Η Ερυθραία, η Βόρεια Κορέα, η Συρία, το Ιράν, η Ισημερινή Γουινέα, το Ουζμπεκιστάν, η Μιανμάρ, η Σαουδική Αραβία, η Κούβα και η Λευκορωσία είναι οι δέκα χώρες με την μεγαλύτερη επιβολή λογοκρισίας στον Τύπο, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύει σήμερα η Επιτροπή Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ).
Τον αποκλεισμό των διεθνών μέσων ενημέρωσης και την επιβολή δικτατορικού ελέγχου στους ντόπιους δημοσιογράφους έχουν επιβάλει οι παραπάνω χώρες για την λογοκρισία του Τύπου.
Την πρωτιά κατέχει η Ερυθραία που αναδείχτηκε μετά από σχετική έρευνα ως η πιο λογοκριμένη χώρα του κόσμου. Ακολουθούν η Βόρεια Κορέα, η Συρία και το Ιράν, όπου ο περιορισμός διάχυσης πληροφοριών έχει τεράστιες επιπτώσεις για την γεωπολιτική και την πυρηνική σταθερότητα.
Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Ερυθραία, ακολουθούμενη με σειρά βαρύτητας από τη Βόρεια Κορέα, τη Συρία, το Ιράν, την Ισημερινή Γουινέα, το Ουζμπεκιστάν, την Μιανμάρ, τη Σαουδική Αραβία, την Κούβα και τη Λευκορωσία.
«Στις δέκα χώρες όπου ισχύουν οι περισσότεροι περιορισμοί επιστρατεύεται μια μεγάλη κατηγορία τεχνικών λογοκρισίας, από την πολύπλοκη παρεμπόδιση στην πρόσβαση σε ιστοσελίδες και τις μεταδόσεις από δορυφορικά δίκτυα από το Ιράν έως τα καταπιεστικά ρυθμιστικά συστήματα της Σαουδικής Αραβίας και της Λευκορωσίας», αναφέρει η έκθεση.
Κάποιες χώρες στη λίστα του 2012 βρίσκονταν ήδη στη λίστα της έκθεσης του 2006. Αυτές είναι οι: Βόρεια Κορέα, Μιανμάρ, Τουρκμενιστάν, Ισημερινή Γουινέα, Λιβύη, Ερυθραία, Κούβα, Ουζμπεκιστάν, Συρία και Λευκορωσία, ενώ κάποιες άλλες εντάσσονται τώρα όπως: το Αζερμπαϊτζάν, η Αιθιοπία, η Κίνα, το Σουδάν, το Τουρκμενιστάν και το Βιετνάμ.
Η κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας ελέγχει το περιεχόμενο των 12 κυριότερων εφημερίδων της χώρας, των 20 περιοδικών και τηλεοπτικών δικτύων, αναφέρει η έκθεση. Η διοικούσα ελίτ έχει πρόσβαση στο Ιντερνετ, αλλά το κοινό περιορίζεται στην κυβερνητική πληροφόρηση.
Η Ερυθραία επιτρέπει την λειτουργία μόνο των κρατικών μέσων ενημέρωσης, που ελέγχονται από το Υπουργείο Πληροφοριών, αναφέρει η CPJ.
Οι δημοσιογράφοι δεν έχουν ελευθερία του λόγου και ακολουθούν οδηγίες όταν κάνουν ένα ρεπορτάζ. Η έκθεση αναφέρει ότι όσοι στέλνουν ειδήσεις στο εξωτερικό φυλακίζονται και τίθενται υπό κράτηση για μεγάλη χρονική περίοδο χωρίς να τους επιτρέπεται η πρόσβαση στην οικογένεια ή τους δικηγόρους τους.
Η Συρία και το Ιράν έχουν από πέρσι αυξήσει σημαντικά την λογοκρισία ως απάντηση στις λαϊκές εξεγέρσεις, με μέτρα όπως την απαγόρευση της πρόσβασης στα ξένα μέσα ενημέρωσης και την επίθεση στα εγχώρια.
Τουλάχιστον εννέα δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί εν ώρα εργασίας στη Συρία από τον Νοέμβριο και έξι έχουν χάσει τη ζωή τους κάτω από συνθήκες στις οποίες «υπάρχουν υποψίες για κυβερνητική υπαιτιότητα», σύμφωνα με την CPJ.
Η οργάνωση αναφέρει ότι το ιρανικό καθεστώς είναι το σκληρότερο στην λογοκρισία στο διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας μαζικές φυλακίσεις δημοσιογράφων για να φιμώσει την αντιπολίτευση και να καταστείλει την επικριτική ειδησεογραφική κάλυψη.
«Η λογοκρισία των μέσων ενημέρωσης υπήρχε πολύ πριν από την επανάσταση, αλλά αυξήθηκε έκτοτε επειδή ο (πρόεδρος Μπασάρ) αλ Ασαντ θέλει να μεταφέρει μια συγκεκριμένη εικόνα στον έξω κόσμο, ότι δηλαδή το καθεστώς μάχεται κατά των τρομοκρατών που προκαλούν τις ταραχές», δήλωσε στο CPJ ο Ειάντ Σουρμπατζί, Σύρος δημοσιογράφος ο οποίος εγκατέλειψε τη χώρα τον Ιανουάριο φοβούμενος για τη ζωή του.
«Ενα άλλο αξίωμα της συριακής προπαγάνδας είναι ότι οι μειονότητες κινδυνεύουν χωρίς το καθεστώς. Η λογοκρισία των μέσων ενημέρωσης έπαιξε έναν τεράστιο ρόλο στην διατήρηση του Ασαντ στην εξουσία», είπε ο Σουρμπατζί.
Στην Ισημερινή Γουινέα η κυβέρνηση του Ομπιάνγκ ελέγχει διεξοδικά όλες τις ειδήσεις και τις πληροφορίες επί των εθνικών ερτζιανών κυμάτων. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην έκθεση «τα κρατικά μέσα ενημέρωσης δεν παρέχουν κάλυψη διεθνών ειδήσεων, εκτός αν ο Ομπιάνγκ ή άλλο επίσημο άτομο ταξιδεύει στο εξωτερικό.
Στο Ουζμπεκιστάν, όσοι δημοσιογράφοι μεταδίδουν πληροφορίες εκτός συνόρων υπόκεινται σε ανάκριση και τη δίωξη με την κατηγορία της δυσφήμισης ή της «προσβολής εθνικών παραδόσεων». Επίσης, υπάρχει αποκλεισμός απευθείας σύνδεσης στο Internet σε ανεξάρτητους δικτυακούς τόπους ειδήσεων και ραδιοτηλεοπτικούς φορείς.
Στην Μιανμάρ, η κυβέρνηση κυριαρχεί το ραδιόφωνο και την τηλεόραση με μια σταθερή ροή προπαγάνδας. Νόμοι απαγορεύουν την κατοχή υπολογιστή χωρίς άδεια και απαγορεύουν τη διάδοση ή τη δημοσίευση μη εξουσιοδοτημένου υλικού μέσω του Διαδικτύου. Δημοσιογράφοι τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης όταν δεν τηρούν αυστηρά τους νόμους που έχουν θεσπιστεί για την δημόσια έκφραση, ενώ άλλοι ντόπιοι δημοσιογράφοι υπόκεινται σε συνεχή παρακολούθηση από την αστυνομία.
Οι νόμοι της Σαουδικής Αραβίας είναι ιδιαίτερα περιοριστικοί και ασαφώς διατυπωμένοι, με σοβαρές κυρώσεις και αυθαιρεσίες. Οι αρχές μάλιστα έχουν το δικαίωμα να διορίζουν και να απολύουν αρχισυντάκτες στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης κατά βούληση.
Επίσης οι κανονισμοί απαιτούν την έγκριση της κυβέρνησης για τον διορισμό συντακτών, την διεξαγωγή “ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας” ή την “εμφάνιση οπτικού- ακουστικού υλικού» σε ιστοσελίδες, με τα κριτήρια να είναι ασαφή.
Στην Κούβα, όλα τα εξουσιοδοτημένα εγχώρια μέσα ενημέρωσης ελέγχονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο αναγνωρίζει την ελευθερία του Τύπου μόνο “σύμφωνα με τους στόχους της σοσιαλιστικής κοινωνίας”. Μάλιστα οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου υποχρεούνται να μπλοκάρουν ανάρμοστο περιεχόμενο. Η έκθεση μάλιστα αναφέρει πως «υποστηρικτές της κυβέρνησης μερικές φορές συγκεντρώνονται έξω από τα σπίτια επικριτικών δημοσιογράφων για να τους εκφοβίσουν».
Τέλος στην Λευκορωσία, φυλακίσεις, ταξιδιωτικές απαγορεύσεις και κατάσχεση εφημερίδων ε’ίναι μερικά μόνο από τα μέτρα που εφαρμόζονται εις βάρος των δημοσιογράφων, σύμφωνα με την έκθεση. Μάλιστα το 2010, ο πρόεδρος της χώρας Λουκασένκο υπέγραψε ένα νόμο για τη λογοκρισία στο Διαδίκτυο, δημιούργησε μια υπηρεσία για την εφαρμογή του νόμου, και τοποθέτησε τον γιο του επικεφαλής.