….Και ο τελευταίος «επίσημος» να πάρει μαζί του την εξέδρα και τη μπάντα.

 

της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια ραγδαία αυξανόμενη επίκληση της έννοιας του «Έθνους» από τους φορείς του Κυρίαρχου Λόγου (Τραπεζίτες, Κυβέρνηση, ΜΜΕ), για να νομιμοποιήσουν τις απάνθρωπες διαστάσεις, που έχουν πάρει οι πολιτικές φτώχειας και εξαθλίωσης, που επιβάλλουν στην κοινωνική πλειοψηφία. Η αποστέρηση κάθε δικαιώματος (ακόμα και αυτού της επιβίωσης) μετονομάζεται σε «Θυσία για τη Σωτηρία της Πατρίδος», στην οποία, περίπου, καλούμαστε να υποβληθούμε εθελοντικά και, πάντως, να υπομένουμε καρτερικά ως «φυσική» ή, καλύτερα, ως μεταφυσική αναγκαιότητα

 

Βέβαια, πάντοτε ο εθνικισμός συνιστούσε την απαραίτητη συγκολλητική ουσία για να ενοποιήσει στο φαντασιακό τη διάσταση και τον ανταγωνισμό, που δημιουργούν τα αντιτιθέμενα συμφέροντα κυρίαρχων και υποτελών στο πεδίο της πραγματικότητας. Στόχος, προφανώς, η απόσπαση συναίνεσης και η αναπαραγωγή του συστήματος. Όσο τα εξισωτικά οράματα κατέρρεαν από το ΄90 και μετά- τόσο οι εθνικιστικές εξάρσεις πύκνωναν, επενδυόμενες κάθε φορά με τις ρητορικές της συγκυρίας. Να θυμίσουμε το «Ανάδελφο Έθνος» της υστερίας των «Μακεδονικών συλλαλητηρίων», την «Ισχυρή Ελλάδα» της παραζάλης του «Χρηματιστηρίου», τη «Μεγάλη Ιδέα» των φαραωνικών Ολυμπιακών Έργων; Και βέβαια, ένας διάχυτος ρατσισμός να κυριαρχεί απέναντι στα πιο αδύναμα μέλη του κοινωνικού σχηματισμού με τη δίχως όρια εκμετάλλευση των μεταναστών και τη μετατροπή της χώρας σε ένα τεράστιο στρατόπεδο συγκέντρωσης των προσφύγων, που εγκλωβίζονται σ΄ αυτή.

 

Σήμερα, όμως, στο ρόλο το «κοινωνικού πειραματόζωου» και του «αποδιοπομπαίου τράγου» (που παραδοσιακά προσδίδει στους μετανάστες ο Κυρίαρχος Λόγος) έχει βρεθεί ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, καθώς πάνω της δοκιμάζονται πολιτικές, που αύριο θα γενικευτούν σ΄ ολόκληρο τον «αναπτυγμένο» κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, δοκιμάζονται και οι αντοχές του ίδιου του συστήματος. Ενός συστήματος, που έχει ιστορικά αποδείξει, ότι σε περιόδους κρίσης της νομιμοποίησής του, δε διστάζει να περάσει από την «απόσπαση της συναίνεσης» στην ωμή επιβολή της «βούλησης του καθεστώτος».

 

Ειδικά στην περίπτωση, που το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό έχει περιπέσει σε πλήρη αναξιοπιστία καθώς δεν υφίσταται πλέον η συναίνεση των «χρυσών χρόνων» της ευδαιμονίας του καταναλωτισμού, ενώ παράλληλα οι δυνατότητες διαχείρισης μέσω συντεχνιακών διευθετήσεων και ατομικών βολεμάτων έχουν εκλείψει, τότε η προσφυγή σε ένα καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» αναδύεται ως η προσφορότερη –για το σύστημα- επιλογή διακυβέρνησης. Ή, για να το πούμε αλλιώς, όσο η ταξική σύγκρουση θα οξύνεται (με ευθύνη του κεφαλαίου στην παρούσα συγκυρία), τόσο τα σύνορα αστικής δημοκρατίας και ολοκληρωτικών πολιτικών θα θολώνουν επικίνδυνα. Το παράδειγμα της παρούσας κυβέρνησης, που δεν έθεσε το πρόγραμμά της ούτε καν στην τυπική λαϊκή έγκριση της εκλογικής διαδικασίας είναι, νομίζουμε, αρκούντως πειστικό. Αλλά κάθε ολοκληρωτική πολιτική στηρίζεται σε/ επιβάλλει μια ολοκληρωτική ιδεολογία. Έτσι η παρούσα κυβέρνηση αποκλήθηκε επανειλημμένα «Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας». Θυμίζουμε ότι το ιστορικό προηγούμενο, όπου μία κυβέρνηση αυτοαποκλήθηκε «Εθνοσωτήριος» ήταν στη δικτατορία της χούντας.

