του νερού και έλα να περπατήσουμε μέχρι το Τζένεραλ. Δεν κάμνω όμως καλύτερα κι εγώ ένα μπονζάι;

07/02/2026

*Μια πρώτη μορφή του κειμένου αυτού διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στις 19 Φεβρουαρίου 2026, στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό του Γιώργου Γκόζη, σε μια προσπάθεια αποκέντρωσης που αποδείχτηκε μάλλον πετυχημένη. Διατήρησα μερικά στοιχεία προφορικότητας, όπως το «Αρχοντούλα» (δεν επισημοποίησα σε «Διαβάτη» δηλαδή, αφού δεν ένιωθα την ανάγκη να πάρω απόσταση). Εμπλούτισα, κατόπιν εορτής, το κείμενο με αρκετές σκέψεις για το μικροδιήγημα και το έκανα για δύο λόγους. Αφενός θεώρησα πως μπορεί να ενδιαφέρουν την ίδια την Αρχοντούλα. Αφετέρου δεν προλάβαμε να τα πούμε όλα εκείνη τη μέρα – η εκδήλωση ολοκληρώθηκε και είχαμε αφήσει αναπάντητα ερωτήματα, το χαρτί μου ήταν γεμάτο σημειώσεις που θα έμεναν εκεί. Ούτε εδώ λέγονται όλα φυσικά, κάνω όμως μια ελάχιστη προσπάθεια να κρατήσω τη συζήτηση ανοιχτή.

  1. Για τους τρόπους αυτούς αλλά και για μια γενικότερη εισαγωγή στο είδος με τα πολλά ονόματα, σας παραπέμπω στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Βλ., π.χ., «Μικροδιήγημα: Μια (σύντομη) εισαγωγή στο τέταρτο πεζογραφικό είδος», στο Π. Ένιγουεϊ (επιμ.), Ελληνικό μικροδιήγημα: 1974-2024 μια ανθολογία, Άνω Τελεία, Αθήνα 2025, σ. 9-13. []
  2. Η ευκολία με την οποία αποκαλούνται ενίοτε ποιήματα αυτά που μας συστήνονται ως μικρά πεζά μού προκαλεί αμηχανία, ενίοτε και εκνευρισμό. Υπάρχει μια παράμετρος εδώ που δεν θέλω (ούτε υπάρχει λόγος) να αποκρύψω, γιατί επηρεάζει σίγουρα την κρίση μου. Δεν έχω γράψει ποτέ ούτε ένα ποίημα, αλλά με έχουν πει δεκάδες φορές ποιήτρια. Στην αρχή το συζητούσα, «Αυτά, ξέρετε, είναι μικροδιηγήματα. Αποδείξεις εντός», μετά κουράστηκα. Πέρασαν χρόνια όμως μέχρι να κουραστώ. []
  3. Δεν ξέρω τι συμβαίνει την σήμερον ημέραν στα σχολεία, πιθανόν τα πράγματα να έχουνε λίγο ή πολύ αλλάξει. []
  4. (Και εννοείται πως το «μικροδιήγημα» δεν αναγνωρίζεται [και άρα κοκκινίζεται] από το word. []
  5. Καταθέτω εδώ και έναν αφορισμό του Αλέξη Πανσέληνου, που μπορεί να σας φανεί χρήσιμος, ευχαριστώντας θερμά την Αρχοντούλα που με έφερε σε επαφή μαζί του: «Μπονζάι κείμενο δείχνει μπονζάι έμπνευση, μπονζάι φιλοδοξία, μπονζάι αντοχή. Και το απολαμβάνουν μπονζάι αναγνώστες» (Σεμινάρια δημιουργικής γραφής, Κίχλη, Αθήνα 2017, σ. 19). []
  6. Γρήγορο και ίσως εύκολο παράδειγμα: «Ο δεινόσαυρος» του Αουγκούστο Μοντερόσο δεν ξεπερνά, ούτε μαζί με τον τίτλο του, τις δέκα λέξεις. Στα ελληνικά, σε μετάφραση Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μπορείτε, τσάκα τσάκα, να τον διαβάσετε εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2022/02/04/augusto-monterroso-o-deinosayros/. Αν σκοπεύετε όμως να αναζητήσετε ερμηνείες, αναλύσεις, γραπτά επηρεασμένα ή βασισμένα σ’ αυτόν, φροντίστε να έχετε άφθονο χρόνο στη διάθεσή σας, θα είναι πάμπολλα τα ευρήματα (στα ισπανικά, ως επί το πλείστον). []
  7. Αλλιώς, πιο συγκαλυμμένα, σύνθετα, έντεχνα, αναφέρεται στα αναγνώσματά της και στο, ακόμα προγενέστερο, Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω (χρονογραφήματα, Νησίδες, 2014), όπου είναι έντονη και η παρουσία της σινεφίλ Αρχοντούλας. []
  8. Το γράφω βέβαια αυτό κι αμέσως έρχεται στον νου μου το άνοιγμα του «Μαύρου σύννεφου»: «Δεν είμαι καμιά μηχανή παραγωγής θετικότητας. Έχω ένταση, έχω δυσαρέσκεια, έχω δυσθυμία, κάνω αρνητικές σκέψεις, θα τους έλεγε» (σ. 14). []
  9. Συγκεκριμένα στις σελίδες 50 και 85. []
  10. Κατά έναν τρόπο, συγγενεύουμε και μέσα απ’ τον Ελύτη, σκέφτομαι. Πάνε τώρα πάνω από δέκα χρόνια που συγκεντρώνω εμφανίσεις του σε ποιητικά και πεζογραφικά βιβλία, ξέχειλες οι σημειώσεις μου, όσο περνάει ο καιρός αρχίζω ν’ αμφιβάλλω πως θα έρθει η μέρα να αξιοποιηθούν. Αν σας ενδιαφέρει ο Ελύτης της Αρχοντούλας, αναζητήστε τον στα εξής σημεία: Στη μάνα του νερού, σ. 83 και 84 (εγώ θα έλεγα και 27)· Το αλογάκι της Παναγίας (μυθιστορίες, Νησίδες, 2012), σ. 61, 85, 132· Σκουλαρίκι στη μύτη (διηγήματα, Νησίδες, 2025), σ. 59· Αίθριος και σήμερα! (μικρά πεζά και ποιήματα, Νησίδες, 2021), σ. 29. Το όνομά του αναφέρεται και στη σ. 45 του Σαραμπάντα. Συγγένεια ή ζεστασιά ένιωσα και με τύπους όπως: «εαυτή» (Το αλογάκι της Παναγίας, σ. 24), «επιστημόνισσα» (Όπως η Μπερλίνα [ποιήματα, Νησίδες, 2017], σ. 45 & Κινητή γιορτή [διηγήματα, Νησίδες, 2018], σ. 24), «συγγράφισσες» (Αίθριος και σήμερα!, σ. 35). []
  11. Διαλεκτική: Ποιήματα & μικρο-διηγήματα για τη φιλοσοφία (με τον Χρήστο Κολτσίδα), Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2022, σ. 110. []

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Φασιστική επίθεση στο Ελευθεριακό Στέκι Victoire

Το πρόβλημα δεν είναι ο Τσόμσκι, είμαστε εμείς