Είχα διαβάσει κάπου ότι τα αρχαία κατάλοιπα που μπορεί να κρύβονται στο χώμα είναι κάτι σαν μόλυνση του εδάφους που πρέπει, πάση θυσία, να αντιμετωπισθεί, προκειμένου στο υγιές καθαρό έδαφος να ολοκληρώνονται απρόσκοπτα κάθε λογής ιδιωτικά και δημόσια έργα, απαραίτητα για τη σύγχρονη ζωή. Όταν ξεκίνησε η κατασκευή του μετρό, όλοι ξέραμε ότι το έδαφος στην εντός των τειχών Θεσσαλονίκη ήταν βαθειά «μολυσμένο» μετά από μερικές χιλιάδες έντονης και αδιάλειπτης ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή. Τον τελευταίο καιρό, και παρά τις επιμέρους «απολυμάνσεις» που πραγματοποιήθηκαν μέχρι τώρα, τα πράγματα χειροτέρεψαν απότομα, όταν στην καρδιά της πόλης, στη γωνία Εγνατίας και Βενιζέλου, οι εργασίες του μετρό σκόνταψαν πάνω στην καρδιά της Βυζαντινής πόλης, τη διασταύρωση της Μέσης οδού με το δρόμο που οδηγούσε από βυζαντινό λιμάνι στην ακρόπολη.
Η κατασκευάστρια εταιρία με την υποστήριξη των κυβερνητικών αρμοδίων, αποφάσισε, και στην περίπτωση αυτή, να προχωρήσει σε «απολύμανση», μεταφέροντας το σταυροδρόμι μαζί με τα κατάλοιπα των κτιρίων που το περιέβαλλαν, σε έναν άλλο ελεύθερο χώρο του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Η έντονη αντίδραση των αρχαιολόγων, που επεσήμαναν το παράλογο μιας τέτοιας απόφασης, δημιούργησε ένα πλατύ μέτωπο φορέων και πολιτών που, παρά επιμέρους διαφοροποιήσεις, συνστρατεύονται γύρω από το σύνθημα «και μετρό και αρχαία».
Η στάση της εταιρίας και των κρατικών υπευθύνων παραμένει αδιάλλακτη, και είναι ορατός ο κίνδυνος, τελικά, τα αρχαία να σωθούν μεν ως υλικά σώματα, αλλά να καταστραφούν οριστικά ως φορείς μνήμης εμπεδωμένης στο ίδιο το ιστορικό σώμα της πόλης. Είναι, επίσης, ορατός ο κίνδυνος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η έντονη συζήτηση των τελευταίων εβδομάδων αποτελεί ακόμη μία διαμάχη ανάμεσα στους –λόγω ανοησίας ή πολιτικής σκοπιμότητας- αρνητές της ανάπτυξης και της προόδου, και στους πραγματιστές που, με αίσθημα ευθύνης, φροντίζουν για το μέλλον της πόλης, έχοντας βρει λύση και για την διατήρηση του παρελθόντος της. Ο γ.γ. Δημοσίων Έργων, μάλιστα, προκειμένου να ενισχύσει αυτή την εντύπωση και να αποστομώσει τους διαμαρτυρόμενους, επικαλέστηκε την επιτυχημένη πρακτική της μεταφοράς αρχαίων μνημείων σε άλλες περιπτώσεις, με προεξάρχον παράδειγμα τον ναό του Αμπού Σιμπέλ στην Αίγυπτο.
Αρχικά, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο δίδυμος ναός του Ραμσή και της Νεφερτίτης χτισμένος στη μέση της αιγυπτιακής ερήμου, μετακινήθηκε μόλις 65 μέτρα πιο ψηλά και 200 μέτρα πιο πίσω˙ παρέμεινε, δηλαδή, στην ουσία στη θέση του, όσο αφορά τη σχέση του με το φυσικό και το ανθρωπογενές τοπίο. Ο προσανατολισμός του διατηρήθηκε με απόλυτη ακρίβεια, και δυο φορές το χρόνο οι ακτίνες του ήλιου που ανατέλλει πέφτουν στο εσωτερικό και φωτίζουν τα αγάλματα των θεών, όπως ακριβώς και πριν από 3.500 χρόνια. Εκτός, μάλιστα, από τα δομικά υλικά, ανακατασκευάστηκε και ο λόφος μέσα στον οποίο αυτά ήταν ενσωματωμένα, επιτείνοντας στον επισκέπτη την εντύπωση ότι δεν άλλαξε απολύτως τίποτε.
