[Στις 6 Ιανουαρίου συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από τον θάνατο της διοικήτριας Ραμόνα, μιας εμβληματικής μορφής του ζαπατιστικού κινήματος. Η Ραμόνα, ιθαγενής Τσοτσίλ, συμμετείχε στον EZLN από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του, και αργότερα ήταν μέλος της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής, του ανώτατου πολιτικοστρατιωτικού οργάνου του EZLN. Αγωνίστηκε για την ισότητα των γυναικών και ήταν από τις συντάκτριες του Επαναστατικού Νόμου των Γυναικών, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται στις ζαπατιστικές κοινότητες ήδη πριν την εξέγερση του 1994 και αναγνώριζε ίσα δικαιώματα και σεβασμό των γυναικών στη συμμετοχή τους στην οικογένεια και τη ζωή της κοινότητας, στην εργασία, στην αυτοδιάθεση του σώματός τους, στην υγεία και στην εκπαίδευση, καθώς και στην ένταξή τους στις πολιτικές και στρατιωτικές δομές του κινήματος. Το άρθρο της Gloria Muñoz Ramirez δημοσιεύθηκε στη μεξικανική εφημερίδα La Jornada τον Ιανουάριο του 2006, λίγο μετά τον θάνατο της διοικήτριας Ραμόνα.]
Εκείνη τη νύχτα του Οκτωβρίου του 1996, τα μάτια της έκλειναν από την κούραση. Στο μικρό και λιτό δωμάτιό της μέσα στον καθεδρικό ναό του Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, η διοικήτρια Ραμόνα δεν καταλάβαινε γιατί υπήρχε τόσος κόσμος έξω που την επευφημούσε, της τραγουδούσε σερενάτες και της έφερνε λουλούδια όλη τη νύχτα. «Δεν ξέρω γιατί με αγαπάνε», μου είπε με ένα δειλό χαμόγελο, καθισμένη στην άκρη ενός μονού κρεβατιού, σφίγγοντας στα μελαμψά της χέρια ένα τριαντάφυλλο από γκοφρέ χαρτί που της είχε προσφέρει το πρωί ο υποδιοικητής Μάρκος στην κοινότητα Λα Ρεαλιδάδ καθώς την αποχαιρετούσε.
Η Ραμόνα αγωνίστηκε για περισσότερα από είκοσι χρόνια στις γραμμές του Ζαπατιστικού Στρατού για την Εθνική Απελευθέρωση (EZLN), ως μέλος της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής (CCRI), του συλλογικού και ανώτατου οργάνου της ζαπατιστικής οργάνωσης. Έκπληκτη και νευρική, κουβαλούσε στις πλάτες της τη μεγάλη ευθύνη να είναι η πρώτη ζαπατίστα που έσπασε τον στρατιωτικό κλοιό και βγήκε από τη ζώνη σύγκρουσης για να μιλήσει στην Πόλη του Μεξικού. Εκείνη, μόνη της, μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ιθαγενείς, εργάτες, αγρότες, φοιτητές και, πάνω απ’ όλα, γυναίκες της υπαίθρου και της πόλης, που την θεωρούσαν σύμβολο του δικού τους αγώνα, καθρέφτη της δικής τους εξέγερσης.
Η Ραμόνα πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 2006, δώδεκα χρόνια μετά την ένοπλη εξέγερση του EZLN. Ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε να παίρνει σάρκα και οστά μια φάση την οποία η ίδια είχε εγκαινιάσει στις αρχές Οκτωβρίου του 1996. Ήταν τότε που ονειρεύτηκε, προέβλεψε και αντιλήφθηκε μπροστά σε ένα κατάμεστο Σόκαλο: «Είμαι το πρώτο από τα πολλά βήματα των ζαπατίστας προς την πρωτεύουσα και προς όλους τους τόπους του Μεξικού». Πράγματι, ακολούθησαν πολλά άλλα βήματα: η έξοδος των 1.111 ζαπατίστας προς την Πόλη του Μεξικού το 1997· η Διαβούλευση για τα Δικαιώματα των Ιθαγενών Λαών και για το τέλος του Πολέμου Εξόντωσης, στην οποία 5.000 άνδρες και γυναίκες ζαπατίστας περιόδευσαν σε ολόκληρη τη χώρα το 1999· και, τέλος, η Πορεία του Χρώματος της Γης, κατά την οποία ο υποδιοικητής Μάρκος και 23 διοικητές και διοικήτριες διέσχισαν 13 πολιτείες του Μεξικού για να απαιτήσουν την εφαρμογή των Συμφωνιών του Σαν Αντρές.
«Ελπίζουμε όλοι εσείς να βαδίσετε μαζί μας. Γι’ αυτό θέλουμε να ενώσουμε τη μικρή μας φωνή των ζαπατίστας με τη μεγάλη φωνή όλων όσων αγωνίζονται για ένα νέο Μεξικό. Φτάσαμε ως εδώ για να φωνάξουμε, μαζί με όλους, ότι φτάνει πια, ποτέ ξανά ένα Μεξικό χωρίς εμάς. Αυτό θέλουμε: ένα Μεξικό όπου όλοι θα έχουμε μια αξιοπρεπή θέση», είπε η Ραμόνα το 1996, και το επαναλαμβάνουν οι ζαπατίστας δέκα χρόνια αργότερα στην Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα και στο ξεκίνημα της Άλλης Καμπάνιας.
Η Ραμόνα αντιπροσωπεύει τη συνοχή και τη συνέπεια του κινήματος. Την επιμονή, την τρυφερότητα, την οργή, τη διαρκή εξέγερση. «Για αυτόν τον εθνικό διάλογο θα περπατήσουμε πολύ και θα κάνουμε πολλά βήματα… αλλά χρειαζόμαστε όλοι εσείς να βοηθήσετε όλους τους ζαπατίστας να βαδίσουμε, όπως βοηθήσατε κι εμένα να φτάσω μέχρι εδώ». Ήταν εκείνη, με φωνή σπασμένη από την ασθένεια και με τα λιγοστά της ισπανικά, που μίλησε για τα όνειρα των αποκάτω.
Στην πρώτη δημόσια συνέντευξη που παραχώρησε η γενική διοίκηση του EZLN, η διοικήτρια Ραμόνα εμφανίστηκε μέσα από την ομίχλη των Υψιπέδων της Τσιάπας. Ήταν Φεβρουάριος του 1994. Κατέβηκε από τα βουνά μετά τις πρώτες μέρες των συγκρούσεων για να απευθυνθεί στον κόσμο. Έναν μήνα αργότερα, στον πρώτο γύρο διαπραγματεύσεων μεταξύ των ανταρτών και της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η Ραμόνα ξεχώρισε με το μικρό της ανάστημα και την επιμονή της. Στη διάρκεια του διαλόγου ξεδίπλωσε τη σημαία που είχαν αρπάξει από την εξουσία κατά την κατάληψη του δημαρχείου του Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, με έναν συμβολισμό που έλεγε τα πάντα: «Είμαστε γυναίκες ιθαγενείς και είμαστε Μεξικανές». Η αντίδραση του Μανουέλ Καμάτσο, τότε εκπροσώπου της κυβέρνησης στον διάλογο, ήταν αδέξια και πολύ χαρακτηριστική: κρεμάστηκε κυριολεκτικά από μια γωνίτσα της σημαίας για να βγει στη φωτογραφία. Ποτέ δεν θέλησε κάτι παραπάνω η κυβέρνηση.

