Το κύμα των συγχωνεύσεων, των καταργήσεων και των περικοπών στην εκπαίδευση φαίνεται ότι θα παρασύρει και τα Διδασκαλεία, τις βασικές δηλαδή ακαδημαϊκές δομές που εξασφαλίζουν μέχρι σήμερα τη μετεκπαίδευση των δασκάλων. Αυτό που διαφαινόταν ήδη από το Νοέμβρη, οριστικοποίηθηκε πια με το έγγραφο που έστειλε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας προς τη Διδασκαλική Ομοσπονδία στις 9 Φλεβάρη, ενημερώνοντας για την οριστική αναστολή των εξετάσεων εισαγωγής μετεκπαιδευομένων στα Διαδασκαλεία.
Η ειρωνεία είναι ότι το Υπουργείο Παιδείας είχε ξεκινήσει δημόσιο διάλογο γύρω από το θέμα των Διδασκαλείων και της μετεξέλιξης του θεσμού, όπου τα Παιδαγωγικά Τμήματα/ Διδασκαλεία, η ΔΟΕ και η Σύνοδος των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων και των Διδασκαλείων, είχαν ήδη καταθέσει τις προτάσεις τους. Ωστόσο, το Υπουργείο ξαφνικά ανέλαβε την ευθύνη για το πάγωμα του θεσμού των Διδασκαλείων χωρίς μάλιστα να έχουν συστηματικά δρομολογηθεί άλλες μορφές μετεκπαίδευσης.
Τα Διδασκαλεία αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό και πρωτοποριακό θεσμό για την μετεκπαίδευση και την επιμόρφωση των εν ενεργεία εκπαιδευτικών. Μέχρι το 1996 λειτουργούσε μόνο ένα Διδασκαλείο, το Μαράσλειο στην Αθήνα, προσανατολισμένο ουσιαστικά στην παραγωγή στελεχών εκπαίδευσης. Από τότε όμως, ιδρύθηκαν 9 Διδασκαλεία σε όλη τη χώρα, συνδεδεμένα με αντίστοιχα πανεπιστημικά Παιδαγωγικά Τμήματα, από τα οποία πέρασαν πάνω από 12.000 εκπαιδευτικοί. Κάθε δάσκαλος που είχε κλείσει πέντε χρόνια στην εκπαίδευση, μπορούσε να εισαχθεί σε αυτά μετά από εισαγωγικές εξετάσεις και να μπει έτσι σε μια πολύπλευρη διαδικασία επιμόρφωσης διάρκειας δύο χρόνων, με ταυτόχρονη απαλλαγή από τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα.
Σύμφωνα με το Νίκο Γκλαρνέτατζη, πρ. Πρόεδρο του Συλλόγου Μετεκπαιδευομένων του Διδασκαλείου “Δημήτρης Γληνός” του Παιδαγωγικού Τμήματος στη Θεσσαλονίκη, τα Διδασκαλεία παρείχαν μια ευκαιρία για ουσιαστική επιμόρφωση και μετεκπαίδευση, καθώς μέσα στα δύο αυτά χρόνια ο εκπαιδευτικός ερχόταν ξανά σε επαφή με το πανεπιστήμιο και την επιστήμη της παιδαγωγικής και λάμβανε μια σφαιρική ανατροφοδότηση στηριγμένη στις σύγχρονες εξελίξεις, με την εγγύηση μάλιστα των Παιδαγωγικών Τμημάτων. Ταυτόχρονα, με τη διετή απαλλαγή από τη διδασκαλία, είχε την ευκαιρία να αναστοχαστεί την εκπαιδευτική πράξη με κριτικό τρόπο, να αναζητήσει νέες προσεγγίσεις και να βελτιωθεί ουσιαστικά.
