in

Ο λαός, η ένωση της Ευρώπης και η Αριστερά. Του Δημοσθένη Παπαδάτου- Αναγνωστόπουλου

Ο λαός, η ένωση της Ευρώπης και η Αριστερά. Του Δημοσθένη Παπαδάτου- Αναγνωστόπουλου

Η διαφαινόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές της Κυριακής υποχρεώνει τους αντιπάλους του να δοκιμάζουν, μέρες τώρα, επιχειρήματα που να διασκεδάζουν κάπως τις εντυπώσεις. Λέει ένα από αυτά: “Ακόμα και να κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, η δύναμη της Αριστεράς στην υπόλοιπη Ευρώπη θα είναι πιθανότατα πολύ μικρή. Άρα, τι σημασία έχει αυτή η νίκη;”.

Αξίζει, νομίζω, να μην προσπεράσουμε το ερώτημα. Και γιατί αυτοί που αναρωτιούνται είναι οι ίδιοι που επικαλούνται τον αρνητικό συσχετισμό στην Ευρώπη (τον οποίο εύχονται), κατονομάζοντάς τον ως αιτία που απαγορεύει την αλλαγή πολιτικής. Αλλά και για έναν πιο ουσιαστικό λόγο. Γιατί στις εκλογές της Κυριακής, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν “παίζει” μόνο για τον εαυτό του.

Ας το τονίσουμε: Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει τη νίκη στις ευρωεκλογές, τόσο για να φύγει το συντομότερο η πιο αντικοινωνική κυβέρνηση από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, όσο και γιατί ο ίδιος “παίζει” επίσης για τους εργαζόμενους και την Αριστερά ολόκληρης της Ευρώπης. Η νίκη του στην Ελλάδα, θα είναι και δική τους νίκη: μια ώθηση για την ευρωπαϊκή Αριστερά, που παραμερίζοντας εθνικές διαφορές, προσπαθεί για μια διαφορετική ένωση της Ευρώπης, πάνω σε ένα κοινό, σαφές και υπερπείγον πρόγραμμα: Ριζική αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου· αύξηση μισθών· μείωση των ωρών εργασίας· αποεμπορευματοποίηση σημαντικών τομέων της οικονομίας· ενίσχυση βασικών υποδομών και καθολική παροχή δημόσιων αγαθών· διαγραφή ιδιωτικού και δημόσιου χρέους· κοινωνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων. (1)

Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι επαναστατικό (ιδίως για όσους επαναστατικό θεωρούν το μάξιμουμ) – αλλά μπορεί να γίνει. Είναι δηλαδή η βάση για μια ριζική αντιπαράθεση με το “πρόγραμμα” του κεφαλαίου εν μέσω κρίσης – με τη στρατηγική δηλαδή που, παραμερίζοντας εθνικές διαφορές, αντί να αμβλύνει την επιθετικότητα του καπιταλισμού, για να προστατευτούν και να ανακουφιστούν οι πιο αδύναμοι μέσα στην κρίση, αμφισβητεί και επιδιώκει να “περιφράξει” ακόμα και τα πιο αναγκαία για τη ζωή τους: το νερό, την υγεία, τη στέγη, την εκπαίδευση, το περιβάλλον. Ας μην το ξεχνάμε: είναι για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής που άνθρωποι του κεφαλαίου αναλαμβάνουν σήμερα οι ίδιοι τις υποθέσεις τους, εκτοπίζοντας το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό και απειλώντας ό,τι απέμεινε να θυμίζει δημοκρατία. Το είδαμε πρόσφατα στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, από τον Πειραιά μέχρι τη Νέα Φιλαδέλεφια κι από το Βόλο ως την Ιερισσό.

***

Όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στην Ευρώπη, η Αριστερά ξέρει τι θέλει να κάνει. Αυτό που  χρειάζεται είναι τα ισχυρά μέσα για να το επιβάλει: αφενός μια ισχυρή κοινωνική δυναμική που να αναλάβει την προώθηση αυτού του προγράμματος και, αφετέρου, ισχυρά κόμματα που να επωμιστούν τις “οργανωτικές” προϋποθέσεις και την ενθάρρυνση αυτής της δυναμικής.

Χρειάζεται, όμως, και μια νέα γλώσσα, με την οποία θα ενισχύσει τους κοινωνικούς της δεσμούς. Χωρίς αυτούς τους δεσμούς, από τον πιο άμεσο εκλογικό σχεδιασμό και την κυβέρνηση της Αριστεράς στην Ελλάδα, ως την ανατροπή των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών στην Ευρώπη, όλα είναι στον αέρα. Ας ακούσουμε επ’ αυτού τον Αλαίν Μπαντιού:

Αν αναζητούμε τον τρόπο με τον οποίο θα επιβάλουμε μια σοβαρή οπισθοχώρηση στις αντιδραστικές δυνάμεις [θα] τον βρούμε στην πειθαρχημένη συμμετοχή σε μια κοινή ιδέα και στη χρήση μιας ομογενούς γλώσσας που θα διαδίδεται σιγά σιγά.