 

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, λοιπόν, δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη η προσπάθεια υπεραξίωσης τελετουργιών όπως οι παρελάσεις. Και όχι μόνο ως μια ύστατη προσπάθεια του απαξιωμένου πολιτικού προσωπικού του συστήματος να επανανομιμοποιηθεί μέσω της εμβάπτισής του στα «ακατάλυτα νάματα» του εθνικισμού. Κυρίως αποτελεί την ύστατη καταφυγή του συστήματος στον εθνικιστικό ολοκληρωτισμό μέσω των τελετουργικών του αποτυπώσεων, όπως είναι οι παρελάσεις.

 

Ακριβώς επειδή ο κίνδυνος για το σύστημα προέρχεται από την όξυνση της αντιπαλότητας μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων, αυτή η αντιπαλότητα πρέπει να υποτιμηθεί, να απαξιωθεί και εντέλει να εξοβελιστεί από το επίκεντρο της Ιστορίας και της καθημερινότητας και στη θέση της να στηθεί η εξέδρα της παρέλασης. Μιας τελετής εντός της οποίας δεν έχουν θέση οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί καθόσον σ΄ αυτή αναπαράγονται οι αρχαϊκές αντιλήψεις περί της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε κλήρο/ στρατό/ λαό. Σ΄ αυτό το σχήμα ο «λαός» έχει απλώς το ρόλο του θεατή και κυρίως συνιστά ένα σύνολο ομογενοποιημένων αναγκών και συμφερόντων τη διαχείριση των οποίων επαφίει στη «φυσική ηγεσία» του. Και καθόσον η κύρια λειτουργία της εξουσίας σε ένα τέτοιο σχήμα είναι η προστασία του λαού από εξωτερικούς κινδύνους ή/και από τη διασάλευση της τάξης, είναι ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας που παρελαύνουν εκπροσωπώντας το «σκληρό (αλλά και σημαντικότερο) πυρήνα» του Έθνους στο «διάβα της Ιστορίας» του. (Όπως επισημάναμε και παλαιότερα το μαθητικό συμπλήρωμα εισήλθε αργότερα στις παρελάσεις, χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά τους συμβολισμούς τους, αφού και οι μαθητές γίνονται αντιληπτοί ως μελλοντικοί στρατιώτες).

 

Αυτονόητα, λοιπόν τα χαρακτηριστικά που αναπαράγονται και οι αξίες που προωθούνται μέσα από τέτοιες τελετουργίες είναι η ολοκληρωτική νοοτροπία, ο αποκλεισμός και οι διακρίσεις, ο μιλιταρισμός, η ψυχολογία μαζικής πειθαρχίας, και κυρίως η ενσωμάτωση των κοινωνικών αντιθέσεων στη φαντασιακή ενότητα του «εθνικού συμφέροντος». Ή για να το πούμε διαφορετικά η υποκατάσταση των κοινωνικών αντιπαλοτήτων από τους εθνικούς ανταγωνισμούς. Άλλωστε η εικόνα που προβάλλεται συστηματικά από τον Κυρίαρχο Λόγο, (ως εκλαϊκευμένη αναπαράσταση των αιτιών της «κρίσης») είναι αυτή της πάλης του «Έθνους μας» με τα μεταφυσικά τέρατα που κρύβονται στην ομίχλη των παγκοσμιοποιημένων αγορών.

 

Είναι λοιπόν προφανές ότι για εμάς δεν αρκεί η αποπομπή του πολιτικού προσωπικού του συστήματος από την εξέδρα των επισήμων (και πολύ περισσότερο η παραμονή σ΄ αυτή των εκπροσώπων των πλέον ανεξέλεγκτων κοινωνικά μηχανισμών, όπως ο στρατός και η εκκλησία). Θα πρέπει να αμφισβητηθεί ολόκληρος ο συμβολισμός και η τελετουργία των παρελάσεων. Και εδώ θα πρέπει με σαφήνεια να τοποθετηθούν όλες οι κοινωνικοπολιτικές αντιστάσεις, ζητώντας την κατάργηση όλων αυτών των αρχαϊκών τελετουργιών. Σε μια τέτοια προοπτική οι αυθόρμητες μετατροπές των παρελάσεων σε διαδηλώσεις μπορούν να θεωρηθούν ένα ελπιδοφόρο σημάδι. Άλλωστε μόνο οι συμβιβασμένοι αποδίδουν τιμές παρελαύνοντας πειθαρχημένα. Οι καταπιεσμένοι σ΄ όλο «το διάβα της Ιστορίας» αντιστέκονται, διαδηλώνουν, εξεγείρονται ενάντια στους εκμεταλλευτές τους.

 

ΥΓ: Σ΄ αυτή την κατεύθυνση θεωρούμε ως πρώτο θετικό βήμα την απόφαση κάποιων Δήμων να μη στηθούν καθόλου εξέδρες για την παρέλαση. Έστω και μόνο χωρίς «επισήμους» ο διαχωρισμός σε εξουσία και υπηκόους δέχεται ένα συμβολικό πλήγμα.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τεταμένη η κατάσταση στις φυλακές Γρεβανών

Yπάρχει εργατική τάξη σήμερα;