Η κατάργηση της δίχρονης αυτής μετεκπαίδευσης αποσκοπεί, συνεχίζει ο Ν. Γκλαρνέτατζης, σε δύο στόχους: πρώτο, και προφανές, στην εξοικονόμηση πόρων. Δεύτερο, στην ένταξη της επιμόρφωσης σε ευέλικτα προγράμματα τύπου ΕΠΕΑΕΚ. Στο μέλλον μάλιστα, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις επιταγές της αξιολόγησης και στο κυνήγι των πιστωτικών μονάδων, οι εκπαιδευτικοί θα εξωθούνται να αγοράζουν οι ίδιοι προγράμματα επιμόρφωσης στην αγορά, δηλ. εκτός σχολικού ωραρίου και με αντίτιμο. Προγράμματα μάλιστα ακραία εξειδικευμένα και προσαρμοσμένα σε ποσοτικά κριτήρια αποτελεσματικότητας.
Αυτή η εξέλιξη υποκρύπτει την αντίληψη του Υπουργείου για τον εκπαιδευτικό. Στον αντίποδα, το εκπαιδευτικό κίνημα εκφράζει όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια το αίτημα της επιστημονικής αυτονομίας των εκπαιδευτικών. Χωρίς να αμφισβητείται ο υπαλληλικός τους ρόλος, οι εκπαιδευτικοί διεκδικούν τη δυνατότητα να καθορίζουν και αυτοί ως επιστήμονες πώς θα κάνουν τη δουλειά τους. Η διαδικασία μετεκπαίδευσης μέσα από τα Διδασκαλεία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή την τάση για την υπεράσπιση της επιστημονικής αυτονομίας των εκπαιδευτικών.
Ο Σύλλογος Μετεκπαιδευομένων του Διδασκαλείου “Δημ. Γληνός” σε πρόσφατη Συνέλευσή του, διαβλέποντας την επερχόμενη κατάργηση, ζήτησαν τη συνέχιση του θεσμού, αλλά και το άνοιγμά του σε όλους τους εκπαιδευτικούς και των δύο βαθμίδων. Εκτός από τους μετεκπαιδευόμενους, στην κατάργηση αυτή αντιδρά σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα. Παρακάτω, παραθέτουμε τα σχετικά ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Διδασκαλείου «Δ. Γληνός» του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο ΑΠΘ και της Συνόδου Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων των Πανεπιστημίων.
Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης του Διδασκαλείου «Δ. Γληνός» του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο ΑΠΘ.
Η Γενική Συνέλευση Ειδικής Σύνθεσης (Γ.Σ.Ε.Σ.) του Διδασκαλείου ‘Δ. Γληνός’ του Π.Τ.Δ.Ε. στο Α.Π.Θ. που συνήλθε στις 11 Φεβρουαρίου 2011 συζήτησε την απόφαση του Υ.Π.ΔΜ.Θ. για την αναστολή των εξετάσεων εισαγωγής των μετεκπαιδευομένων στα Διδασκαλεία, όπως αυτή αποτυπώνεται στο έγγραφο που ο Γ.Γ. του Υ.Π.ΔΜ.Θ. απέστειλε στις 9 Φεβρουαρίου 2011 στη Διδασκαλική Ομοσπονδία. Υπό το φως των νέων αυτών εξελίξεων και σε συμφωνία με τις θέσεις που έχουν διατυπωθεί από τη Σύνοδο των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων και Διδασκαλείων στη Θεσσαλονίκη, η Γ.Σ.Ε.Σ τονίζει τα εξής:
• Τα Διδασκαλεία συνιστούν μια σημαντική δημόσια ακαδημαϊκή δομή που, με τα εχέγγυα της επιστημονικής εγκυρότητας, λειτούργησε και λειτουργεί επιφέροντας ουσιαστικές και μακροχρόνιες αλλαγές στην εκπαίδευση εκ των έσω. Τα Διδασκαλεία έχουν συμβάλει αποφασιστικά στον επαναπροσδιορισμό του ρόλου του/της εκπαιδευτικού ως διανοούμενου και ως φορέα αλλαγών στη σχολική μονάδα, ως ενεργού υποκειμένου που δίδει έμφαση στον κριτικό λόγο, τη δημιουργικότητα και την παιδαγωγική αυτονομία των μαθητών/-τριών.