[…] Πρέπει να δούμε καθαρά τις ποικίλες χρήσεις της λέξης ‘λαός’ […] Η πρώτη, η πιο προφανής, είναι εκείνη που επικυρώνει μια κλειστή ταυτότητα ρατσιστικού ή εθνικού τύπου [και] απαιτεί την οικοδόμηση ενός δεσποτικού κράτους […] Η δεύτερη, πιο διακριτική, είναι εκείνη που υπάγει την αναγνώριση του ΄λαού’ σε ένα κράτος, το οποίο θεωρούμε νόμιμο και αγαθοεργό […] από το γεγονός και μόνο ότι οργανώνει την ανάπτυξη, όταν μπορεί, και σε κάθε περίπτωση, τη συνέχιση μιας μεσαίας τάξης ελεύθερης να καταναλώνει [και] να λέει ό,τι θέλει, με την προϋπόθεση ότι αυτό που λέει δεν έχει καμία επίπτωση στον γενικό μηχανισμό. [Ας] πούμε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε το λαό-φυλή, ενώ στη δεύτερη αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε λαό-μεσαία τάξη

[…] “Ο ‘λαός’ είναι μια λέξη που αποκτά όλη την [θετική] αξία της είτε στις μεταβατικές περιπτώσεις των εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων, είτε στις περιπτώσεις των κομμουνιστικών πολιτικών, που ανέκαθεν έχουν σαν στρατηγική νόρμα αυτό που αποκαλούν ‘απονέκρωση του κράτους” (2)

Αξίζει να προσέξουμε το επιχείρημα, πρώτα απ’ όλα κατά το προφανές: η πολιτική γλώσσα που φιλοδοξεί να κινητοποιήσει, και εν προκειμένω οι διάφορες επικλήσεις του λαού, δεν είναι ποτέ χωρίς συνέπειες. Όχι για τους λόγους που υπαινίσσεται συχνά ένας αριστοκρατικός αντιλαϊκισμός, αλλεργικός σε κάθετί το λαϊκό. Αλλά γιατί οι χρήσεις του “λαού” (όπως και οι καταχρήσεις της “πατρίδας”) επιδιώκουν και δημιουργούν κοινωνικές δεσμεύσεις που, αναπόφευκτα, συνδέονται με τις τάξεις και το κράτος· χωρίς σκέψη και πράξη πάνω σ’ αυτά, καμιά στρατηγική δεν μπορεί να ευδοκιμήσει απευθυνόμενη γενικώς προς τους “πολίτες”, τους “έλληνες”, την “πατρίδα”. Μάλλον γι’ αυτό, εξάλλου, οι Μαρξ και Ένγκελς απέφυγαν επιμελώς να γράψουν το Πατριωτικό Μανιφέστο, αφήνοντας τη δουλειά αυτή για τους αντιπάλους τους.

***

Στο βαθμό που αναλαμβάνει μια δύσκολη προοσπάθεια, και που δεν παίζει μόνο για τον εαυτό του, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι (οφείλει να είναι) ενήμερος για τις συνέπειες της πολιτικής του ρητορικής και την ανάγκη μιας νέας “γλώσσας” για την Αριστερά της εποχής μας. Την επίγνωση αυτή επιβεβαιώνουν οι άνθρωποί του με διάφορους τρόπους: η συστηματική κριτική του Λάσκου στις σκανδαλώδεις κρατικές εύνοιες (αλλά και τις παραχωρήσεις της Αριστεράς) στον καθεστωτικό “λαό-μεσαία τάξη”, η συνεπής αντιπαράθεση του Χριστόπουλου και της Χριστοδουλοπούλου με τις αυταρχικές αξιώσεις του λαού-φυλή που εκπροσωπεί η Ακροδεξιά, η παραδειγματική μάχη που δίνει μέρες τώρα η Μανώλη με τις καθαρίστριες στο υπουργείο Οικονομικών μέχρι τη δικαίωσή τους, είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν “πρακτικά” πως ο ΣΥΡΙΖΑ εννοεί και κάνει ήδη αυτά που λέει. Το εννοεί, δηλαδή, ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν θα είναι συνέχεια της πεπατημένης, αλλά αντίθετα, μια ασυνέχεια στο κράτος με όχημα την κοινωνία, και βασική μέριμνα για τα πιο εκμεταλλευόμενα τμήματά της.

Ενδεχομένως οι ευαισθησίες αυτές να μοιάζουν ακατανόητες για τους “πρακτικούς” της επικοινωνίας ή τους “τεχνικούς” της πολιτικής που ηγούνται των προεκλογικών εκστρατειών των κομμάτων. Αλοίμονο, όμως, αν αναθέταμε σ’ αυτούς τη στρατηγική μας – εν μέσω μάλιστα μιας αναμέτρησης που, όπως δικαίως ισχυριζόμαστε, αφορά την ίδια μας τη ζωή.

(1)   Βλ. σχετικά Χρήστος Λάσκος, Κρίση και αριστερή πολιτική, νήσος-Red Notebook, 2014

(2)     Αλαίν Μπαντιού, “Η σύγχρονη αδυναμία” (μτφρ.: Γιάννης Αλμπάνης), στο: Μαρία Κακογιάννη (επιμ.), Το ελληνικό σύμπτωμα, νήσος 2014

Φωτογραφία: ( Άγγελος Καλοδούκας) Οι καθαρίστριες ξανακαταλαμβάνουν το υπουργείο Οικονομικών 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Απολύθηκε σύμβουλος του Ερντογάν που κλώτσησε διαδηλωτή στη Σόμα

Υπό κράτηση η πρώην πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης