Louis Althusser, Για την αναπαραγωγή -Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, Εκτός Γραμμής 2025, σελ. 480
Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα
Βλαντίμιρ Λένιν
Η φράση του Λένιν υπήρξε οδηγός για τον Αλτουσέρ, σε όλη τελικά τη θεωρητική διαδρομή του. Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα. Είναι κρίσιμο, λοιπόν, ζήτημα -ζωής ή θανάτου- για την εργατική επανάσταση η θεωρητική δουλειά.
Ο Αλτουσέρ καταχωρίζεται ως φιλόσοφος. Πράγμα που δεν αρνείται ο ίδιος. Άλλωστε, μια από τις μεγαλύτερες έγνοιες του ήταν να γράψει ένα φιλοσοφικό εγχειρίδιο για χρήση των εργατών. Από πήγαζε αυτή η μέριμνα; Επρόκειτο μόνο για την προσφορά της δυνατότητας για μια, αναμφισβήτητα ψυχωφελή, δραστηριότητα σε ανθρώπους, που άξιζαν κι αυτοί μια τέτοια ευκαιρία; Όπως θα ήταν εξίσου μια εκπαίδευσή τους σε επιστημονικά αντικείμενα για την απόκτηση επιστημονικού εγγραμματισμού; Επρόκειτο, δηλαδή, για μια αναζήτηση εξισωτικής αντιμετώπισης της εργατικής τάξης σε σχέση με τους εκμεταλλευτές της -όσο αυτό ήταν δυνατό σε καπιταλιστικές συνθήκες; Εν τέλει, το ζήτημα ήταν να «μάθουν οι εργάτες γράμματα» -και, ίσως, τα σωστά γράμματα;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια τέτοια επιθυμία ενυπήρχε στη δουλειά του Αλτουσέρ. Όλοι οι καλοί εκπαιδευτικοί θέλουν «να μάθουν γράμματα» αυτοί, τους οποίους διδάσκουν. Στην περίπτωσή του, όμως, υπήρχε και κάτι πολύ περισσότερο.
Όπως υποστήριζε, η φιλοσοφία ήταν ένα «πεδίο μάχης». Στην πραγματικότητα, η φιλοσοφία ήταν ταξική πάλη στον χώρο της θεωρίας. Η φιλοσοφική εργασία παραγωγής και διάδοσης, είχε, επομένως, μια -άμεση, σχεδόν- πολιτική αξία.
Η ταξική τοποθέτηση στο θεωρητικό πεδίο ήταν και παραμένει sine qua non προϋπόθεση για την πολιτική πάλη του εργατικού κινήματος. Την πάλη για τον κομμουνισμό. Η οποία, για να είναι πολιτικά αποτελεσματική, θα πρέπει να δίνεται και στο ιδεολογικό πεδίο.
Δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα χωρίς επαναστατική θεωρία. Δεν υπάρχει επαναστατική θεωρία παρά μόνο και πάντοτε σε κατάσταση αγώνα, ο οποίος είναι, με βαρύνοντα τρόπο, και φιλοσοφικός.
Το βιβλίο Για την αναπαραγωγή -που δεν εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του Αλτουσέρ- συνιστά μια σαφή παρέμβαση στην πολιτική συγκυρία της εποχής. Γράφτηκε το 1969, λίγο μετά τον Μάη του ’68, στο πλαίσιο, δηλαδή, μιας περιόδου, όπου είχε τεθεί το ίδιο το ζήτημα της επανάστασης με έναν ιδιόρρυθμο, αλλά εμφατικό, τρόπο. Η εξέγερση του Μάη, μέρος ενός πρωτοφανώς παγκόσμιου κινήματος -ακόμα και σε σχέση με το παγκόσμιο 1848-, ήταν, στα μάτια του Αλτουσέρ, μια εργατική έκρηξη. Αυτό της έδινε το ισχυρό επαναστατικό δυναμικό της. Αλλά, μαζί, ήταν και μια νεανική, φοιτητική και μαθητική, εξέγερση, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό -καθόλου δευτερεύον.
