in

Πόσοι τουρίστες χωράνε σε ένα λαγκάδι; Του Νίκου Νικήσιανη

«Χωροθετώντας» τα πάντα, παντού

Το καλοκαίρι* κυκλοφόρησε προς «δημόσια διαβούλευση» το «Νέο Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό», συνοδευόμενο από μια «Στρατηγική Μελέτη» των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που αυτό αναμένεται να έχει. Ζητώ συγγνώμη για τα πολλά εισαγωγικά, τα οποία συχνά καταχρόμαστε για να εκφράσουμε την επιθετικότητά μας, αλλά σε αυτή την περίπτωση είναι μάλλον αναγκαία.

Γιατί, πρώτα από όλα, είναι κάπως παράδοξο να χαρακτηρίζεις ως «δημόσια», πόσο μάλλον ως «διαβούλευση», την ιδιωτική κατάθεση σχολίων, τα οποία είναι ορατά μόνο στις αρμόδιες αρχές και τους συντάκτες της μελέτης – γιατί αυτή είναι η μόνη δυνατότητα που προσφέρεται στην κοινωνία. Ύστερα, το υπό συζήτηση πλαίσιο δεν είναι ακριβώς «χωροταξικό», αφού στην πραγματικότητα επιτρέπει σχεδόν κάθε δραστηριότητα, σχεδόν παντού. Ενδεικτικά, σε καμία περιοχή, ούτε ακόμα σε αυτές τις ελάχιστες που χαρακτηρίζονται ως τουριστικώς «υπεραναπτυγμένες» (θα δούμε παρακάτω τί σημαίνει αυτό), δεν μπαίνει κάποιο όριο στην κατασκευή νέων ξενοδοχειακών μονάδων, ούτε καν στην αδρή επιδότησή τους με δημόσιο χρήμα. Μόνη προϋπόθεση, τα νέα καταλύματα να είναι ανώτερης κατηγορίας, 4 ή 5 αστεριών, δηλαδή να φτιάχνονται από πλούσιους και να απευθύνονται σε πλούσιους.

Όπως μάλιστα ανέφεραν και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις στην κριτική τους, το «Χωροταξικό Πλαίσιο» δεν ορρωδεί μπροστά σε κανένα φυσικό ή νομικό όριο: χωροθετεί νέες μονάδες ακόμα και μέσα στις προστατευόμενες περιοχές, στις ακατοίκητες νησίδες, στην αιγιαλίτιδα ζώνη – αρκεί, λέει, να λαμβάνουν υπόψη την «πιθανή άνοδο της στάθμης» λόγω κλιματικής αλλαγής. Την εποχή που το χιόνι έχει σχεδόν καταργηθεί, το «Χωροταξικό» οραματίζεται νέα χιονοδρομικά κέντρα, με «καινοτομικές (sic) τεχνολογίες» για την παραγωγή τεχνητού χιονιού. Όταν δεν έχουμε νερό να πιούμε, προτείνει γήπεδα γκολφ σε κάθε περιοχή, πύλες κρουαζιέρας σε κάθε λιμάνι, μαρίνες σε κάθε κόλπο – ακόμα και σε κλειστούς κι ευαίσθητους κόλπους όπως ο Παγασητικός. Ζητά επισταμένα να μην υπάρξει κανένας περιορισμός στην ανάπτυξη καταλυμάτων εντός των μεγάλων πόλεων, στη μετατροπή δηλαδή των σπιτιών μας σε ξενοδοχεία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος διαβίωσης.

Τέλος, ούτε η αυτοαποκαλούμενη «Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων» δικαιολογεί τον βαρύγδουπο τίτλο της, αφού προσφέρει τόση νέα γνώση πάνω στις επιπτώσεις της τουριστικής ανάπτυξης, όσο και το χαρτί περιτυλίγματος του χασάπη της γειτονιάς σας. Ισχυρίζεται, για παράδειγμα, ότι «ο τουρισμός δεν έχει καταγραφεί στις πιέσεις» που δέχονται τα δασικά οικοσυστήματα, ή ότι δεν επηρεάζει τις «τάσεις αλλαγής κάλυψης γης», οι οποίες, λέει, αφορούν κυρίως την επέκταση των αστικών εκτάσεων και την μετατροπή φυσικών οικοσυστημάτων σε αγροτικά, λες και ζούμε στο 1850. Αν είσαι φοιτήτρια Βιολογίας και γράψεις κάτι τέτοιο, κόβεσαι. Αν είσαι μελετητής, περνάς από το ταμείο για την αποπληρωμή σου.