Μια μέρα πριν επιστρέψει στα βουνά, η Ραμόνα συναντήθηκε με μια ομάδα δημοσιογράφων, όλες γυναίκες. Φορώντας μια μαύρη μάλλινη φούστα και μια κόκκινη μπλούζα με κεντήματα, χαρακτηριστική του Σαν Αντρές Σακαμτσ’έν, με το πρόσωπό της καλυμμένο από την κουκούλα που άφηνε να φανούν δυο μάτια μαύρα και εξαιρετικά τρυφερά, η Τσοτσίλ γυναίκα στηρίχθηκε στον διοικητή Χαβιέρ για να μεταφράζει αυτά που είχε να πει: «Οι γυναίκες που είμαστε σε αυτόν τον αγώνα νιώθουμε ότι η συμμετοχή μας είναι πολύ σημαντική, γιατί καταλάβαμε πως για να αλλάξει αυτή η κακή κατάσταση πρέπει να συμμετέχουμε. Όχι όλες στον ένοπλο αγώνα, αλλά και σε διαφορετικές εργασίες μέσα στις κοινότητές μας».
Ήταν, όπως συνήθως, ξημερώματα. Οι εικόνες των αγίων στον καθεδρικό ναό του Σαν Κριστόμπαλ ήταν σκεπασμένες με κουβέρτες. Η μυρωδιά των κεριών και του λιβανιού πλημμύριζε τον χώρο που φιλοξένησε τον πρώτο διάλογο για την ειρήνη. Η Ραμόνα εξηγούσε την ένταξή της στην οργάνωση, τους λόγους του δικού της «Φτάνει πια»: «Πριν να πάρω μέρος στον ένοπλο αγώνα, έφυγα από το χωριό μου αναγκασμένη για να βρω δουλειά. Όταν όμως έφτασα αλλού, άρχισα να γνωρίζω την κατάσταση των γυναικών, άρχισα να καταλαβαίνω και να αποκτώ συνείδηση. Έτσι γνώρισα την οργάνωση και συνειδητοποίησα ότι υπάρχει ανάγκη να οργανωθούν και οι γυναίκες, γιατί όταν πηγαίνουμε στις πόλεις δεν υπάρχει σεβασμός, δεν μας υπολογίζουν».
Το λάβαρό της ήταν ο αγώνας για την κατάργηση των διακρίσεων κατά των γυναικών: «Ένα από τα βασικά αιτήματά μας έχει να κάνει ακριβώς με τη δική μας κατάσταση, γιατί δεν μας υπολογίζουν. Γι’ αυτό απαιτούμε σεβασμό, δημοκρατία και δικαιοσύνη, γιατί επειδή είμαστε γυναίκες και επιπλέον ιθαγενείς δεν υπάρχει καθόλου σεβασμός για εμάς. Απαιτούμε επίσης αξιοπρεπείς κατοικίες, ειδικές κλινικές για τη φροντίδα των γυναικών, γιατί για τη φροντίδα των παιδιών δεν υπάρχει πού να πάμε, δεν υπάρχουν ούτε νοσοκομεία ούτε γιατροί. Δεν υπάρχει εκπαίδευση για τις γυναίκες, ούτε τρόφιμα, κυρίως για τα παιδιά… Έχουμε την ελπίδα ότι κάποια μέρα η κατάστασή μας θα αλλάξει. Αυτό είναι που απαιτούμε».
Η Ραμόνα ύφαινε στον αργαλειό και ύφαινε όνειρα. Τα χέρια της ήταν μαγικά, όπως όλων των γυναικών στα Υψίπεδα. Οι μοναχές που τη φρόντισαν κατά την ανάρρωσή της στην πρωτεύουσα λένε ότι περνούσε τα απογεύματα με κλωστές στα χέρια, μελετώντας για να μάθει λίγα ισπανικά (αφού ήταν σχεδόν αναλφάβητη). Άκουγε ειδήσεις και μοιραζόταν με όσες την επισκέπτονταν ιστορίες του αγώνα της. Σε κάποιες γυναίκες που τη φρόντιζαν έμαθε να πλέκουν βραχιολάκια και σε άλλες χάρισε πολύχρωμες μπλούζες φτιαγμένες με τα χέρια της.
