Το κακό με αυτό το υστερόγραφο είναι ότι ενώ θα ήθελα να το αφιερώσω στον υπέροχο Ρέη Μάνζαρεκ, τον κημπορντίστα των Doors που πέθανε πριν λίγες μέρες, θα ασχοληθώ πάλι με τις παρασκηνιακές δυναμικές γύρω από το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Όπως και να το δει κανείς, βασανίζουμε τον εαυτό μας για έναν Αμβρόσιο, ενώ καλλιτέχνες σαν τον Μάνζαρεκ συνόδευσαν τα καλύτερά μας χρόνια.
Ο γαλαξίας που φοβάται ή επιδιώκει να αποτρέψει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο υιοθετεί τις αναφορές στην ελευθερία με τον τρόπο που τις βλέπουμε σε κινήματα σαν το αμερικανικό Tea Party
Ας κάνω λοιπόν τούτη την άχαρη μετάβαση. Όσο περνούν οι μέρες γίνεται φανερό ότι με αφορμή την ανώμαλη κύηση του νόμου αναδύονται βαθύτερες διαθέσεις και ιδεολογικές προθέσεις. Η επίσημη δικαιολογία για τις «γενικόλογες διατάξεις» που «πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες» μοιάζει κωμική. Διότι η ίδια η γλώσσα των ανθρώπων της Νέας Δημοκρατίας στα κανάλια φανερώνει την έντονη δυσφορία που τους προκαλεί το ίδιο το θέμα. Και τούτη την εσωτερική κακοδιαθεσία επιχειρούν να την κρύψουν πίσω από τον υπερφιλελεύθερο ζήλο περί ελευθερίας του λόγου και της προσωπικής άποψης. Και μαζί τους εμφανίζονται και άλλοι γνωστοί άγρυπνοι φύλακες της ελευθερίας της γνώμης: ο Μητροπολίτης Αμβρόσιος, ομάδες κληρικών από την Αιγιαλεία και άλλοι, απροσδιόριστοι, κύκλοι της «Εκκλησίας και των ενόπλων δυνάμεων». Μόνο που στις δικές τους παρεμβάσεις διαβάζουμε το πώς εννοούν αυτή την ελευθερία. Ο γαλαξίας που φοβάται ή επιδιώκει να αποτρέψει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο υιοθετεί τις αναφορές στην ελευθερία με τον τρόπο που τις βλέπουμε σε κινήματα σαν το αμερικανικό Tea Party ή στην πρόσφατη εξέγερση εναντίον του νόμου για τον γάμο των ομοφυλοφίλων της κυβέρνησης Ολάντ.
Δεν αναφέρομαι εδώ στις θεμιτές και γόνιμες πολλές φορές ενστάσεις για την αποτελεσματικότητα παρόμοιων νομοθετικών παρεμβάσεων. Ούτε καν στις θεωρητικές και πολιτικές αμφιβολίες που έχουν εκφραστεί για πλευρές του σύγχρονου αντιρατσισμού. Ο οποίος αντιρατσισμός, εννοείται, δεν είναι ενιαίος ούτε υπακούει σε μία και μοναδική πολιτισμική λογική. Αυτά είναι ανοιχτά θέματα για συζήτηση και κριτικές διαφωνίες. Τι γίνεται όμως από τη στιγμή που η επίκληση της ελευθερίας της γνώμης συνδυάζεται με τις γνωστές ιερεμιάδες του αντι-διαφωτισμού; Για παράδειγμα, ενώ ένας αντιρατσιστικός νόμος υπηρετεί εντέλει την ελευθερία όλων στη σύγχρονη πολιτική κοινότητα, οι εχθροί του μιλούν μόνο στο όνομα της ελευθερίας του (δικού τους) Έλληνα. Του Έλληνα το γένος, συγκεκριμένα, τον οποίον βεβαίως αντιλαμβάνονται ως μια υπόσταση μεταφυσική με αγαθές ιδιότητες που ταξιδεύουν αναλλοίωτες στον χρόνο. Λογαριάζουν την ελευθερία με το παράδοξο ζύγι της «φύσης του Έλληνα», ο οποίος καλείται βεβαίως να αντισταθεί στις καθορισμένες, εκ των προτέρων, απειλές εναντίον της εθνικής του υπόστασης. Στο κείμενο διαμαρτυρίας του Αμβρόσιου, οι απειλές κατονομάζονται: οι σεξουαλικές παρεκκλίσεις, ο διεθνής αμερικανο-σιωνισμός, η λαθρομετανάστευση. Με άλλα λόγια, πίσω από την επίκληση στην αξία της ελευθερίας αναγνωρίζουμε τις επίλεκτες ερμηνείες της ριζοσπαστικής δεξιάς. Μια πολύ συγκεκριμένη θεώρηση για την «παρακμή» και την «υγεία» των λαών και των εθνών.
Με αυτό το ρεύμα γνώμης επιδιώκει να συντονιστεί, μέσα από διάφορες νομοτεχνικές δικαιολογίες, ο Αντώνης Σαμαράς και το περίφημο περιβάλλον του.
Ο λόγος είναι απλός: ο συντηρητικός κόσμος στην Ελλάδα διχάστηκε ψυχικά ως προς τα οικονομικά του Μνημονίου. Ένα σημαντικό του μέρος εδώ και χρόνια φαντάστηκε τον εαυτό του ως κόμμα αντίστασης στις κάθε λογής προδοσίες, πολιτισμικές, γεωστρατηγικές και οικονομικές. Το άλλο του τμήμα ακολουθεί, έστω βαρύθυμα, τον μνημονιακό νεοφιλελεύθερο «ρεαλισμό» και τις υποσχέσεις για επενδυτική άνοιξη μετά τον χειμώνα των θυσιών.
Το κλείσιμο του ματιού στη συνωμοσιολογική, «αντιστασιακή» Δεξιά είναι πολιτική στρατηγική με στόχους. Δεν πρόκειται απλώς για ασκήσεις εξισορρόπησης με μια αποκαμωμένη πολιτική πελατεία αλλά για κάτι σοβαρότερο, που πιστεύω ότι θα το βρίσκουμε διαρκώς μπροστά μας.
Πηγή: Η Αυγή