Η διαρροή ραδιοϊσοτόπων από τον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα ενδέχεται να ήταν διπλάσια από τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις της Ιαπωνικής κυβέρνησης, και να έφτασε το ένα έκτο της διαρροής από το Τσερνόμπιλ, ανακοίνωσε χθες η εταιρεία Tepco, που διαχειρίζεται το κατεστραμμένο εργοστάσιο.
Από τη μεριά τους, δύο φορείς του ΟΗΕ δημοσιεύουν προκαταρκτικές εκθέσεις που δείχνουν ότι οι επιπτώσεις στην υγεία του ιαπωνικού πληθυσμού δεν ήταν σημαντικές.
Νέες εκτιμήσεις
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ιαπωνική εταιρείας παραγωγής ηλεκτρισμού Tepco, οι ζημιές που προκλήθηκαν στις 11 Μαρτίου 2011, η συνεπακόλουθη βλάβη στα συστήματα ψύξης των αντιδραστήρων και οι εκρήξεις του υδρογόνου, που οφείλονται στην τήξη του πυρηνικού καυσίμου, προκάλεσαν την έκλυση στην ατμόσφαιρα ραδιενεργών ουσιών που έφθαναν τα 900.000 Τεραμπεκερέλ, υπό τη μορφή των ραδιενεργών ισοτόπων ιώδιο-131 και καίσιο-137 , το διπλάσιο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις.
Οι συνολικές εκλύσεις αυτές, που είναι συμβατές με τις διεθνείς συγκρίσεις, είναι ανώτερες από εκείνες που είχαν δημοσιευθεί προηγουμένως από την Ιαπωνική Υπηρεσία Πυρηνικής Ασφάλειας και μία κυβερνητική επιτροπή, αλλά ακόμη κι έτσι πόρρω απέχουν από τα επίπεδα εκλύσεων του Τσερνόμπιλ, προ 25ετίας, που έφθαναν τα 5,2 εκατ. Τεραμπεκερέλ.
Η νέα εκτίμηση της Tepco, που εκμεταλλεύεται το πυρηνικό συγκρότημα της Φουκουσίμα, βασίζεται στις μετρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο διάστημα 12-31 Μαρτίου 2011, στο εξωτερικό του σταθμού. Η εταιρεία εκτιμά πως οι εκλύσεις κατά τις εβδομάδες και τους μήνες που ακολούθησαν δεν ξεπερνούσαν το 1% εκείνων του Μαρτίου.
Εκθέσεις του ΟΗΕ
Από τις δύο νέες προκαταρκτικές εκθέσεις του ΟΗΕ, η μία δημοσιεύτηκε από την Επιστημονική Επιτροπή του ΟΗΕ και αφορά στις Επιδράσεις της Ατομικής Ακτινοβολίας (UNSCEAR), η οποία είχε αναλάβει να εκτιμήσει και τη διαρροή του Τσερνόμπιλ.
Συγκεκριμένα, η έκθεση δείχνει ότι μόνο 167 εργάτες του εργοστασίου δέχθηκαν δόσεις ακτινοβολίας που πιστεύεται ότι αυξάνουν ελαφρώς τον κίνδυνο καρκίνου. Όμως, κανένας από τους έξι εργάτες που πέθαναν μετά το ατύχημα δεν έχασαν τη ζωή τους από τη ραδιενέργεια.
Το τελικό κείμενο της έκθεσης αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το Μάιο του 2013 και υπολογίζει τις δόσεις που δέχτηκαν περίπου δύο εκατομμύρια κάτοικοι στην περιφέρεια της Φουκουσίμα.
Η δεύτερη προκαταρκτική έκθεση δημοσιοποιείται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και είναι εξίσου καθησυχαστική με την πρώτη. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Φουκουσίμα και της Ιαπωνίας γενικά δέχθηκε συνολικές δόσεις μικρότερες από 10 millisievert, οι οποίες δεν θεωρούνται επικίνδυνες.
Η ιαπωνική κυβέρνηση έχει θέσει ως όριο ασφάλειας τα 20 mSv το χρόνο, ενώ σύμφωνα με την έκθεση του ΠΟΥ το όριο έκθεσης για τους εργαζόμενους πυρηνικών εργοστασίων είναι 50 mSV ανά έτος.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά ήταν τα στοιχεία για τις κωμοπόλεις Νάμι και Ιτάτε, οι οποίες δεν εκκενώθηκαν παρότι έχουν περάσει αρκετοί μήνες από το ατύχημα. Τα νήπια της περιοχής δέχθηκαν δόσεις 10 έως 100 mSV, κυρίως υπό τη μορφή ιωδίου-131, και ενδέχεται να αντιμετωπίζουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του θυρεοειδούς.
Και οι δύο εκθέσεις εκτιμούν ότι, ακόμα κι αν υπάρξει αύξηση των περιστατικών καρκίνου λόγω του ατυχήματος, η αύξηση αυτή θα είναι τόσο μικρή ώστε πιθανότατα δεν θα είναι στατιστικά μετρήσιμη.
Ωστόσο, ακόμη κι αν ο κίνδυνος καρκίνου είναι αμελητέος, οι επιπτώσεις του πυρηνικού αυτού ατυχήματος παραμένουν σημαντικές: περίπου 160.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους σε μια έκταση 132 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής αυτής θα μείνει ακατοίκητο για δεκαετίες.