in

Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός. Του Χρήστου Λάσκου

Renato Guttuso, La Vucciria (1974)

Καρλ Πολάνυι, Ο μεγάλος μετασχηματισμός, Νησίδες, σελ. 290 (μετάφραση: Κώστας Γαγανάκης)

Ο μόχθος των φτωχών είναι ο θησαυρός των πλουσίων

Τζον Μπέλερς

Το κοινότοπο, έως μελό κι απλοϊκό, μότο, με το οποίο επέλεξα να ξεκινήσω τη σημερινή παρουσίαση ανήκει στον ηγέτη των Κουάκερων και διατυπώθηκε το 1688, την περίοδο της Ένδοξης Επανάστασης, όταν ήδη το ερώτημα «Τι να τους κάνουμε τους φτωχούς;» ήταν από τα πλέον ζέοντα.

Οι πρωτοφιλελεύθεροι είχαν αρχίσει ήδη την διαμόρφωση κυνικών απαντήσεων. Ο Ντιφόου για παράδειγμα παρουσίαζε σχετικό του πόνημα έχοντας στον τίτλο το μνημειώδες «…Απασχόληση των Φτωχών, Πληγή για το Έθνος», ενώ ο Μάντεβιλ εκθείαζε, μέσω μιας ηθικής παραδοξολογίας, τη ματαιοδοξία, τον φθόνο και την απόλυτη απληστία -αυτά θα έλυναν το πρόβλημα.

Αργότερα -και αφού είχαν μεσολαβήσει πολλές προσπάθειες «συντηρητικών» πρακτικών απαντήσεων- η λύση θα βρίσκονταν εκεί που μόνο οι «υλιστές» φιλελεύθεροι, που δεν είχαν προκαταλήψεις, θα μπορούσαν να τη βρουν: στην πείνα.

Η πείνα θα ήταν η λύση. Αυτή θα ρύθμιζε τα μεροκάματα, αυτή θα περιόριζε στα «φυσικά του όρια» τον πληθυσμό, αυτή, κυρίως, θα εξανάγκαζε τους φτωχούς να δουλέψουν, όπου η οικονομία, δηλαδή τα αφεντικά, είχαν ανάγκη.

Ο Πολάνυι, στον «Μεγάλο Μετασχηματισμό» παρακολουθεί αυτά τα θέματα και όσα αντίστοιχα προέκυψαν στο διάβα των νεωτερικών αιώνων, που έφεραν την πλήρη επικράτηση του καπιταλισμού από τον 19ο αιώνα κι έπειτα. Την πλήρη επικράτηση, δηλαδή, ενός πρωτοφανώς ιστορικά διαστροφικού συστήματος, που πίστεψε -όχι ανιδιοτελώς για τους προνομιούχους του- πως η ολοκληρωτική εφαρμογή της «αυτορρυθμιζόμενης αγοράς» σε όλα και παντού ήταν η λύση του ανθρώπινου ζητήματος. Για το οποίο η ορθή, φυσική(!), λύση ήταν η εμπορευματοποίηση των πάντων, ακόμη και όσων είναι εντελώς καταστροφικό μακροχρόνια να περάσουν στη σφαίρα του εμπορεύματος: η εργασία, η γη, το ίδιο το χρήμα.

Όμως, όπως από την πρώτη σελίδα διαπιστώνει ο Πολάνυι, «η ιδέα της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς αποτελούσε καθαρή ουτοπία. Ένας τέτοιος θεσμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει για μεγάλη χρονική διάρκεια, δίχως να εκμηδενίσει την ανθρώπινη και φυσική υπόσταση της κοινωνίας -θα οδηγούσε στη φυσική εξόντωση του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του».

Όταν γράφει ο Πολάνυι, το 1944, όλα αυτά -ο εκμηδενισμός, η φυσική εξόντωση- έχουν σχεδόν συμβεί. Ο αιώνας των καταστροφών μόλις που «το έσωσε», με την πολύ έντονη «σοσιαλιστική» παρέμβαση θεσμών και κοινωνικών ομάδων σε βάρος της «οικονομίας της αγοράς» -και της κοινωνίας που της αντιστοιχούσε. Ο επιβεβλημένος «περιορισμός» του καπιταλισμού ήταν που σταμάτησε, προσωρινά έστω, την αναπόφευκτη καταστροφή.

Ο «Μεγάλος Μετασχηματισμός» παρουσιάζει την πορεία αυτού του «πράγματος» (κάτι σαν το Thing του Στίβεν Κινγκ), αποδεικνύει την «νομοτελειακά» καταστροφική του για την ανθρωπότητα ροπή, περιγράφει με μοναδικό τρόπο όλες τις προσπάθειες αποτροπής του ή άμυνας των κοινωνιών απέναντί του. Ακόμη, αναλύει την ιστορία των ιδεών που κινήθηκαν παράλληλα, με εξαιρετικά εμβριθή τρόπο -ανάλογο ενός Μαρξ, ανώτερο ενός Βέμπερ.

