Σε ένα από τα πρώτα έργα του με τον τίτλο The New Men of Power: America’s Labor Leaders (1948), ο Charles Wright Mills μελετά τη «μεταφυσική» της οργανωμένης εργασίας» και τη δυναμική της συνεργασίας των ηγετών της με τους ανθρώπους των διοικήσεων των επιχειρήσεων. Θεώρησε ότι η συνδικαλιστική ηγεσία των εργατών είχε εγκαταλείψει για τα καλά τον παραδοσιακό «αντιπολιτευτικό» της ρόλο και άλλαξε σκεπτικό και λόγο ύπαρξης συμφιλιωμένη δια βίου με το καπιταλιστικό σύστημα, έστω και από υποδεέστερη θέση σε αυτό ασχολούμενη με τα θέματα της καθημερινής βιοπάλης των εργαζομένων ανταλλάσσοντας την εργασιακή ασφάλεια με την εργασιακή γαλήνη. Έτσι τα συνδικάτα έπαιζαν πια το παιχνίδι των μικροπαραπόνων κατέχοντας χαμηλότερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία και στη νέα δομή της εξουσίας των ΗΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, η αριθμητική δύναμη των συνδικάτων δεν ήταν αμελητέα. Το 1954 η συνδικαλιστική πυκνότητα στις ΗΠΑ έφτασε στο 25%, δηλαδή το ιστορικά υψηλότερο σημείο της. Βέβαια ήταν πάντα χαμηλότερο το ποσοστό σε σχέση με την Ευρώπη. Στο σύνολο του αγροτικού τομέα το ποσοστό είχε ήδη ανέλθει σε 33% το 1945. Έκτοτε ξεκίνησε η πτώση της συνδικαλιστικής πυκνότητας για να πέσει λίγο πιο κάτω από το 12% και θα ήταν ακόμη χαμηλότερο αν δεν υπήρχε ο δημόσιος τομέας. Η συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα έχει πέσει στο 7%.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και κατά τη διάρκεια της πιο άγριας φάσης του Ψυχρού Πολέμου διαμορφώθηκε η κοινωνική σκέψη του Μιλλς, όπως την περιγράφει ένας σύγχρονος μελετητής του έργου του [βλ. Α. Javier Treviño, (2012) The Social Thought of C. Wright Mills. Thousand Oaks, CA: SAGE]. Ο Μιλλς, μέσα από εμπειρική έρευνα με 500 συνδικαλιστικά στελέχη της εποχής εξέτασε τις αξίες τους και το προσωπικό τους background και συμπέρανε ότι λόγω της ομοιότητας τους με όρους επαγγέλματος, τάξης, status και δύναμης, θα μπορούσαν να είναι και όμοιες προσωπικότητες. Κι όμως, λόγω των αισθητά χαμηλότερων εισοδημάτων τους δεν θα μπορούσαν να καταταχτούν στις ελίτ της εξουσίας των ΗΠΑ, όπως τις όρισε ο Μιλλς: στρατιωτική, οικονομική και πολιτική. Θα μπορούσαμε να τους θεωρήσουμε ελίτ της εξουσίας μόνο αν λάβουμε υπόψη ότι μπορούσαν να ξυπνήσουν τον «κοιμώμενο γίγαντα», δηλαδή την αριθμητική (λανθάνουσα) δύναμη της βάσης των συνδικάτων. Όμως, αυτοί οι συνδικαλιστές ηγέτες, έχοντας εγκαταλείψει την ταξική τους προέλευση και συμβιβαστεί με το σύστημα, ως καλοί οπορτουνιστές καιροσκόποι το μόνο που ήθελαν ήταν να πετυχαίνουν μικρούς στόχους σε μικρά χρονικά διαστήματα ούτως ώστε να «πουλάνε» τις «επιτυχίες» στα εκπροσωπούμενα από αυτούς μέλη των συνδικάτων τους και μετά από τις εκλογές να διαιωνίζουν τις θέσεις τους, τα προνόμιά τους και τις αργομισθίες τους. Καμία συζήτηση δεν έκαναν για την σύνδεση των συνδικαλιστικών και εργατικών στόχων με ένα γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα ή ιδεολογία όπου οι εργάτες ως σώμα θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική διαδικασία της αλλαγής.
Βέβαια, όλα αυτά γίνονται σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός ακμάζει, η ανεργία είναι πολύ χαμηλή (τριβής) επειδή τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη οι προχωρούν με έντονους ρυθμούς μεταπολεμικές ανασυγκροτήσεις και αυξάνονται οι νέες αμυντικές δαπάνες για την ανάπτυξη, διατήρηση και ανανέωση των στρατιωτικών και πυρηνικών οπλικών συστημάτων. Κι ύστερα ήρθαν οι…σφήγκες…
Σας θυμίζουν τίποτα αυτά; Πάσα ομοιότης είναι συμπτωματική;