in ,

Ποιος είναι συνυπεύθυνος, μαζί με την Ισλαμική Δημοκρατία, για την πρόσφατη σφαγή;

Η αιματηρή τάξη της Ισλαμικής Δημοκρατίας σκίασε για άλλη μια φορά τη χώρα και βύθισε τον λαό σε βαθύ πένθος.

Μια εξέγερση που προχωρούσε δυναμικά, με προοπτική να ανατρέψει το βδελυρό καθεστώς, που μέρα με τη μέρα έκανε πιο αποφασιστικά και αποτελεσματικά βήματα, που δοκίμαζε και μάθαινε όλο και περισσότερο πρακτικούς τρόπους πάλης ενάντια στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του καθεστώτος, κατέληξε παιχνίδι στα χέρια οπορτουνιστών και διψασμένων για εξουσία κύκλων, οι οποίοι δεν είχαν καμία πραγματική κατανόηση του καθεστώτος με το οποίο συγκρούονταν. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι με ένα κάλεσμα σε πορεία και με την παρουσία του κόσμου θα μπορούσαν να εκδιώξουν αυτό το αποκρουστικό μόρφωμα, το οποίο εδώ και 47 χρόνια τρέφεται από το αίμα του λαού και έχει σκληραγωγηθεί μέσα από πολέμους και πολλαπλά πεδία συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την επιστροφή της πολιτικής εξουσίας στη μοναρχία.

Ναι, αυτοί ήταν οι φιλομοναρχικοί και οι ξένοι σύμμαχοί τους, που απερίσκεπτα και με αφελή αισιοδοξία εκμεταλλεύτηκαν την απόγνωση ενός τμήματος του λαού και, πρόωρα και ανώριμα, οδήγησαν την πορεία της εξέγερσης στο σφαγείο των μισθοφόρων του καθεστώτος. Με την εξαπάτηση του «είμαστε πίσω σας» και με τον ισχυρισμό ότι «δεκάδες χιλιάδες Πασντάρ (Σώμα Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, θεσμικά αυτόνομος στρατιωτικός μηχανισμός του ιρανικού κράτους) και Μπασίτζ (παραστρατιωτικό σώμα επιτήρησης και καταστολής του καθεστώτος) έχουν ήδη εγγραφεί στην πλατφόρμα του γιού του Σάχη και είναι έτοιμοι να ενταχθούν στην επανάσταση», καθώς και με το «μην ανησυχείτε, ο Τραμπ σας στηρίζει», από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Ιράν, από την καρδιά των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας, απηύθυναν το σύνθημα «λινγκές κον» και έστειλαν τον λαό σε έναν αιματοβαμμένο τόπο συνάντησης.

Όχι μόνο, με το επίσημο αίτημα υποστήριξης από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επέτρεψαν στο καθεστώς να στηριχθεί στα εθνικιστικά αισθήματα του λαού και να χαρακτηρίσει όλους τους διαδηλωτές «κατασκόπους» και «τρομοκράτες», αλλά και με το κάλεσμα για παρουσία σε συγκεκριμένη ημέρα και συγκεκριμένη ώρα αφαίρεσαν κάθε πρωτοβουλία από το κίνημα, δίνοντας στους δολοφόνους του καθεστώτος τον χρόνο να προετοιμάσουν εκ των προτέρων αυτή την άνιση αναμέτρηση και να στήσουν τα πολυβόλα και τα βαριά όπλα τους για μια φρικιαστική σφαγή.

Ναι, αυτή η σφαγή διαπράχθηκε από το καπιταλιστικό καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας και από τις δυνάμεις καταστολής του, όμως η ευθύνη της θα βαραίνει για πάντα τον Ρεζά Παχλαβί  (γιος του Σάχη), ο οποίος έκανε τη θυσία δεκάδων χιλιάδων ζωών και τον τραυματισμό και τον εγκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων άλλων σκαλοπάτι της προσωπικής του φιλοδοξίας για εξουσία.

Το επαναστατικό κίνημα του Ιράν δεν γεννήθηκε από το κάλεσμά του. Πρόκειται για μια ταξική πάλη που ξεκίνησε από την πρώτη στιγμή που η Ισλαμική Δημοκρατία ήρθε στην εξουσία και που γνώρισε τις δικές της κορυφώσεις, με ήρωες που κάθε φορά έπεφταν στο χώμα, με εκείνους που εκτελέστηκαν και με άλλους που γέμισαν τις φυλακές της. Σε κάθε φάση, το κίνημα μάθαινε νέα μαθήματα στην αναμέτρησή του με την αντεπανάσταση και τα αξιοποιούσε στο επόμενο σημείο κορύφωσης. Εκείνο που είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο στο Ιράν είναι ακριβώς η συνέχεια αυτής της πάλης, που κάθε φορά κορυφωνόταν σε όλο και μικρότερα χρονικά διαστήματα. Σε αυτή τη διαρκή σύγκρουση οι μάζες μαθαίνουν τον αγώνα σώμα με σώμα, οι μεγαλύτεροι δείχνουν στους νεότερους τον δρόμο και τις παγίδες, και βιώνουν στην πράξη τις αρχές της επαναστατικής οργάνωσης.

Οι φιλομοναρχικοί της διασποράς δεν καταλαβαίνουν ότι μόνο όσοι έχουν βιώσει επί 47 χρόνια τις ιδιαίτερες σχέσεις της Ισλαμικής Δημοκρατίας και τους αντίστοιχους αγώνες απέναντί της, μόνο όσοι γνωρίζουν στην καθημερινή τους ζωή τις συνδέσεις και τις διαμεσολαβήσεις αυτών των σχέσεων, στην παραγωγή και την αναπαραγωγή τους, μόνο όσοι έχουν συγκρουστεί μαζί τους, βρίσκονται σε θέση να κατανοήσουν το ταξικό τους περιεχόμενο και, κατά συνέπεια, να αντιληφθούν τις ακριβείς διαδικασίες εμπλοκής με τους παράγοντες και τους φορείς τους και να εφαρμόσουν σε κάθε πεδίο τις κατάλληλες τακτικές. Αυτό, στις ευρύτερες διαστάσεις του, είναι ένα υλικό και πρακτικό στοιχείο και όχι ένα θεωρητικό ζήτημα, ώστε να μπορεί κανείς να τους εκδίδει γενικές αποφάνσεις απ’ έξω.

Ένα κίνημα που από τις πρώτες κιόλας μέρες έπαιρνε τα χαρακτηριστικά εξέγερσης της πείνας, έβρισκε σταδιακά τον δικό του ρυθμό, τις δικές του λογικές, τις τοπικές και επαγγελματικές του ιδιαιτερότητες και κλιμακωνόταν σε ένταση, σε σημείο που σε ορισμένες περιοχές να έχει μετατραπεί σε επαναστατική βία, αποσπάστηκε βίαια από την πολιτική πορεία της ταξικής πάλης μέσω της οπορτουνιστικής οικειοποίησης των φιλομοναρχικών και οδηγήθηκε σε έναν πρόωρο, ανώριμο και τελικό αγώνα, που κατέληξε σε σφαγείο.

Οι υποστηρικτές του Σάχη, που αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κληρονομιά του πατέρα τους και μιλούν μέρα νύχτα για το «να την πάρουν πίσω», επιχείρησαν από τη δεύτερη κιόλας εβδομάδα της εξέγερσης, όπως πάντα, να καβαλήσουν το κύμα και να αποκομίσουν οφέλη για τους ίδιους και τους συμμάχους τους. Εκεί όπου οι μάζες βρίσκονταν ήδη για πάνω από μία εβδομάδα σε απεργία και στους δρόμους, απηύθυναν κι αυτοί καλέσματα για διαδηλώσεις. Τα μέσα ενημέρωσης που ελέγχουν, προέβαλαν όσο μπορούσαν αυτή τη δήθεν «απελευθερωτική» εναλλακτική. Όμως αυτή τη φορά, η απουσία αγωνιστών, αποτέλεσμα των ιδιαίτερων και αδιανόητων συνθηκών καταστολής και πολιτικής ασφυξίας στο Ιράν, όπου πολιτικοί, εθνικοί και συνδικαλιστικοί αγωνιστές με ηγετικό ρόλο έχουν είτε δολοφονηθεί είτε εγκλειστεί σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, εμπόδισε την ελεύθερη ανάπτυξη πολιτικών συζητήσεων ταξικού χαρακτήρα. Αυτό δημιούργησε ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης σε τμήμα του λαού, το οποίο οδηγήθηκε να προσκολληθεί σε αυτό το ψεύτικο καταφύγιο.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή του κινήματος, ενός κινήματος που εδώ και τουλάχιστον οκτώ χρόνια έχει ξεπεράσει τις εσωτερικές διαμάχες του καθεστώτος και του οποίου ζούμε ξανά μια κρίσιμη στιγμή, παραμένουν φυλακισμένοι. Η απελευθέρωσή τους θα τους επέτρεπε να παρέμβουν ουσιαστικά στη σημερινή κατάσταση, είτε θετικά είτε αρνητικά, και να συμβάλουν στη διαμόρφωση πραγματικών πολιτικών συζητήσεων γύρω από τα συγκεκριμένα αιτήματα της ταξικής πάλης.