Το καίριο ζήτημα είναι πως ο φιλελευθερισμός έχει αποδειχτεί ο μέγιστος εχθρός της ελευθερίας.

«Στην φιλελεύθερη οπτική, η ιδέα της ελευθερίας εκφυλίζεται σε μια προώθηση της ελεύθερης επιχείρησης» -και μόνο. Έστω και σε βάρος όλων των υπόλοιπων ελευθεριών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως η αυτορρυθμιζόμενη αγορά -το πιο αφύσικο πράγμα στον κόσμο- χρειάστηκε πρωτοφανή άσκηση κρατικής δύναμης προκειμένου να επιβληθεί. Ίσως, από μια επιχειρηματολογική ειρωνεία, επειδή είναι τόσο τεχνητή και τόσο αντίθετη στην «ανθρώπινη φύση», όπως εμφανίστηκε και με τα χαρακτηριστικά που μοιράστηκε στο 99% των ανθρώπινων κοινωνιών από την προϊστορία μέχρι και τον 19ο αιώνα, να μην μπορεί παρά μόνο με τις πλάτες ενός πανίσχυρου και ταγμένου κράτους να επικρατήσει και να διατηρηθεί στον χρόνο.

Έτσι, «[η] νίκη του φασισμού κατέστη αναπόφευκτη, επειδή οι φιλελεύθεροι παρεμπόδισαν όλες τις μεταρρυθμίσεις που περιλάμβαναν σχεδιασμό, ρύθμιση και έλεγχο» (σελ. 245). Παρεμπόδισαν, δηλαδή, όλες τις μεταρρυθμίσεις -με μανιακό, μάλιστα, τρόπο- που επιχειρούσαν να προστατεύσουν τους ανθρώπους και τη φύση, ακόμη και την ίδια την επιχείρηση, από τις εξακολουθητικές λαίλαπες που ρήμαζαν τον κόσμο επί σχεδόν μισό αιώνα. Υπερασπίστηκαν μέχρι τέλους τον κανόνα του χρυσού, την «δημοσιονομική σταθερότητα», την «εσωτερική υποτίμηση», την απόλυτη «ελευθερία του επιχειρείν». Ως αποτέλεσμα, «[η] τελική άρνηση της ελευθερίας, δηλαδή ο φασισμός, αποτελεί ουσιαστικό προϊόν της φιλελεύθερης φιλοσοφίας, που ισχυρίζεται πως εξουσία και εξαναγκασμός [της επιχείρησης] αποτελούν δεινά και η ελευθερία απαιτεί την απουσία τους από την ανθρώπινη κοινότητα». Που σημαίνει πως ο Μπέζος και ο Μασκ πρέπει να είναι απολύτως ελεύθεροι, ακόμη κι αν αυτό μετατρέπει σε ουσιαστικούς σκλάβους 5 δισεκατομμύρια συνανθρώπους τους.

Οι φιλελεύθεροι, μάλιστα, είναι έτοιμοι από καιρό να αρνηθούν ακόμη και το laissez faire στο μέτρο που αντιβαίνει την σωστή λειτουργία της αυτορρυθμιζόμενης αγοράς! Έτσι, π.χ., ποτέ δεν συγκατατέθηκαν στην αρχή της εργασιακής ένωσης και στη δημιουργία συνδικάτων, παρόλο που ποιος μπορεί να αρνηθεί πως το laissez faire επιτρέπει στον οποιονδήποτε εργαζόμενο να συνενωθεί ελεύθερα με οποιουσδήποτε άλλους προκειμένου να προωθήσουν κοινούς στόχους.

Όμως, όχι. Η ελευθερία πάνω από όλα, εκτός ενός -της αγοράς. Όταν η ελευθερία, όπως συμβαίνει συχνότατα, συγκρούεται με την αγορά, η τελευταία έχει δίκιο. Άρα, επιτρέπονται τα πάντα -και ο φασισμός. Όπως χαρακτηριστικά το έχει θέσει ο πατριάρχης του φιλελευθερισμού, ο Λούντβιγκ φον Μίζες, «ο φασισμός και τα συναφή κινήματα που σκόπευαν στην εγκατάσταση δικτατοριών  είχαν τις καλύτερες προθέσεις και η παρέμβασή τους προς στιγμήν έσωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό»[1].

Ο «Μεγάλος Μετασχηματισμός» είναι η μείζων αποδόμηση των ιδεών, των πρακτικών και της ιστορίας του φιλελευθερισμού. Αποδεικνύει πόσο πολύ η εφαρμογή των ιδεοληψιών του αποτελεί τη σίγουρη συνταγή ολοκληρωτικής καταστροφής της ανθρωπότητας και της Γης.

Σημειώνει, κάνοντας τον απολογισμό της δικής του εποχής:

«Ο πολιτισμός του 19ου αι. δεν καταστράφηκε από μια εξωτερική ή εσωτερική επιδρομή βαρβάρων. Η ζωτικότητά του δεν υπονομεύτηκε από τις καταστροφές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ούτε από την επανάσταση του επαναστατικού προλεταριάτου ή της φασιστικής μικρομεσαίας τάξης. Η αποτυχία του δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιων υποτιθέμενων νόμων της οικονομίας, όπως η πτώση του ποσοστού κέρδους, η υποκατανάλωση ή η υπερπαραγωγή. Η κατάλυσή του ήταν αποτέλεσμα μιας εντελώς διαφορετικής κατηγορίας αιτιών […] Εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως της Β. Αμερικής την εποχή των ανοιχτών συνόρων, η σύγκρουση της αγοράς με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις της οργανωμένης κοινωνικής ζωής προσέδωσε στον αιώνα μια ιδιαίτερη δυναμική και παρήγαγε τις χαρακτηριστικές εντάσεις και πιέσεις, που τελικά κατέστρεψαν την κοινωνία. Οι εξωτερικοί πόλεμοι απλώς επιτάχυναν την καταστροφή της […] Η πραγματική κριτική στην κοινωνία της αγοράς δεν έγκειται στο ό,τι βασιζόταν στην οικονομία -από μια άποψη όλες οι κοινωνίες στηρίζονται αναγκαστικά στην οικονομία- αλλά στο ό,τι η οικονομία της βασιζόταν στο ιδιωτικό συμφέρον. Μια τέτοια οργάνωση της οικονομικής ζωής είναι ολότελα αφύσικη» (σελ. 237). «Ανώμαλη». Διαστροφική, όπως είπαμε.

Και κάθε άλλο παρά απαιτείται προκειμένου να λειτουργεί μια εξαιρετικά εκμηχανισμένη, τεχνολογικά προηγμένη και  εξόχως παραγωγική κοινωνία. Ευτυχώς πρόλαβε να το αποδείξει ο Ρόμπερτ Όουεν, όσο κι αν οι φιλελεύθεροι προτιμούν να το ξεχνούν.

«Χιλιάδες άνθρωποι από ολόκληρη την Ευρώπη (ακόμη και από τις ΗΠΑ) επισκέφτηκαν το Νιού Λάναρκ, σαν να ήταν μια όαση του μέλλοντος, στην  οποία είχε επιτευχθεί το ακατόρθωτο μιας επιτυχημένης αλλά και ανθρώπινης εργοστασιακής επιχείρησης. Κι όμως, η εταιρεία του Όουεν πλήρωνε σημαντικά χαμηλότερους μισθούς από ό,τι οι γειτονικές πόλεις. Τα κέρδη του Νιού Λάναρκ πήγαζαν κυρίως από την  υψηλή παραγωγικότητα της εργασίας με μικρότερο ωράριο, προϊόν της άριστης οργάνωσης και της διάθεσης ξεκούραστων ανδρών, πλεονεκτημάτων που ξεπερνούσαν την αύξηση στους πραγματικούς μισθούς η οποία συγκαταλέγονταν στις προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς ζωής» (σελ. 168).

Μια μη καπιταλιστική, τεχνολογικά προηγμένη κοινωνία είναι καθόλα εφικτή και απαραίτητη προκειμένου να αποτραπεί η καπιταλιστική ολοκληρωτική καταστροφή.

Η οποία, για να έρθουμε στην εποχή μας, γρήγορα θα μετατραπεί σε αναπότρεπτη αν δεν υπάρξουν ριζικές αντικαπιταλιστικές παρεμβάσεις. Αν δεν υπάρξει, για να θυμηθούμε τον Μπένγιαμιν, η Επανάσταση, που θα αποτελέσει το φρένο πριν την κατάρρευση.

Το βιβλίο του Πολάνυι είναι μέσα στα 5-10 σημαντικότερα έργα κοινωνικής θεωρίας και έρευνας της νεωτερικής εποχής.

Δεν μπορεί παρά να είμαστε πραγματικά ευγνώμονες στις «Νησίδες» και τον Βασίλη Τομανά που μας έκανε ένα τόσο πολύτιμο δώρο. Και δεν είναι το μοναδικό.

[1] Καρλ Πολάνυι, Ο φασιστικός ιός, Τόπος, σελ. 25-26.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Loading…

0

Εκδήλωση του ΚΚΕ (μ-λ) στο Πάρκο των Εποχών για τα εργασιακά και τη συγκυρία

Η Κύπρος βιώνει το δικό της «2012». Του Θανάση Καμπαγιάννη