Τον Φεβρουάριο του 1995, μετά την κυβερνητική προδοσία που έφερε στρατεύματα και άρματα μάχης στις ζαπατιστικές ιθαγενικές κοινότητες, η Ραμόνα εμφανίστηκε ξανά σε ένα βίντεο, καθισμένη μπροστά σε ένα μικρό τραπέζι: «Θέλω όλες οι γυναίκες να ξυπνήσουν και να σπείρουν στην καρδιά τους την ανάγκη να οργανωθούν, γιατί με σταυρωμένα τα χέρια δεν μπορεί να χτιστεί το ελεύθερο και δίκαιο Μεξικό που όλοι θέλουμε», είπε η κομαντάντα, εμφανώς καταβεβλημένη από τη νεφρική ανεπάρκεια.
Ήταν εκείνη, με ύψος 1.40, που ξεμπλόκαρε μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις του δεύτερου διαλόγου με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τον Οκτώβριο του 1996. Η έξοδός της στην Πόλη του Μεξικού αξιοποιήθηκε για τη θεραπεία της ασθένειάς της. Της έγινε μεταμόσχευση νεφρού που πρόσφερε ο αδελφός της και με αυτό στο σώμα της επέζησε, αγωνιζόμενη πάντα, σχεδόν δέκα χρόνια ακόμη. «Εκείνη μόνη της στον αυτόνομο δήμο της», έλεγαν αστειευόμενοι οι πιο κοντινοί της σύντροφοι.
Έξι μέρες μετά την έναρξη της Άλλης Καμπάνιας, του κινήματος των αποκάτω και από τα αριστερά που ξεδιπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με πρωτοβουλία των ζαπατίστας, ανακοινώθηκε ο θάνατος της Ραμόνα. Οι τιμές προς την κομαντάντα ήταν ιδιωτικές. «Η απώλειά της σήμαινε έναν μεγάλο πόνο για τον οποίο είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε. Γι’ αυτό δεν μπορούμε τώρα να σας πούμε περισσότερα για την κομαντάντα μας και για το τι θα σημαίνει για εμάς η απουσία της», εξήγησε ο EZLN, διαβεβαιώνοντας συγχρόνως ότι μετά την ταφή θα ξανάρχιζε η περιοδεία σε όλη τη Μεξικανική Δημοκρατία για να συνεχιστεί η οικοδόμηση ενός άλλου τρόπου άσκησης της πολιτικής. Η ευθύνη και η δέσμευση διπλασιάστηκαν. Για εκείνη και για πολλές ακόμη σαν εκείνη.
Στις 8 Μαρτίου 1996, ο υποδιοικητής Μάρκος σκιαγράφησε ένα τρυφερό και γεμάτο σεβασμό πορτρέτο της Ραμόνα, που σήμερα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη: «Η κομαντάντα Ραμόνα θα εκπλήξει τα διεθνή μέσα ενημέρωσης με το ανάστημά της και τη λάμψη της… Η Ραμόνα γελά όταν δεν ξέρει ότι πεθαίνει. Όταν το ξέρει, συνεχίζει να γελά. Προηγουμένως δεν υπήρχε για κανέναν, τώρα υπάρχει, είναι γυναίκα, είναι ιθαγενής και είναι εξεγερμένη. Τώρα ζει η Ραμόνα, μια γυναίκα από αυτή τη φυλή που πρέπει να πεθάνει για να ζήσει…»
Η Ραμόνα, το πιο τρομερό όπλο του EZLN, δεν ήταν παρά μία ακόμη ιθαγενής όταν, χωρίς την κουκούλα, περπατούσε κάποτε στους ρατσιστικούς δρόμους του Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας. Λένε πως μια φορά στάθηκε μπροστά σε ένα κατάστημα με καρτ ποστάλ και αγόρασε μερικές. Ήταν, προς έκπληξη των συνοδών της, φωτογραφίες της ίδιας με καλυμμένο το πρόσωπο. Τις πούλησαν αυτοί που εμπορεύονται την εικόνα της, και η Ραμόνα, σκανταλιάρα και χαμογελώντας για την πράξη της, τις πλήρωσε και έφυγε με το κεφάλι ψηλά.
πηγή: La Jornada

