Όπως και όλες τις προηγούμενες Κυριακές, έτσι και την χθεσινή, η αγορά ήταν ανοικτή μόνο για… τους εργαζόμενους στα καταστήματα. Η επιμονή με την οποία επιβάλλεται το μέτρο, είναι αξιοθαύμαστη και επιβεβαιώνει το παλαιό ρητό που διαπιστώνει ότι «αν η πραγματικότητα είναι διαφορετική από τις επιθυμίες μας τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα».
Μπορεί, για παράδειγμα, ο πρόεδρος του εμπορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης να διαπιστώνει ότι ο τζίρος των εμπορικών ήταν αυτός μιας καθημερινής μέτριας ημέρας –πόσο πιο ευγενικά μπορεί να περιγραφεί η αποτυχία;- αλλά αυτό δεν πτοεί όσους θέλουν να επιβάλλουν τον σχεδιασμό με κάθε τρόπο.
Το άνοιγμα των εμπορικών τις Κυριακές δεν είναι αποτέλεσμα μιας κοινωνικής ανάγκης αλλά καθαρή επιβολή μιας νέας κοινωνικής συνθήκης. Ούτε λίγο ούτε πολύ, αν συνηθίσει ο κόσμος να βρίσκει ανοιχτά τα μαγαζιά, τότε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην εργάζονται και όλοι οι υπόλοιποι, όσοι τέλος πάντων έχουν δουλειά ή απλώς… απασχολούνται.
Ρωτώντας όσους βολτάρουν στην αγορά και κοιτάνε τις βιτρίνες, μαθαίνεις ότι μπορεί να μην αγοράζουν, διότι δεν χρειάζονται τίποτα ή δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν όσα επιθυμούν απαντούν όμως με ύφος αφελούς πτηνού ότι κάνουν την βόλτα τους και… «χαζεύουν». Το «χαζεύω» δεν είναι ένα τυχαίο ρήμα. Το «χαζεύω» είναι ο στόχος. Σε θέλουν να «χαζεύεις». Κι αν «χαζέψεις» ο στόχος έχει κατακτηθεί. Είναι η ακραία αποδοχή της βλακείας ως μέσου για να κατακτήσεις την νιρβάνα και την έκσταση της ζωής.
Κανένας από όσους θέλει την αγορά ανοικτή τις Κυριακές δεν έχει ένα επιχείρημα της προκοπής, αλλά έχουν μια εμμονή, ένα μνησίκακο πείσμα, στις δηλώσεις τους. Είναι κυρίως αργόσχολοι συνταξιούχοι που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με τον εαυτό τους και επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους, σπάνε την πλήξη τους, πηγαίνοντας στο σούπερ μάρκετ να αγοράσουν μια οδοντόκρεμα, μια εξάδα αυγά, χαρτομάντηλα ή ένα κοτόπουλο που θα μαγειρέψουν την Δευτέρα. Τη Δευτέρα, δεν ξέρουν τι θα κάνουν, ωστόσο κάνανε το μηδενικό τους Κυριακάτικα. Αν τους ρωτήσεις, βέβαια, αν θέλουν να δουλεύουν και τα παιδιά τους τις Κυριακές, θα στραβομουτσουνιάσουν μόνο, γιατί τους χάλασες τη διάθεση και τους θυμίζεις κάτι που δεν θέλουν καν να σκεφτούν.
Η ανοιχτή αγορά είναι επιπλέον, από μόνη της, μια παραζάλη ευτυχίας. Κινείσαι ανάμεσα σε άλλους «ευτυχείς» οι οποίοι συναντούν το νόημα της ζωής τους στη διαρκή επάρκεια αντικειμένων στα ράφια, που δεν τα χρειάζονται, αλλά υπάρχουν ή τα χρειάζονται και δυνάμει μπορούν να τα αποκτήσουν. Τα μαγαζιά πρέπει να είναι ανοικτά γιατί αν είναι κλειστά κάποιος μεγάλος κίνδυνος καραδοκεί. Η κλειστή αγορά είναι μια δυστοπία. Με κλειστή αγορά είσαι μια μύγα εγκλωβισμένη σε κρύο χυλό.
Η ανοιχτή αγορά είναι το ψέμα ότι ο κόσμος κινείται όπως θα ήθελε ο μικροαστός να λειτουργεί το σύστημα. Η παραγωγή και η κατανάλωση ολοκληρώνουν τον αγαθό τους κύκλο. Κάποιοι μπορούν να παράγουν και κάποιοι μπορούν να καταναλώνουν. Αξία έχει και αξία δίνει ότι επιτρέπει το κέρδος. Είναι η αρχή των γκάνγκστερ με επίσημο ρούχο. Η μαφία κάνει επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις αποκτούν μαφιόζικο χαρακτήρα επικουρούμενες από τις κρατικές αρχές που προστατεύουν τις επιχειρήσεις από τους διαμαρτυρόμενους.
Κι αν ο τζίρος αποδεικνύεται τζίφος μικρή σημασία έχει. Η ανοιχτή αγορά τις Κυριακές είναι η διαδικασία να πιστεύεις ότι η τεχνητή αναπνοή θα δώσει ζωή σε μια κούκλα.