Παρόλα αυτά, το παράδειγμα του Αμπού Σιμπέλ θεωρήθηκε επιτυχημένο από τους υπέρμαχους της μεταφοράς, που δεν κολλούν σε παρόμοιες λεπτομέρειες. Και από μια άποψη πράγματι είναι. Δίνει, νομίζω, μια αποστομωτική απάντηση στα επιχειρήματα της Αττικό Μετρό, που πιέστηκε να εγκαταλείψει, προς στιγμήν, τη σκανδαλώδη κρυψίνοιά της και να αποκαλύψει μια πλειάδα εναλλακτικών σχεδιασμών του σταθμού της Βενιζέλου που θα επέτρεπαν τη συνύπαρξη αρχαίων και μετρό. Σχεδιασμούς, όμως, που, όπως εξήγησε, απέρριψε επειδή ήταν «ακριβοί», «δύσκολοι» και «χρονοβόροι». Στο σημείο αυτό η αντιπαραβολή της αντίληψης αυτής με εκείνη που έδειξαν οι αιγυπτιακές αρχές μπροστά στο δικό τους αρχαιολογικό «πρόβλημα» είναι εξαιρετικά χρήσιμη, καθώς αποδεικνύει ότι το «ακριβό» και το «φτηνό» δεν είναι έννοιες απόλυτες˙ καθορίζονται κάθε φορά από το «προϊόν» που αγοράζεις. Κανείς δε θεώρησε «ακριβή» λύση τη μετακίνηση του αιγυπτιακού ναού αν και, τη δεκαετία του 1960, στοίχισε 40 εκατομμύρια δολάρια (σήμερα περίπου 250 εκατομ.). Κανείς δεν πτοήθηκε από το πόσο «δύσκολο» ήταν να μεταφερθούν οι 10.000 δόμοι του ναού, μερικοί από τους οποίους ζύγιζαν 30 τόνους. Αντί να κάνουν απολύσεις, έριξαν στη δουλειά 1.600 αρχαιολόγους, μηχανικούς και εργάτες και το έργο τελείωσε μέσα σε τέσσερα χρόνια! Αποδείχθηκε, δηλαδή, πως ένα τέτοιας εμβέλειας έργο είναι δυνατόν να μην είναι καθόλου «χρονοβόρο». Σήμερα ο ναός δέχεται περίπου 500.000 επισκέπτες το χρόνο, συμβάλλοντας καθοριστικά τόσο στην προβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Αιγύπτου, όσο και στην οικονομία της.
Όμως, δεν είναι θεμιτό να σχολιάζει κανείς τη μεταχείριση των αιγυπτιακών καταλοίπων εκτός του ιστορικού τους πλαισίου, που και αυτό, νομίζω, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Παρά το στομφώδες λεξιλόγιο που χρησιμοποιούν οι εκπρόσωποι της Αττικό Μετρό και οι κυβερνητικοί παράγοντες για να αναδείξουν τη σημασία της ολοκλήρωσης του μετρό της Θεσσαλονίκης (που, σημειωτέον, κι εγώ περιμένω με ανυπομονησία και ορκίζομαι δημόσια ότι, άμα τη ολοκληρώσει, θα χρησιμοποιώ ανελλιπώς), η σημασία του δε μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε για την Αίγυπτο του 1960 η γρήγορη και απρόσκοπτη ολοκλήρωση του φράγματος του Ασουάν από τα ύδατα του οποίου κινδύνευε ο ναός του Αμπού Σιμπέλ. Το φράγμα αποτελούσε την οριστική λύση για τη διαχείριση των υδάτων του Νείλου και εξασφάλιζε την παραγωγική επιβίωση της χώρας. Θα πρέπει, μάλιστα, να επισημάνω ότι δεν είναι τυχαίο ότι το πρόβλημα αυτό (που απασχολούσε τους αιγύπτιους από τον καιρό του Ραμσή) λύθηκε σε μια περίοδο που ο τότε πρόεδρος της Αιγύπτου, Νάσερ, προχωρούσε σε μια σειρά κινήσεις χειραφέτησης της χώρας του από την αποικιοκρατία. Παρά τις έντονες και καθόλου ειρηνικές αντιδράσεις των Άγγλων και των Γάλλων, η διώρυγα του Σουέζ εθνικοποιήθηκε και το τεράστιο οικονομικό όφελος που προέκυψε έκανε εφικτή την κατασκευή του φράγματος του Ασσουάν του 1δις δολαρίων (σημερινά περίπου 6δις). Και σα να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση Νάσερ κατάφερε να συγκινήσει τη διεθνή κοινότητα που, με το συντονισμό της Ουνέσκο, συγκέντρωσε το μισά από τα χρήματα που απαιτούνταν για τη σωτηρία του αρχαίου ναού που απειλούνταν από τα ύδατα του φράγματος. Αποδεικνύοντας ότι και μια φτωχή χώρα μπορεί να κάνει «ακριβά» και «δύσκολα» όνειρα, και ακόμη χειρότερα, να τα κάνει γρήγορα πραγματικότητα.
Αν από αρχαιολογική και τεχνική άποψη η σύγκριση της Μέσης Οδού της Θεσσαλονίκης και του αιγυπτιακού Αμπού Σιμπέλ, μοιάζει παρακινδυνευμένη, η σύγκριση ανάμεσα στην πολιτική και το όραμα του Νάσερ για την Αίγυπτο του 1960 και στην πολιτική και το όραμα των κυβερνητικών παραγόντων για τη Θεσσαλονίκη του 21ου αιώνα είναι εντελώς αστεία ή, μάλλον, τραγική. Δεν ξέρω αν η αντίδραση των θεσσαλονικέων θα είναι τελικά τόσο σθεναρή, ώστε να μην αποξηλωθεί η βυζαντινή καρδιά της καθημαγμένης πόλης μου. Ομολογώ ότι εκείνο που, κυρίως, προσδοκώ είναι η αντίδρασή μας, μαζί με άλλες που αδικαιολόγητα έχουν καθυστερήσει, να καταφέρει να αποξηλώσει, διαπαντός, αυτούς που την καταδικάζουν σε φτηνά όνειρα.
Νάσια Χουρμουζιαδη, αρχιτέκτονας, δρ μουσειολογίας