Όμως αυτό που ενδιέφερε πραγματικά τους υποστηρικτές του γιού του Σάχη δεν είχε καμία σχέση με την προώθηση της επανάστασης. Το μόνο που επιδίωκαν ήταν μαζική παρουσία στους δρόμους και η οπτική καταγραφή της, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να αποτρέψουν κάθε μορφή βίας απέναντι στο καθεστώς, ώστε, όπως έλεγαν οι ίδιοι, να οδηγηθεί η κατάσταση σε μια «ομαλή μετάβαση». Γνώριζαν πολύ καλά ότι μια πραγματική επαναστατική βία θα μπορούσε εύκολα να στραφεί εναντίον τους και εναντίον των ξένων υποστηρικτών τους. Τα πραγματικά αιτήματα του κινήματος τούς ήταν αδιάφορους.

Δεν τους απασχολούσε το γεγονός ότι ήδη από την πρώτη εβδομάδα είχαν δεχτεί επιθέσεις και εμπρησμούς τζαμιά, θρησκευτικά ιδρύματα, γραφεία ιμάμηδων, φορολογικές υπηρεσίες, κρατικά μέσα ενημέρωσης, τράπεζες, κέντρα του κατασταλτικού μηχανισμού, βάσεις των Μπασίτζ, στρατόπεδα, διοικητήρια, αστυνομικά τμήματα, τεθωρακισμένα οχήματα, εμπορικά καταστήματα που διοικούνται από τους Φρουρούς της Επανάστασης (Πασντάρ), ακόμη και πυροσβεστικοί σταθμοί, που σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήφθηκαν. Όλα αυτά τους ήταν ουσιαστικά αδιάφορα.

Αυτό που πραγματικά ήθελαν, και που τα επικοινωνιακά στελέχη της ομάδας του γιού του Σάχη έλεγαν ξανά και ξανά, ήταν να γεμίσουν τα κοινωνικά δίκτυα με χιλιάδες φωτογραφίες και βίντεο, με πανό και το πρόσωπό του. Αυτό το υλικό το έστελναν στα δικά τους μέσα, αλλά και σε κύκλους στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο Ισραήλ και αλλού, για να πείσουν τον Τραμπ ότι αυτός ο πρίγκιπας, χωρίς πραγματική σχέση με την κοινωνία και χωρίς πολιτική δύναμη, είναι ο μόνος «νόμιμος» ηγέτης της χώρας και ότι αν τον αναγνωρίσουν, δήθεν θα δοθεί κατεύθυνση στην επανάσταση.

Στόχος τους δεν ήταν η πραγματική σύγκρουση με την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά μια «ειρηνική μετάβαση» που θα άφηνε άθικτο τον κατασταλτικό και διοικητικό μηχανισμό του κράτους, ώστε το ζήτημα να λυθεί με μια απλή αλλαγή στην κορυφή της εξουσίας. Γι’ αυτό και οι στρατηγικοί σύμβουλοι του πρίγκιπα προειδοποιούσαν να μη δοθεί καμία περίπτωση να περάσουν τα στρατόπεδα στα χέρια του λαού, λέγοντας πως «δεν είναι εύκολο να πάρεις πίσω χιλιάδες όπλα από τα χέρια του κόσμου». Κι όμως, μέσα σε μόλις δέκα ημέρες είδαμε στρατόπεδα να πέφτουν. Για παράδειγμα, στη Μπαμπόλ, πόλη στο βόρειο Ιράν, μερικά αστυνομικά τμήματα φέρεται να πέρασαν στα χέρια των κατοίκων και να κατασχέθηκαν περίπου 500 όπλα.

Ακόμη πριν κλιμακωθεί η σύγκρουση, οι φιλομοναρχικοί προσπαθούσαν να τη φρενάρουν και να συνεννοηθούν με τον κατασταλτικό μηχανισμό της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Έτσι είδαμε τον υποτιθέμενο «επιβεβαιωμένο ηγέτη της επανάστασης» να στέλνει σωρηδόν γλυκανάλατα μηνύματα και υποσχέσεις προς τις ένοπλες δυνάμεις, τους Πασντάρ, τους Μπασίτζ και τον στρατό.