Τον Μάη του ’68 στη Γαλλία -και όχι μόνο- είχαμε την εμπειρία της έκρηξης, στο εσωτερικό ενός Ιδεολογικού Μηχανισμού του Κράτους, ενός μοναδικού κινήματος, που έθεσε σε ριζική αμφισβήτηση έναν καίριο άξονα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, ως ο κυρίαρχος κρατικός Ιδεολογικός Μηχανισμός, δέχτηκε μια ολοκληρωτική επίθεση, μια επίθεση επαναστατικού χαρακτήρα.
Αυτό συνιστούσε μια καινούργια πραγματικά ποιότητα. Που έδινε στον Αλτουσέρ την δυνατότητα να πει:
“Μπαίνουμε σε έναν αιώνα που θα γνωρίσει τον θρίαμβο του κομμουνισμού σε ολόκληρη την υφήλιο […] [Η] Επανάσταση βρίσκεται από τώρα κιόλας στην ημερήσια διάταξη. Μέσα σε μια εκατονταετία, ή ακόμα και σε μια πεντηκονταετία, η όψη του κόσμου θα έχει αλλάξει: Η Επανάσταση θα έχει επικρατήσει σε ολόκληρη την υφήλιο” (σελ. 65).
Στο πλαίσιο αυτής της «πρόγνωσης», μια ερευνητική ομάδα, στην οποία συμμετείχε ο Αλτουσέρ, ανέλαβε να συντάξει μια συλλογική εργασία για την θεωρία της σχολικής φοίτησης στην καπιταλιστική κοινωνία. Να διαμορφώσει μια θεωρία για την σχολική «μορφή» και τον εκπαιδευτικό «μηχανισμό».
Ο στόχος της ομάδας δεν υλοποιήθηκε με τον τρόπο, που είχε προγραμματιστεί. Ωστόσο, υπήρξαν σοβαρά ερευνητικά αποτελέσματα. Οι Μποντλό και Εσταμπλέ δημοσίευσαν αργότερα το εξαιρετικά επιδραστικό βιβλίο τους Το καπιταλιστικό σχολείο στη Γαλλία, ο Μισέλ Τορ τον Δείκτη Νοημοσύνης, ενώ και ο Μπαλιμπάρ παρήγαγε έργο, που σίγουρα ευνοήθηκε από την ερευνητική αυτή εμπειρία.
Σε αυτήν την συνθήκη, ο Αλτουσέρ έγραψε το Για την αναπαραγωγή. Εδώ, όπως λέγεται στο Σημείωμα της ελληνικής έκδοσης, συγκεντρώνεται το σύνολο της ερευνητικής εργασίας που, στον απόηχο του Μάη του ’68, θα παραγάγει ορισμένες από τις πιο επιδραστικές και κρίσιμες θεωρητικές του συνεισφορές: το περίγραμμα μιας υλιστικής θεωρίας της ιδεολογίας, αφενός, και τις βασικές γραμμές μιας νέας μαρξιστικής θεωρίας για την κρατική εξουσία, με επίκεντρο την θεωρητική πρόταση των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους, αφετέρου.
Ο Αλτουσέρ θα στρωθεί στη δουλειά με την αίσθηση του επείγοντος. Επιχειρώντας να βοηθήσει στην κάλυψη ενός μείζονος θεωρητικού κενού, στην δημιουργία μιας θεωρίας με αντικείμενο τους θεσμούς, «από τους οποίους εφόρμησε η εξεγερμένη νεολαία του Μάη, για να δώσει τελικά πρωτόγνωρη ώθηση στον συνολικό ταξικό σχηματισμό» (Σημείωμα).