• Προτείνουμε τη μετεξέλιξη του θεσμού των Διδασκαλείων προς την κατεύθυνση που περιγράφεται στην απόφαση της Συνόδου των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων και των Διδασκαλείων, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στη διαρκώς μεταβαλλόμενη εκπαιδευτική πραγματικότητα. Οφείλουμε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι τα Διδασκαλεία μέσα από τη μακρόχρονη λειτουργία τους εμπλούτισαν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση με εκπαιδευτικούς και στελέχη (σχολικούς συμβούλους, προϊσταμένους διευθύνσεων κλπ.) που είναι σε θέση να υλοποιούν διάφορα καινοτόμα προγράμματα, συμβάλλοντας στη συνεχή ανατροφοδότηση του σχολείου με το Πανεπιστήμιο. Ως εκ τούτου, η Γ.Σ.Ε.Σ. εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το ότι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου προχωρά χωρίς επαρκή αιτιολόγηση στην κατάργηση ενός θεσμού που έχει καταξιωθεί στη συνείδηση των εκπαιδευτικών ως ο μοναδικός θεσμός που ανανεώνει τις γνώσεις τους σε συνθήκες ακαδημαϊκής ελευθερίας. Επιπλέον, με το να υποστηρίζει ότι τα Διδασκαλεία δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των εκπαιδευτικών, το Υ.Π.ΔΒ.Θ. φαίνεται έμμεσα να απαξιώνει έναν θεσμό που έχει μπολιάσει τον εκπαιδευτικό κλάδο με ένα δυναμικό θετικά διακείμενο σε αλλαγές και ρήξεις με παραδοσιακές πρακτικές, καθώς και με κριτική αναστοχαστική στάση απέναντι στο ρόλο τους, στο δημόσιο σχολείο και στις προκλήσεις που η σύνθετη σχολική πραγματικότητα θέτει.
• Εκκινώντας από τη θέση ότι ο προσδιορισμός των «πραγματικών αναγκών των εκπαιδευτικών» συνιστά μια βαθύτατα πολιτική πράξη, φρονούμε ότι στόχος της μετεκπαίδευσης δεν είναι η διαμόρφωση του/της επαρκώς καταρτισμένου/ης (σύμφωνα με τις τρέχουσες κάθε φορά εξελίξεις) εκπαιδευτικού στο πλαίσιο βραχύχρονων προγραμμάτων με στενά εργαλειακό περιεχόμενο. Αντίθετα, υποστηρίζουμε μια ανθρωπιστικού χαρακτήρα μετεκπαίδευση που επιδιώκει τη διαμόρφωση εκπαιδευτικών με αυτενέργεια, με δεξιότητες κριτικής ανάγνωσης της σχολικής πραγματικότητας και αναστοχασμού του τρόπου που οι ίδιοι/-ες σε συνεργασία με τους μαθητές και τις μαθήτριες συνδιαμορφώνονται ως κοινωνικά υποκείμενα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υλοποίηση των στόχων αυτών είναι η απαλλαγή των εκπαιδευτικών από τα διδακτικά τους καθήκοντα και το άγχος της καθημερινής πράξης.
Με βάση τις παραπάνω θέσεις, υποστηρίζουμε ότι κάθε προσπάθεια μετεξέλιξης ενός τόσο σημαντικού θεσμού δεν μπορεί να συντελείται παρά μόνο με το θεσμό αυτό, τα Διδασκαλεία, εν λειτουργία. Καλούμε, επομένως, το Υπουργείο να προβεί στη διενέργεια του σχετικού διαγωνισμού.
Ζητούμε, επιπλέον, από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να λάβει υπόψη, αφενός, την εκπεφρασμένη κοινή πρόταση των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων και των Διδασκαλείων (όπως αποτυπώθηκε στη Σύνοδο της Θεσσαλονίκης) και, αφετέρου, να συνεργαστεί με τους/τις Προέδρους των Διδασκαλείων έτσι ώστε μέσα από τη δημόσια διαβούλευση να προκύψει μια κοινά αποδεκτή προσέγγιση για τη μετεξέλιξη του θεσμού της μετεκπαίδευσης προς όφελος της εκπαίδευσης στη χώρα μας αλλά και της παιδείας γενικότερα.
ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΩΝ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ
Στο πλαίσιο του διαλόγου που το Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. είχε αρχίσει γύρω από το θέμα των Διδασκαλείων και της μετεξέλιξης του θεσμού αυτού, τα Παιδαγωγικά Τμήματα/ Διδασκαλεία, η ΔΟΕ και η Σύνοδος των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων, σε κοινή συνάντηση με τους Προέδρους των Διδασκαλείων, κατέθεσαν προτάσεις. Αντί της συνέχισης του διαλόγου, το Υπουργείο ανέλαβε την ευθύνη για το πάγωμα του θεσμού των Διδασκαλείων χωρίς ο διάλογος να έχει επί της ουσίας αναπτυχθεί και να έχει δώσει τα πρώτα του έστω αποτελέσματα, αλλά και χωρίς να έχουν συστηματικά δρομολογηθεί, τουλάχιστον με τη συνέργεια όλων των εμπλεκόμενων φορέων και από όσα γνωρίζουμε, άλλες μορφές μετεκπαίδευσης. Επιπρόσθετα, για να αιτιολογηθεί αυτή η απόφαση θίγεται εύσχημα το έργο των Παιδαγωγικών Τμημάτων, καθώς αναφέρεται πως τα προγράμματα σπουδών των Διδασκαλείων είναι πολλές φορές ίδια με αυτά των προπτυχιακών και πως δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για διδασκαλία ενηλίκων.
Η Σύνοδος των Προέδρων των Παιδαγωγικών Τμημάτων –σε κοινή συνάντηση με τους Προέδρους των Διδασκαλείων – σε δύο διαδοχικές της συνεδρίες, τόσο στο Ρέθυμνο στις 19 και 20 Νοεμβρίου 2010 όσο και στη Θεσσαλονίκη στις 5 και 6 Φεβρουαρίου, επεσήμανε τη σημαντικότητα και την κρισιμότητα του ζητήματος των Διδασκαλείων και κατέθεσε ένα πλαίσιο αρχών για τη φύση της μετεκπαίδευσης και το σύγχρονο ρόλο των Διδασκαλείων ως φορέων μετεκπαίδευσης και Δια Βίου επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών. Στο σχετικό κείμενο, γινόταν σαφές ότι τα Διδασκαλεία είναι αφενός μεν εγκατεστημένα στη συνείδηση των εκπαιδευτικών ως φορείς μετεκπαίδευσης και δια βίου επαγγελματικής ανάπτυξης αφετέρου δε άρρηκτα συνδεδεμένα με το δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, κυρίως μέσα από την προσάρτηση της μετεκπαίδευσης στα Παιδαγωγικά Τμήματα, τα οποία από τη θέση και το ρόλο τους έχουν το χρέος και την ικανότητα να διαμορφώσουν συγκεκριμένη φιλοσοφία περί μετεκπαίδευσης, με στόχο την αναβάθμιση του σύγχρονου δημόσιου σχολείου.
Η Σύνοδος κατέστησε σαφές από την αρχή, ότι το Πανεπιστήμιο είναι ο φυσικός χώρος ανάπτυξης και διασφάλισης της έρευνας και των μορφών διδασκαλίας σε συνθήκες επιστημονικής εγκυρότητας, αυτοτέλειας και ελευθερίας. Είναι, επίσης, ο χώρος μέσα από τον οποίο μπορούν να αναδυθούν – στο πλαίσιο πολλαπλών διαδράσεων, συνεργειών και ζυμώσεων στους κόλπους της εκπαιδευτικής πραγματικότητας – οι ιδέες για την αναμόρφωση των εκπαιδευτικών θεσμών και διαδικασιών.