Το αποτέλεσμα αυτών των χειρισμών ήταν ότι αυτή η λεγόμενη «καταγραφή της επαναστατικής ηγεσίας», μέσα από καλέσματα για μαζική παρουσία στους δρόμους, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες και ώρες, οδήγησε τον λαό κατευθείαν στη σφαγή. Και ακόμη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως το μέγεθος της φρίκης που ακολούθησε. Αυτή η μικρή χαραμάδα που άνοιξε, αποκαλύπτοντας τα σώματα αμέτρητων νέων ανθρώπων, είναι μόνο ένα κομμάτι της τρομακτικής πραγματικότητας, της οποίας η ευθύνη προστίθεται στο ήδη βαρύ ιστορικό φορτίο της δυναστείας των Παχλαβί.

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και πριν από το γνωστό κάλεσμα, η αρνητική παρουσία αυτού του προσώπου είχε ήδη προκαλέσει αμφιβολία και δισταγμό μέσα στο κίνημα. Είναι απολύτως λογικό άνθρωποι που δίνουν καθημερινά κοινωνικούς και οικονομικούς αγώνες ενάντια στο καθεστώς και τους μηχανισμούς του, να επέλεξαν, κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου πολέμου, να κρατήσουν αποστάσεις και να μη συνδέσουν τη δική τους διαμαρτυρία με τον θόρυβο των πολεμικών αεροσκαφών και των ισραηλινών βομβαρδισμών. Με αυτόν τον τρόπο, αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τα καλέσματα των φιλομοναρχικών και των ισραηλινών συμμάχων τους.

Αυτό το κάλεσμα του γιού του Σάχη αποτέλεσε το πιο θανατηφόρο πλήγμα που μπορούσε να δοθεί σε αυτό το ευαίσθητο στάδιο ωρίμανσης του κινήματος. Ακόμη και ο ίδιος ο επικοινωνιακός μηχανισμός του καθεστώτος ενίσχυσε τα συνθήματα των φιλομοναρχικών, προκειμένου να φιμώσει τις άλλες φωνές και να «αποδείξει» ότι «οι αντίπαλοί μας είναι ξένοι πράκτορες και κατάσκοποι», χαρακτηρίζοντας έτσι το σύνολο του κινήματος διαμαρτυρίας ως «τρομοκρατικό», απαξιώνοντάς το και προετοιμάζοντας τη σφαγή του.

Ακόμη και σήμερα, με απόλυτη αναίδεια, σαν να μην υπήρχαν δεκάδες χιλιάδες νεκροί και εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίες και φυλακισμένοι, ρίχνουν την ευθύνη στον Τραμπ, που «δεν κράτησε την υπόσχεσή του». Φυσικά, ο λαός, έτοιμος για θυσίες, θα έπρεπε να παραμείνει σε ετοιμότητα «μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή», δηλαδή σε μια μελλοντική αμερικανική και ισραηλινή επίθεση, για να «ξαναπάρει τους δρόμους και να καταλάβει τους θεσμούς της εξουσίας». Ο μεγάλος στρατηγός, παρότι δηλώνει βαθιά ενοχλημένος από όσα συνέβησαν, θυμάται ξαφνικά ότι τέτοιου είδους ενέργειες απαιτούν και τακτική και υλικοτεχνική προετοιμασία! Αυτή τη φορά δεν ξεχνά να προσθέσει: «την επόμενη φορά να χτιστούν οδοφράγματα στους δρόμους!»

Αυτά τα πρόσωπα είναι τόσο αποκομμένα από τον επαναστατικό αγώνα και χαμένα μέσα στις φαντασιώσεις τους, που δεν διστάζουν ακόμη και να καλούν τους εργαζόμενους στον πετρελαϊκό τομέα σε απεργία, χωρίς να έχουν την παραμικρή γνώση των στοιχειωδών προϋποθέσεων για την οργάνωση μιας απεργίας. Είναι ονειροπόλοι των παλατιών, που θέλουν να οδηγήσουν ξανά το Ιράν σε μια δεσποτική μοναρχία μέσω ξένης επέμβασης, να το παραδώσουν στις μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες και να επαιτήσουν από αυτές το μικρό τους μερίδιο στη μελλοντική εξουσία.

Habib Saii
Συλλογικότητα Andeesheh va Peykar
20 Ιανουαρίου 2026

Πηγή:peyakarandeesh.org 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σημαντικότερο αραβικό μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα. Της Αθηνάς Παπανικολάου