Της
Ροσάνα Ροσάντα
Η ημερίδα της Φλωρεντίας, στις 9 Δεκεμβρίου, που οργανώθηκε με θέμα την «Πορεία της Ευρώπης» αξίζει έναν συλλογισμό κάπως πιο σοβαρό απ’ αυτόν που της αφιερώσαμε το περασμένο Σάββατο. Αγγίζει κάποια από τα μεγαλύτερα θέματα της υπόθεσης της αριστεράς στα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβάνοντας και εμάς.
Η αξιολόγηση της κρίσης
Η πρώτη σκέψη είναι η αξιολόγηση της κρίσης: γιατί, από πότε, από ποιον και πώς διαδραματίστηκε. Την ονομάζουμε «κρίση του καπιταλισμού»: αν μ’ αυτό εννοούμε ότι είναι μια κρίση «μέσα στον καπιταλισμό», πάει καλά, αν όμως υπονοούμε ότι ο καπιταλισμός είναι σε κρίση δεν πάει καθόλου καλά. Πάνω σ’ αυτό υπήρξε μεταξύ των συμμετεχόντων μια σχετική σαφήνεια. Το σύστημα περνάει κρίση χωρίς να χάνει την ηγεμονία του όταν δε συγκρούεται με ένα εναλλακτικό, ή επαναστατικό υποκείμενο, που βρίσκεται στο επίπεδό του. Σήμερα αυτό δεν υπάρχει. Είναι αλήθεια ότι το 99% των πληθυσμών είναι θύμα αυτής της κρίσης, αλλά πάνω από το μισό αυτού του 99% δεν το ξέρει. Και αργούμε να εξακριβώσουμε γιατί γυρίσαμε πίσω έναν αιώνα στο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων. Ακόμη και οι πιο γενναίες και συνεπείς αντιδράσεις – εργατικές αντιδράσεις όταν υπάρχει άμεση επίθεση ενάντια στην εργασία, όπως συνέβη στην περίπτωση της Fiat, ή στα κοινωφελή αγαθά που θέλουν να τα θέσουν υπό τον έλεγχο του ιδιωτικού κέρδους, ή ενάντια στη διαφθορά – αλλά και ευρύτερες και νεανικές αντιδράσεις, του τύπου «αγανακτήστε», μοιραία θα σαρωθούν αν δεν εντοπίσουν ξεκάθαρα το μηχανισμό κυριαρχίας του αντιπάλου.
Αυτό δεν είναι εύκολο. Ένα από τα χαρτιά που το κεφάλαιο κατέβασε στο πεδίο της μάχης με νικηφόρο αποτέλεσμα είναι η θεωρία του Φουκουγιάμα, σύμφωνα με την οποία, με την πτώση των «υπαρκτών σοσιαλισμών» -με τους οποίους ήταν άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένες οι πολιτικές οργανώσεις και τα συνδικάτα του εργατικού κινήματος- είχαμε φθάσει στο «τέλος της ιστορίας».
Φυσικά δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει. Είναι, όμως, βέβαιο ότι το κεφάλαιο αντέδρασε νωρίτερα από μας στην ανάπτυξη ενός διάχυτου αντικαπιταλισμού από το τέλος της αποικιοκρατίας μέχρι το ‘68, και ότι η επιθετικότητά του άλλαξε την οργάνωση της εργασίας, παγκοσμιοποίησε την εικόνα του και την ομοίωσή του στον πλανήτη, διεύρυνε τις ανισότητες, ανέτρεψε την πολιτική κουλτούρα της δεύτερης μεταπολιτικής περιόδου.
Οι εσωτερικές ισορροπίες
του συστήματος
Και όχι μόνο: τροποποίησε τις εσωτερικές του ισορροπίες, δίνοντας έμφαση στον χρηματοοικονομικό χώρο σε σχέση με τη λεγόμενη «πραγματική οικονομία». Σ’ αυτό οφείλεται η κατάντια τού να εναλλάσσονται πολιτικά η λαϊκιστική δεξιά με τη φιλελεύθερη δεξιά, ο Μπερλουσκόνι και ο Μόντι, με το συνεπαγόμενο διαγούμισμα της ελευθερίας των ανδρών και των γυναικών, υπό την έννοια που είχαμε επιτύχει να την προσλάβουμε.
Όπως και η κρίση των subprimes, η ευρωπαϊκή κρίση προέρχεται από το γεγονός ότι η ιδέα της Ευρώπης και του νομίσματός της γεννήθηκε μέσα στον άκρατο φιλελευθερισμό, που σημαίνει μονεταρισμό και προτεραιότητα στον αποπληθωρισμό, με την αριστερά να έχει παραλύσει. Η αριστερά δεν έχει καν τη δύναμη να εξηγήσει γιατί ο Νταλέμα και ο Μπερσάνι (σ.σ. Πρώην και νυν πρόεδρος του Δημ. Κόμματος, άλλωστε στελέχη του ΙΚΚ) διαδέχτηκαν τόσο σύντομα το ΙΚΚ των καλύτερων χρόνων του, τι συνέβη πραγματικά, τι ήταν η ΕΣΣΔ αφού μετά την πτώση της δεν εμφανίστηκε καμία αληθινή προσπάθεια σοσιαλισμού και ελευθερίας.
Δεν πρόκειται για ρητορικά ή αμελητέα ερωτήματα, γιατί σ’ αυτό οφείλεται η ανικανότητα να σκεφτούμε οποιαδήποτε εναλλακτική λύση, έστω και μόνο μεταρρυθμιστική, συστημική – και απέτυχε κάθε προσπάθεια ανάλυσης του τρόπου παραγωγής, κάθε αριστερό και εναλλακτικό υποκείμενο εκτός από κάποια θραύσματα, και ως επί το πλείστον χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους.
Η κυριαρχία του κεφαλαίου, χρηματοπιστωτικού ή όχι, δεν έχει πλέον όρια, ο Μαρκιόνε (Διευθύνων Σύμβουλος της FIAT) μάς κοροϊδεύει με τη Fiat «μετά Χριστόν» προαναγγέλλοντας, όπως είπε ο Λαντίνι (σ.σ. Αριστερός συνδικαλιστής στο μέταλλο -FIOM), μια γενική γραμμή καταστροφής όχι μόνο κάθε κομμουνισμού αλλά και κάθε ρεφορμισμού, κατεδαφίζοντας αυτά που θεωρούσαμε «δικαιώματα».
Μ’ αυτή την ανάλυση όσοι βρέθηκαν στη Φλωρεντία συμφώνησαν λίγο-πολύ όλοι. Μα οι μορφές με τις οποίες αρθρώθηκε ήταν μερικά ασαφείς, μερικά αθεμελίωτες, δυσνόητες: αφού πέρασε σε δεύτερη μοίρα ο απατεώνας Μπερλουσκόνι, ο τίμιος Μόντι ειλικρινά μας γεμίζει μώλωπες. Η ιστορική αριστερά ή συναινεί ή είναι άφωνη.
Τι πρέπει να κάνουμε;
Το δεύτερο ζήτημα που συζητήθηκε αφορά το τι πρέπει να κάνουμε. Πριν από τριάντα χρόνια, ίσως και λιγότερο, σε έναν τόσο βίαιο σπασμό του συστήματος θα είχαμε απαντήσει με μια προσπάθεια να το ανατρέψουμε ή τουλάχιστον να του βάλουμε σοβαρούς όρους. Τώρα αποδεχτήκαμε να καταστρέψει, δε λέω, την ιδέα μιας επαναστατικής λύσης, αλλά ακόμη και τον πολύ πιο ήπιο συμβιβασμό των αποκαλούμενων ένδοξων Τριάντα χρόνων μετά τον πόλεμο.
Η ιστορική αριστερά προσαρμόζεται, τα κινήματα αγανακτούν, ολόκληρες τάξεις, αρχίζοντας από τη μισθωτή εργασία, που έχει ήδη οπισθοδρομήσει και μεταβληθεί σε επισφαλή εργασία, καταστρέφονται, και οι χώρες μαζί μ’ αυτές. Η περίφημη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δε φαίνεται πουθενά, κάθε κράτος σκέφτεται τον εαυτό του. Μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο πέρα από το να βάλουμε φρένο στη γρήγορη ροή της καταστροφής; Αυτό προσπάθησε να κάνει η ημερίδα της Φλωρεντίας «Πορεία της Ευρώπης», δραστηριοποιώντας γύρω της ένα αναπάντεχο ακροατήριο, συμπεριλαμβανομένων κάποιων πατέρων θεμελιωτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αισθάνονται άβολα μέσα στη γερμανο-γαλλική κυριαρχία, η οποία κατά τα άλλα δεν έχει καμία νομιμοποίηση.
Δεν πρόκειται για ξαφνικές μεταστροφές: πρόκειται για τη διαπίστωση ότι η φιλελεύθερη γραμμή δεν είναι μόνο ωμή, αλλά δεν κατορθώνει ούτε να θέσει τέλος σ’ αυτή την καταστροφή. Οι χώρες, κάτω από τους χειρισμούς των οίκων αξιολόγησης, υπόκεινται όλο και περισσότερο τα τοκογλυφικά επιτόκια των τραπεζών, με απόλυτη ανισότητα, και συνεπώς η μία ενάντια στην άλλη και με αυξανόμενη δανειακή επιβάρυνση. Κι αυτή είναι μόλις η αρχή.
Οι προτάσεις μας, είναι ακριβώς αυτό, «μεταρρυθμιστικές»: να χτυπήσουμε το χρηματιστικό κεφάλαιο με μεγαλύτερη φορολογία, να χτυπήσουμε τις μεγάλες περιουσίες, να επανεισάγουμε έναν έλεγχο των κεφαλαίων σε αντίθετη κατεύθυνση με τη γερμανική φόρμουλα, να δώσουμε μια ανάσα στους κοινοτικούς οργανισμούς, να επαναφέρουμε την ΕΚΤ στους σκοπούς που θα έπρεπε να έχει, να ξαναδημιουργήσουμε ένα κομπόδεμα, που σήμερα έχει εξαφανιστεί παντού, για την ανάπτυξη. Ανάπτυξη σημαίνει απασχόληση, που σήμερα είναι παντού σε μείωση και με απαράδεκτες επιθέσεις στους μισθούς.
Και εδώ συναντάμε τόσο τα όρια του ρεφορμισμού, όσο και τις διαμαρτυρίες των πρασίνων, οι οποίοι θυμούνται ότι ανάπτυξη σημαίνει μέχρι σήμερα καταστροφή των φυσικών πόρων και της ισορροπίας του πλανήτη. Ο Γκουίντο Βιάλε (1) προτείνει να βγούμε από την αντίθεση ανάπτυξη –αποανάπτυξη, επιλέγοντας «ανάπτυξη», που δε σημαίνει μόνο και κυρίως αύξηση των υλικών αγαθών και της υλικής κατανάλωσης, που πνίγει τη φύση κι εμάς. Πώς; Με ποιον; Δεν μπορούμε να κρύψουμε ότι ο διάλογος είναι δύσκολος, αν όχι ανέφικτος, μεταξύ χωρών του τρίτου κόσμου που πεινούν, αναδυομένων χωρών που βρυχώνται μέσα στην ανάπτυξη, χωρών που αρχίζουν να συνειδητοποιούν το πρόβλημα, και πάνω απ’ όλα τεράστιων αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Χωρίς να αποφύγουμε να διεκδικεί η καθεμία απ’ αυτές την «κεντρική της θέση», σύμφωνα με ριζωμένες και μοιραίες παραδόσεις.
Οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις
Τρίτο, το πρόβλημα των πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Ο Λουίτζι Φεραγιόλι (2) υπενθύμισε στη Φλωρεντία τον οικονομικό αναλφαβητισμό των νομικών, κι ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω τον πολιτικό αναλφαβητισμό των οικονομολόγων, χωρίς να θέλω να προσβάλω κανέναν. Για να λέμε την αλήθεια είναι πολύ λίγο ξεκάθαρο το όριο ανάμεσα σ’ αυτά που ονομάζουμε πολιτική, δίκαιο, οικονομία. Τα μέτρα της ΕΕ, που ανέλαβε ο Μόντι, είναι «οικονομικά» αν η οικονομία περιοριστεί σε «λογιστική του προϋπολογισμού», αλλά είναι «πολιτικά» από την άποψη των ταξικών σχέσεων και των συνεπειών που έχουν σε ολόκληρη την κοινωνία.
Τα κινήματα αντίστασης, όπως οι «αγανακτισμένοι», που εγείρονται σε αντίθεση με την αδρανή ιστορική αριστερά, δεν είναι πάντα σε θέση να γνωρίζουν πού πάνε ή πού θα ήθελαν να πάνε. Ανάβει ο καβγάς μεταξύ του «επιτέλους τελείωσαν τα κόμματα» και της «δυσκολίας των κινημάτων να συντονιστούν και να διαρκέσουν». Κάποιες εμπειρίες των τοπικών κοινοτήτων επεξεργάζονται εκ νέου το δίλημμα με τη διαλεκτική/συνάντηση μεταξύ των μεν και των δε [Ντελα Πόρτα (3), Λουκαρέλι (4)]. Μας απασχολεί η συζήτηση για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη συμμετοχική δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία (με τη νέα διατύπωση που έγινε από τον Γκίνσμποργκ (5) και τον Ντολιάνι (6) με στόχο τη μεταρρύθμιση των ευρωπαϊκών συμφώνων, σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση απ’ αυτήν που τροφοδότησε την τελευταία συνεδρίαση στις Βρυξέλλες.
Η αντιπαράθεση ανάμεσά μας και η σύγκρουση με τις εξουσίες είναι ανοιχτή σε όλα τα μέτωπα. Και απαιτεί εμβαθύνσεις στις οποίες δεν είμαστε πολύ συνηθισμένοι. Όμως αρχίζει να χαράζεται ένας δρόμος στη Φλωρεντία, η βούληση και οι δεσμεύσεις υπάρχουν. Είναι φανερό ότι αγγίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα της ιστορίας μας.
Δημοσιεύτηκε στο «Il Manifesto» 13/12/2011 – Μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς.
(1) Ο Γκουίντο Βιάλε είναι οικονομολόγος για το περιβάλλον και την ανάπτυξη. Από τα ηγετικά στελέχη της Lotta Continua.
(2) Ο Λούτζι Φεραγιόλι, γνωστός μαρξιστής, είναι καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου.
(3) Η Ντονατέλα ντελλα Πόρτα είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών. Ασχολείται μετά κινήματα.
(4) Ο Αλμπέρτο Λουκαρέλι είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νάπολη. Αντιδήμαρχος «κοινών αγαθών».
(5) Ο Πολ Γκίνσμποργκ είναι, γνωστός Άγγλος ιστορικός, ειδικός για θέματα Ιταλίας, καθηγητής.
(6) Ο Μάριο Νταλιάνι είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου. Πρώην πρόεδρος και διευθυντής του Ινστιτούτου Γκράμσι στο Τορίνο.
Πηγή: Η Εποχή