Αποδεχόμενα τα Παιδαγωγικά Τμήματα και τα Διδασκαλεία την πρόσκληση ενός διαλόγου, συνέταξαν και δημοσιοποίησαν προτάσεις καθιστώντας φανερό ότι έχουν γνώση, θέση και ρόλο σε ότι αφορά στη μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών, την οποία και υπερασπίζονται έχοντας ακριβώς την πλήρη εικόνα και την απόλυτη συναίσθηση των ειδικών και ποικίλων αναγκών για παρεμβάσεις αναβάθμισης και μετεξέλιξης. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή της Μετεκπαίδευσης, η Σύνοδος τάσσεται υπέρ της διατήρησής της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να συνυπάρχει με προγράμματα ευέλικτης επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Ωστόσο, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από αυτά. Επιπλέον, προτείνει, μέσα από την αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών, να διευρυνθεί ο ρόλος των Διδασκαλείων, έτσι ώστε τα Διδασκαλεία να καλύψουν και άλλες εκπαιδευτικές ανάγκες (π.χ. συμβάλλοντας στην κατάρτιση των εκπαιδευτικών Β/Θμιας Εκπαίδευσης στην ειδική αγωγή, στην παιδαγωγική επάρκεια των υποψήφιων εκπαιδευτικών της Β/Θμιας εκπαίδευσης).
Η αιτούμενη αναβάθμιση των Διδασκαλείων δεν σημαίνει κατάργησή τους. Ούτε μπορεί να είναι αντιστρόφως ανάλογη της αποκοπής του θεσμού της μετεκπαίδευσης από το δημόσιο, ευρύ, πολλαπλό και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της. Ούτε να έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τη θέληση των εμπλεκόμενων και άμεσα ενδιαφερόμενων μερών –του σώματος των εκπαιδευτικών, των φορέων τους καθώς και των πανεπιστημιακών φορέων- με το πρόσχημα της μεταρρυθμιστικής θέλησης. Οι φορείς αυτοί είναι εξίσου ικανοί να οραματιστούν, να σχεδιάσουν και να επωμιστούν τη μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη ο θεσμός. Αντίθετα, ο διάλογος αυτός, σύμφωνα με την επιστολή την οποία ο Γενικός Γραμματέας του Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. κ. Βασίλης Κουλαϊδής απηύθυνε στη ΔΟΕ και όπου ανακοινώνει επίσημα τη μη διεξαγωγή των εξετάσεων για τα Διδασκαλεία φέτος, θα ξεκινήσει (ή θα συνεχιστεί, κατά τη διατύπωση του Υπουργείου) από τη μηδενική βάση, την οποία θέτει η δραματική αυτή απόφαση, ενόψει των θεσμικών αλλαγών τις οποίες το Υπουργείο επεξεργάζεται. Το Υ.Π.ΔΒΜ.Θ. δεν αναφέρει, όμως, τίποτα για το χρονοδιάγραμμα ή/και τη διαδικασία του διαλόγου. Ούτε για τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που το οδήγησαν στην απόφαση αυτή.
Καλούμε το Υπουργείο, έστω και την τελευταία αυτή στιγμή, να συνεκτιμήσει τις αντιδράσεις, τις προτάσεις και τις θέσεις του εκπαιδευτικού κόσμου μαζί με την ανάγκη της αναβάθμισης του θεσμού της μετεκπαίδευσης και να προσέλθει σε πραγματικό διάλογο με τους φορείς.
Το Προεδρείο της Συνόδου
Πρόεδρος: Δήμητρα Κογκίδου, Κοσμητόρισσα της Παιδαγωγικής Σχολής, Α.Π.Θ.
Αναπληρωτής Πρόεδρος: Κων/νος Τζανάκης, Πρόεδρος Π.Τ.Δ.Ε., Πανεπιστήμιο Κρήτης
Γραμματέας: Έλενα Θεοδωροπούλου, Πρόεδρος Τ.Ε.Π.Α.Ε.Σ., Πανεπιστήμιο Αιγαίου.