Το βιβλίο, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν εκδόθηκε παρά, μετά τον θάνατο του συγγραφέα του, 26 χρόνια έπειτα από τη συγγραφή του. Εν τω μεταξύ, όμως, ήδη το 1970, θραύσματά του -με πολλά αποσιωπητικά, ανάμεσα- συγκρότησαν ένα άρθρο, που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο διάσημα και επιδραστικά κείμενα του «Δυτικού Μαρξισμού». Επρόκειτο για το άρθρο, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση La Pensée, με τίτλο Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους.
Έχει γίνει, νομίζω, σαφές γιατί «το ζήτημα της ιδεολογίας» εμφανίστηκε ως μείζον στη συγκεκριμένη συνθήκη: μείζον φιλοσοφικά, μείζον πολιτικά. Γιατί, εκτός των άλλων, όπως σημείωνε ο Αλτουσέρ, είναι -και εμπειρικά- γνωστό πως
“[η] ιδεολογική (η λεγόμενη ιδεολογική) πάλη, δηλαδή η ταξική πάλη [σε αυτήν τη βαθμίδα] προηγείται κατά γενικό κανόνα των δεδηλωμένων μορφών της πολιτικής πάλης, και μάλιστα προηγείται κατά πολύ” (σελ. 295).
Σα να λέμε, δηλαδή, πως, κατά κάποιον τρόπο, «η ιδεολογία έρχεται πρώτη». Αν, όπως δείχνει η ιστορία, η οικονομική πάλη είναι η πιο σημαντική και η πολιτική η καθοριστική για τη μετάβαση, η ιδεολογική «προηγείται». Σα να στρώνει το έδαφος.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως εδώ παίζεται κάτι πολύ σημαντικό. Η ιδεολογία έχει καίρια σημασία για την επανάσταση.
Τι είναι, όμως, η ιδεολογία;
Ο Αλτουσέρ θα υποστηρίξει πως η ιδεολογία δεν είναι «ιδέες»· ούτε «κοσμοαντιλήψεις». Η ιδεολογία έχει καθόλα υλική ύπαρξη. Υπάρχει πάντα σε έναν υλικό μηχανισμό και στην πρακτική του ή στις πρακτικές του. Οι πρακτικές ρυθμίζονται από τελετουργικά εντός των οποίων και μόνο αποκτούν υπόσταση· και μαζί τους αποκτά υπόσταση και η ιδεολογία.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα την θρησκευτική πίστη (κάθε πίστη είναι θρησκευτική). Ας ακολουθήσουμε τον Πασκάλ. Λέει πάνω κάτω ο Πασκάλ:
«Γονατίστε, προσευχηθείτε με τα χείλη, και θα πιστέψετε».
Γονατίστε -ακουμπήστε το γόνατο στο έδαφος. Υλικότατο.
Προσευχηθείτε –«με τα χείλη». Υλικότατο
Πιστεύετε. «Πνευματικότατο».
Δεν είναι, μας λέει ο Πασκάλ, οι «ιδέες» μου, η πίστη μου, που με κάνει να γονατίζω και να προσεύχομαι. Το αντίθετο ισχύει: πρώτα οι πρακτικές και τα τελετουργικά, μετά οι ιδέες.
Να συνοψίσουμε μαζί με τον Αλτουσέρ:
“Θα πούμε λοιπόν, αναφορικά με ένα μόνο υποκείμενο (το τάδε άτομο), ότι η ύπαρξη των ιδεών της πίστης είναι υλική, με την έννοια ότι οι ιδέες του είναι οι υλικές πράξεις του, που είναι ενταγμένες σε υλικές πρακτικές, οι οποίες υλικές πρακτικές ρυθμίζονται από υλικά τελετουργικά, που αυτά τα ίδια ορίζονται από τον υλικό ιδεολογικό μηχανισμό, στον οποίο εμπίπτουν […] οι ιδέες αυτού του υποκειμένου” (σελ. 334).
«Αναφορικά με ένα υποκείμενο». Πολύ σημαντική φράση.