 

Διακόσια δέκα πέντε

Και όλα αυτά, τη στιγμή που διεθνώς έχει φουντώσει η συζήτηση («συζήτηση»; ας την πούμε προς το παρόν συζήτηση) για τον υπερτουρισμό και τις δραματικές επιπτώσεις του στη γη, το νερό, το κλίμα, το τοπίο, την αγροτική παραγωγή, τον πολιτισμό, την κατοικία. Και δεν είναι μόνο τα κινήματα που κυνηγάνε με νεροπίστολα τους τουρίστες στα Ράμπλας ή υπερασπίζονται το τοπίο στην Αστυπάλαια. Το ίδιο το τουριστικό κεφάλαιο και οι εκφραστές του, η Καθημερινή για παράδειγμα, ανησυχούν πια ότι ο κορεσμός των εμβληματικών προορισμών μπορεί να διώξει τους ίδιους τους τουρίστες, να μειώσει το κέρδος, να αυξήσει το κόστος. Φαίνεται πως όλοι πια είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν ένα όριο.

Να λοιπόν η λέξη – κλειδί: το «όριο». Πόσοι τουρίστες χωράνε; Ποια είναι η λεγόμενη «φέρουσα ικανότητα» ενός νησιού ή μιας πόλης σε επισκέπτες; Άνθρωποι και συλλογικότητες με καλές προθέσεις θέτουν συχνά αυτό το ερώτημα, για να μπορέσουν έτσι να τεκμηριώσουν την αντίθεσή τους σε μια καταστροφική επένδυση, ή να αμφισβητήσουν γενικότερα τον μονόδρομο της τουριστικής διόγκωσης. Η νομοθεσία, απαντώντας εν πολλοίς σε αυτές τις πιέσεις, ενσωμάτωσε πια την υποχρέωση των ίδιων των επενδυτών να συνοδεύουν τις προτάσεις τους με μια μελέτη της φέρουσας ικανότητας. Θα πρέπει βέβαια να έχει κανείς μεγάλη εμπιστοσύνη στην εγκράτεια των επενδυτών και την ειλικρίνεια των μελετητών, για να αισιοδοξεί ότι θα δουλέψει αυτό το σύστημα, αλλά ας αφήσουμε αυτό το θέμα στην άκρη.

Ακόμα και το νέο Ειδικό Χωροταξικό, παρά τη φανερή πρόθεσή του να επιτρέψει τα πάντα παντού, αναγκάζεται να μπει σε αυτήν τη συζήτηση, περιγράφοντας και το ίδιο ένα όριο, με βάση έναν δείκτη που ορίζει αν μια περιοχή είναι τουριστικά «υποανάπτυκτη», «αναπτυγμένη» ή «υπεραναπτυγμένη». Ποιος είναι αυτός ο δείκτης; Μην φανταστείτε περίτεχνους υπολογισμούς και περίπλοκες παραμέτρους. Ο δείκτης που προτείνει είναι απλά ο αριθμός κλινών ανά στρέμμα. Έτσι νέτα – σκέτα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη τί είναι αυτό το «στρέμμα», αν μέσα του, εκτός από κλίνες, φιλοξενεί και δέντρα, ζώα ή ανθρώπους, ουρανοξύστες ή ερείπια, πηγές, χωράφια ή κοπάδια. Και ποιο είναι το όριο; Σύμφωνα με το «Χωροταξικό», μια Δημοτική Ενότητα χαρακτηρίζεται ως τουριστικώς «υπεραναπτυγμένη» αν φιλοξενεί πάνω από 215 κλίνες ανά 1.000 στρέμματα. Πως προκύπτει ο μαγικός αριθμός «215»; Είναι απλά το δεκαπλάσιο του μέσου όρου όλων των Δημοτικών Ενοτήτων της χώρας.

Επειδή οι κανονικοί άνθρωποι χαώνονται όταν μιλάμε με δείκτες (αυτός θα έλεγε κανείς είναι και ο ρόλος των δεικτών, αλλά ας μην προτρέχουμε), ας προσπαθήσουμε να τον κάνουμε εικόνα: έστω ότι οδηγάς σε έναν επαρχιακό δρόμο, ας πούμε με 60 χλμ την ώρα, και χαζεύεις δεξιά κι αριστερά από τον δρόμο, σε μια ακτίνα 500 μέτρων, ως εκεί δηλαδή που φτάνει το μάτι μας. Αν μέσα σε ένα λεπτό, μετρήσεις ως και πέντε συνηθισμένα ξενοδοχεία, των 40 κλινών, τότε σύμφωνα με αυτό τον «δείκτη» η περιοχή που χαζεύεις είναι οκ, δεν θεωρείται «υπεραναπτυγμένη» και δεν τίθεται θέμα περιορισμού.

Αν αυτή η εικόνα σας θυμίζει π.χ. την Κασσάνδρα της Χαλκιδικής, το «Χωροταξικό» πράγματι δεν την θεωρεί «υπεραναπτυγμένη». Σύμφωνα με το όριο που θέτει, η Κασσάνδρα χωράει 71.741 κλίνες, δηλαδή αρκετές χιλιάδες παραπάνω από όσες ήδη διαθέτει κι έχουν καταστρέψει ανεπιστρεπτί το τοπίο της και την παραγωγική της βάση (αν και σύμφωνα με τη «Μελέτη», είπαμε, ο τουρισμός δεν επηρεάζει την «αλλαγή χρήσεων γης»). Ένα μέσο νησί, η Θάσος ή η Άνδρος, με 13.000 και 9.000 κατοίκους αντίστοιχα, «χωράνε» 76.000 κλίνες. Ο Δήμος Ζαγορίων, των 3.000 (λέμε τώρα) κατοίκων, 200.000 κλίνες.

Θέτοντας όρια

Είναι κάπως φανερό ότι αυτό το «όριο» δεν περιορίζει και τίποτα στην πράξη. Για αυτό και στο Χωροταξικό ως «υπεραναπτυγμένες» και άρα ως «περιοχές ελέγχου», ορίζονται μόνο η Μύκονος, η Σαντορίνη και η Σκιάθος, συν κάποια μικρά τμήματα των πλέον τουριστικών νησιών και της παραλίας Κατερίνης. Φαίνεται λοιπόν -κι εδώ ξεκινά το κεντρικό μας επιχείρημα σε αυτό το σημείωμα- ότι αυτή ακριβώς είναι η δουλειά του ως όριο.

Το Ειδικό Χωροταξικό παραδέχεται εξαρχής ότι ο πρώτος στόχος του είναι η «στήριξη της ανοδικής δυναμικής του Ελληνικού τουρισμού … με την προσφορά κατάλληλης γης και χωροθετικών όρων που θα διευκολύνουν τις τουριστικές επενδύσεις». Εύλογα λοιπόν, επιλέγει ένα «όριο» που δεν θα επιβάλει κανέναν ανεπιθύμητο περιορισμό στην «προσφορά κατάλληλης γης» και στη «διευκόλυνση των τουριστικών επενδύσεων», πέρα από αυτούς που επιθυμούν οι ίδιες οι τουριστικές επενδύσεις, όπως το ότι οι νέες μονάδες στη Μύκονο ή τη Σκιάθο θα πρέπει να είναι άνω των 4 αστεριών για να οριοθετηθεί ο ανταγωνισμός και να μείνουν ψηλά οι τιμές.

Μήπως τότε χρειαζόμαστε ένα άλλο, πιο αντικειμενικό, πιο σωστό, όριο, που να αντιστοιχεί καλύτερα στην υφιστάμενη κατάσταση; Για σκεφτείτε εσείς, πόσες κλίνες θα επιτρέπατε στην Κασσάνδρα ή την Άνδρο; Μα, θα πει κάθε συνετός άνθρωπος, δεν μπορώ να πω έτσι αυθαίρετα έναν αριθμό. Η φέρουσα ικανότητα ενός τόπου καθορίζεται από μια σειρά περίπλοκων φυσικών και κοινωνικών παραγόντων, το νερό, τις υποδομές, τις πρώτες ύλες, το τοπίο, τη διαχείριση των απορριμμάτων. Δεν είναι δική μου δουλειά να τα υπολογίσω όλα αυτά – είναι δουλειά των ειδικών.

Πράγματι, από τη στιγμή που η επιστημονική κοινότητα άρχισε να συνειδητοποιεί την έκταση της σύγχρονης οικολογικής κρίσης, διάφοροι ειδικοί ανέλαβαν αυτοδίκαια αυτήν ακριβώς τη δουλειά: να μετρήσουν, με έναν τρόπο αντικειμενικό κι ουδέτερο, το πόση «ανθρωπογενή διαταραχή» μπορεί να αντέξει η φύση, και κατ’ επέκταση να θέσουν τα κατάλληλα «όρια στην ανάπτυξη», όπως ονομάστηκε η εμβληματική έκθεση της Λέσχης της Ρώμης το 1972.

Μέσα από αυτή τη στροφή, στον ενδιάμεσο θολό χώρο μεταξύ επιστήμης, ιδεολογίας και πολιτικής, αναδύθηκαν διάφορες προσεγγίσεις, άλλες πιο ριζοσπαστικές και άλλες πιο συστημικές (η προαναφερόμενη Λέσχη της Ρώμης π.χ. είναι ένα εμβληματικό διεθνές think tank της άρχουσας τάξης). Όλες όμως αυτές οι προσεγγίσεις ή ορθότερα τα ιδεολογήματα, ακόμα κι αν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, έχουν ένα βασικό κοινό υπόβαθρο: την πεποίθηση ότι η ίδια η φύση καθορίζει ορισμένα όρια στην «ανθρώπινη δραστηριότητα» -όπως αρέσκονται να αποκαλούν την κοινωνική παραγωγή και αναπαραγωγή- και δουλειά των επιστημόνων είναι να τα προσδιορίσουν, προειδοποιώντας την «ανθρωπότητα» πότε και που πρέπει να σταματήσει «προτού να είναι αργά». Σκεφτείτε πόσες φορές διαβάσατε τις παραπάνω φράσεις, για μια σειρά περιβαλλοντικών ζητημάτων.

Δεν υπάρχει χώρος ούτε καν να αναφέρω εδώ όλα αυτά τα ιδεολογήματα, άλλωστε υποθέτω ότι οι αναγνώστες κι οι αναγνώστριες τα έχουν ήδη ακούσει πολλές φορές: η αειφορία, η ανοχή (resilience), η φέρουσα ικανότητα, η αποανάπτυξη, είναι μερικά από αυτά. Ούτε έχω το περιθώριο να μιλήσω για το πόσο κακό έκαναν αυτές οι ιδεολογικές πιέσεις στην επιστήμη της οικολογίας, η οποία αντί να προσπαθεί να κατανοήσει έναν περίπλοκο, εξελισσόμενο κόσμο, έμπλεξε για δεκαετίες με δείκτες, νούμερα και στατιστικά μοντέλα, συχνά χωρίς κανένα βιολογικό νόημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η βιοποικιλότητα: μια έννοια – δείκτης, η οποία προτάθηκε το 1986 ακριβώς για να προσελκύσει το ενδιαφέρον του κόσμου στην ανάγκη προστασίας της φύσης, κλήθηκε να ενσωματώσει σε μία μονόμετρη ποσότητα μια άπειρη σειρά φυσικών ποιοτήτων, ειδών, ατόμων, σχέσεων. Φυσικά, και αυτή η προσπάθεια αποδείχθηκε μια διαρκή, επαναλαμβανόμενη αποτυχία. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να μετρήσεις τη βιοποικιλότητα, δηλαδή να διαλύσεις συγκεκριμένες, οικολογικές σχέσεις μέσα σε έναν αφηρημένο, ποσοτικό δείκτη.

Ας επιστρέψουμε όμως στο δικό μας πρόβλημα: οι διαφορετικοί κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζονται από την τουριστική δραστηριότητα και άρα καθορίζουν με τη σειρά τους τη φέρουσα ικανότητα ενός τόπου σε τουρίστες, δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο, να συγκριθούν μεταξύ τους και να συμψηφιστούν σε έναν δείκτη. Ακόμα όμως και αν ξεχάσουμε αυτή την άπειρη περιπλοκότητα και εξετάσουμε έναν και μόνο παράγοντα, π.χ. το νερό, πάλι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να θέσουμε ένα όριο, να πούμε δηλαδή έχουμε τόσο νερό, άρα χωράνε τόσοι τουρίστες. Πρώτα από όλα, άλλη ποσότητα νερού θέλει ο πελάτης των all inclusive, άλλη ο πιτσιρικάς στο ελεύθερο. Κι ύστερα, πως θα προσδιορίσουμε πόσο νερό «έχουμε»; Μιλάμε για τώρα, ή και για τα επόμενα χρόνια; Από πόσο μακριά δικαιούμαστε να το φέρουμε; Πόσα φράγματα επιτρέπεται να κάνουμε για το συγκρατούμε; Θα μετρήσουμε μόνο τα επιφανειακά νερά ή και τα υπόγεια; Και ως ποιο βάθος είναι δόκιμο να αντλούμε; Το σημαντικότερο: με τις άλλες χρήσεις του νερού τί κάνουμε; Αν καταργήσουμε όλες τις καλλιέργειες (ή, κάτι που είναι ισοδύναμο, τις οδηγήσουμε σε μαρασμό κι εγκατάλειψη), θα έχουμε περισσότερο νερό για τους τουρίστες. Αυτή η επιλογή θεωρείται εντός παιχνιδιού;

Και γιατί να μην βάλουμε στο παιχνίδι και την αφαλάτωση; Με ρεύμα από ΑΠΕ μάλιστα, για να μην έχουμε αποτύπωμα άνθρακα. Ή να φέρουμε παγόβουνα από την Ανταρκτική. Σήμερα υπάρχουν διαθέσιμες τεχνικές λύσεις για κάθε πρόβλημα, οι οποίες μπορούν να ωθήσουν τόσο μακριά κάθε «φυσικό» όριο, που η επίκλησή του να χάνει κάθε πρακτική αξία. Τελικά, το να προσπαθούμε να μετρήσουμε με πόσοι τουρίστες χωράνε σε ένα νησί, καταντά το ίδιο έγκυρο με το να μετράμε πόσοι Ιταλοί χωράνε σε ένα τσίνκουετσέντο. Πολλοί, αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία.

 

Η τεχνοκρατία ως αποκλεισμός

Δεν υπάρχει λοιπόν εκεί έξω κανένα φυσικό όριο, καμία αντικειμενική φέρουσα ικανότητα, που περιμένει τους επιστήμονες να την μετρήσουν. Κάθε τέτοιο όριο είναι αποτέλεσμα κάποιων αυθαίρετων επιλογών, όπως για παράδειγμα το όριο των «215» του Ειδικού Χωροταξικού. Πήραν έναν τυχαίο αριθμό (θα μπορούσαν να πάρουν τον ενδιάμεσο, ή τον ψηλότερο, ή τον χαμηλότερο κοκ) και τον πολλαπλασιάσανε με έναν άλλον τυχαίο αριθμό (θα μπορούσαν να το πολλαπλασιάσουν επί 5 ή επί 20). Γιατί; Μα για να κάνουν τη δουλειά τους, δηλαδή να αποδείξουν «μαθηματικά» ότι όλη σχεδόν η χώρα χωράει ακόμα πολύ τουριστική ανάπτυξη. Μια πολιτική επιλογή εμφανίζεται έτσι ως το αποτέλεσμα μιας «αντικειμενικής», και μάλιστα «ποσοτικής», μελέτης.

Αυτή λοιπόν είναι η κύρια λειτουργία όλων αυτών των ποσοτικών δεικτών, των «φυσικών» ορίων, της φέρουσας ικανότητας: ενώ κάθε τέτοια επιλογή είναι κατ’ εξοχήν υποκειμενική, δηλαδή πολιτική, η εμπλοκή αυτών των όρων την εμφανίζει ως ουδέτερη και αντικειμενικά, και συνεπώς από-πολιτικοποιεί τη συζήτηση. Η διαχείριση της φύσης, η ιδιοποίηση δηλαδή των υλικών όρων της κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγαγωγής, από επίδικο του κοινωνικού ανταγωνισμού, καθίσταται ένα πρόβλημα των ειδικών. Και μάλιστα, την από-πολιτικοποιεί μονομερώς, ή έστω ετεροβαρώς: δεν έχουν όλοι οι κοινωνικοί παίχτες την ίδια σχέση με τους ειδικούς, δεν έχουν όλοι ισότιμη πρόσβαση στα μέσα που σου επιτρέπουν να πεις την άποψή σου με νούμερα.

Και αυτό, τέλος, είναι το κύριο πρόβλημά μας με την τεχνοκρατία – γιατί ακριβώς αυτό είναι το όνομα της τάσης να μετατρέπουμε τα οικολογικά και άρα κοινωνικά προβλήματα σε επιστημονικά ζητήματα, τα οποία λύνονται με τη βοήθεια της σωστής εξίσωσης. Ακόμα κι αν αυτή η απόπειρα ντύνεται με ένα φυσιολατρικό, ρομαντικό φουστάνι, αν αντί για δείκτες μιλά για «φυσικούς νόμους», ή για τις προσταγές της Μητέρας Γης, πάντα παραμένει μια ουσιωδώς τεχνοκρατική προσέγγιση: η μητέρα Γη δεν μιλά από μόνη της, αλλά χρειάζεται τους μεταφραστές της, δηλαδή τους επιστήμονες.

Κανένας δείκτης λοιπόν, καμία φέρουσα ικανότητα δεν θα μας μπορεί να μας πει πόσοι τουρίστες χωράνε σε ένα νησί, ή πόσα καύσιμα «δικαιούμαστε» (πάντα «εμείς») να κάψουμε, ή πόσα αιολικά να φτιάξουμε. Η δουλειά της επιστήμη είναι να κατανοήσει και -σε ένα βαθμό- να προβλέψει τις επιπτώσεις αυτής ή της άλλης παραγωγικής διαδικασίας (αυτό δηλαδή που δεν κάνει η προαναφερόμενη «Μελέτη», προτιμώντας ως συνήθως να παίζει με νουμεράκια). Αν ρωτήσετε μάλιστα πραγματικά την επιστήμη, αυτή θα είναι υποχρεωμένη να σας πει πως ο,τι και να κάνουμε «εμείς», η φύση μάλλον θα προσαρμοστεί και θα εξελιχθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Γιατί αυτό κάνει η φύση εδώ και δισεκατομμύρια χρόνια.

Από εκεί και πέρα, η ερώτηση σε ποια κατεύθυνση θέλουμε να εξελιχθεί η φύση, σε ποια κοινωνική παραγωγή θέλουμε να προσαρμοστεί, είναι μόνο θέμα επιλογής, δηλαδή πολιτικής, δηλαδή ανταγωνισμού: ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών επιχειρήσεων, σφαιρών παραγωγής, τάξεων, εθνών, ομάδων, σχέσεων και τελικά τρόπων παραγωγής. Η «συζήτηση» δηλαδή που αναφέραμε στην αρχή, δεν είναι συζήτηση, είναι πάλη. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «πόσοι τουρίστες χωράνε»: είναι ποιοι θα ιδιοποιηθούν τα νερά και τη γη, την «κατάλληλη γη» που λέει και το Χωροταξικό. Αν σε αυτή την γη, εκτός από τουρίστες, θα χωράνε επίσης χωριά, χωράφια, δάση, ζώα, κοπάδια. Ο τεχνοκρατισμός των δεικτών, χέρι-χέρι με τον ρομαντισμό των φυσικών νόμων και ορίων, ακόμα και όταν έχουν την αντίθετη πρόθεση, μας κάνουν να ξεχνάμε αυτόν ακριβώς τον ανταγωνισμό.

* Το κείμενο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2025 στο 23ο τεύχος του Περιοδικού Yusra. To «Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό» που αναφέρεται στο κείμενο, τέθηκε σε διαβούλευση το καλοκαίρι του 2024 και από τότε παραμένει στη μορφή σχεδίου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

Το έλκος της Τζόρτζια. Του Franco berardi