Η ιδεολογία αφορά κάτι σχετικά με το υποκείμενο. Τι κάνει; Η ιδεολογία, λοιπόν, εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα.
Κάποιος με φωνάζει: «Έ, εσύ». Με «στρατολογεί» έτσι και με «μετασχηματίζει» από «άτομο» σε υποκείμενο. Με κάνει να αναγνωρίζω την προδηλότητα να είμαι υποκείμενο. Είναι πρόδηλο πως είμαι υποκείμενο.
Είμαι υποκείμενο. Που σημαίνει πως «δρω από μόνος μου». Ό,τι κάνω, το κάνω ασκώντας την πρόδηλη ελευθερία μου. Η οποία, με όλους τους αντικειμενικούς και αδήριτους περιορισμούς, δεν μου στερεί την ιδιότητα του υποκειμένου.
Ο Αλτουσέρ δείχνει πως η παραδοσιακή αντίληψη για την ιδεολογία ως ψευδή συνείδηση, ως απόκρυψη της πραγματικότητας, είναι, από ένα σημείο κι έπειτα, παραπειστική. Η ιδεολογία δεν θέτει το άτομο σε μια θέση παθητική, κυρίως. Αντίθετα, του προσδίδει «ενεργητικότητα». Η αναγνώριση -και, μόνο μέσω αυτής, η παραγνώριση- είναι μια ενεργός ανταπόκριση, όχι μια απλή υποταγή.
Επιπλέον, η ιδεολογία είναι μια συνθήκη, μέσα στην οποία οι άνθρωποι ζουν και θα ζουν πάντοτε. Οι εγκλήσεις αλλάζουν περιεχόμενο, αλλά είναι καταστατικές μορφές του κοινωνικού. Η ιδεολογία δεν έχει ιστορία. Όπως και το φροϋδικό ασυνείδητο. Το οποίο, επίσης, δεν έχει ιστορία. Το οποίο είναι αιώνιο. Για τον Αλτουσέρ, η ιδεολογία συνδέεται με το ασυνείδητο -όχι με την «συνείδηση». Γι’ αυτό δεν έχει ιστορία.
Η ιδεολογία δεν έχει ιστορία. Η ιδεολογία έχει υλική ύπαρξη. Η ιδεολογία «κατασκευάζει» υποκείμενα, εγκαλώντας τα ως τέτοια.
Είναι προφανής η εξαιρετική πρωτοτυπία της παρέμβασης του Αλτουσέρ. Έκτοτε, δεν μπορεί να υπάρξει θεωρητική συζήτηση για την ιδεολογία χωρίς να προσφεύγει στην αλτουσεριανή συμβολή.
Αλλά και η μαρξιστική έρευνα για την κρατική εξουσία και τους κρατικούς μηχανισμούς -τον κατασταλτικό και τους ιδεολογικούς- έχει κερδίσει πολλά.
Το Για την αναπαραγωγή, από θραύσματα του οποίου φτιάχτηκε, όπως είπαμε, ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα στην ιστορία του μαρξισμού είναι πραγματικά ανεξάντλητο. Εκτός από τα σχετικά με την ιδεολογία, αναπτύσσει μια εξαιρετικά συστηματική προσέγγιση αναφορικά με τον τρόπο παραγωγής, τις παραγωγικές δυνάμεις και τις σχέσεις παραγωγής, τους όρους της αναπαραγωγής τους, την αναπαραγωγή ειδικά των παραγωγικών σχέσεων, με την πρωτοκαθεδρία τους πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, την Υποδομή και την Υπερδομή, το Δίκαιο, το κράτος. Αναλύει ειδικά κάποιους από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, όπως τον πολιτικό και τον συνδικαλιστικό. Αφιερώνει μια μοναδική επεξεργασία στον κυρίαρχο -στην εποχή του, τουλάχιστον- ιδεολογικό μηχανισμό, το Σχολείο.
Δείχνει πώς, στο εσωτερικό των μηχανισμών, εμφανίζονται, εκτός από την πρωτεύουσα κυρίαρχη, και δευτερεύουσες ιδεολογίες, ιδεολογικοί υποσχηματισμοί, στους οποίους μπορεί να αποτυπώνεται η εργατική ταξική πάλη. Πώς τμήματα αυτών των μηχανισμών παρέχουν στην εργατική τάξη μια θέση εξαίρεσης, μια ανταγωνιστική θέση: το επαναστατικό κόμμα και το ταξικό συνδικάτο είναι ενδεικτικά παραδείγματα.
Πάντα, ωστόσο, σε θέσεις εξαίρεσης.
Γι’ αυτό, κιόλας, το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να βρίσκεται, κατά βάση, «έξω από το κράτος». Να διατηρεί, όπως και η τάξη, της οποίας τμήμα είναι, την αυτονομία του -η μέγιστη (στρατηγικής σημασίας) απαίτηση.
“Χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτό το σημείο, δεδομένου ότι τα περισσότερα δυτικά κομμουνιστικά κόμματα δηλώνουν σήμερα «κόμματα διακυβέρνησης». Ακόμα κι αν τύχει σε ένα κομμουνιστικό κόμμα να συμμετέχει (και μπορεί να είναι ορθό να το κάνει σε ορισμένες δεδομένες περιπτώσεις), εντούτοις δεν μπορεί επ’ ουδενί να ορίζεται ως «κόμμα διακυβέρνησης», είτε πρόκειται για μια κυβέρνηση υπό αστική ταξική κυριαρχία είτε [ακόμα] για μια κυβέρνηση υπό προλεταριακή ταξική κυριαρχία […] [Δ]ιότι αν είναι κόμμα διακυβέρνησης τότε είναι κόμμα του κράτους” (σελ. 394).
Δεν είναι προφανώς εντελώς επίκαιρα όλα αυτά;
Ο Αλτουσέρ κλείνει στην εισαγωγή του με την απαίτηση προς τους αναγνώστες -που αποδίδει στο Μαρξ, αν και πρόκειται για το κεντρικό σύνθημα του Διαφωτισμού- «να σκέφτονται από μόνοι τους». Sapere aude, που έλεγε και ο Καντ.
Το βιβλίο είναι μια πραγματική μηχανή σκέψης. Σκέψης, που μπορούμε να την δουλέψουμε από μόνοι μας.
Και, αντίθετα με όλες τις, όχι πάντοτε άδικες, φήμες για τον συγγραφέα, το βιβλίο είναι εύληπτο, στρωτό κι ευχάριστο.
Πρόκειται για μια ακόμη μεγάλη προσφορά στην ελληνική αριστερά από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής, σε μια ακόμη εξαιρετική μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου.
ΥΓ. Είναι γνωστό πως ο αλτουσερικός «δομισμός» έχει πολλές φορές «κατηγορηθεί» πως, με τη δομιστική του αυστηρότητα, δεν επιτρέπει καμιά δυνατότητα σύλληψης του μετασχηματισμού -σαν να είναι η δομή αιώνια.
Ωστόσο, όπως, σωστά πιστεύω, σημειώνει ο Μπιντέ, το Για την αναπαραγωγή, σε αντίθεση με το διάσημο άρθρο της Pensée, “καθιστά εμφανή μια στενή σύνδεση ανάμεσα στην θέση του Αλτουσέρ για την ιδεολογία (και το οπλοστάσιό της) και στην ιδέα που σχηματίζει για την πορεία της νεότερης ιστορίας. Αυτό είναι κάτι απολύτως εύλογο. Μια θεωρία της δομικής αναπαραγωγής έχει επακόλουθο μια θεωρία για τον μετασχηματισμό της δομής, με άλλα λόγια επιχειρεί να δείξει τους αμετάβλητους όρους εντός των οποίων επέρχεται η μεταβολή, η οποία τελικά θέτει τέλος στο αμετάβλητο” (σελ. 37)

