in

Η εργατική τάξη στην Ελλάδα. Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

Παρουσίαση βιβλίου του Γ. Αλεξάτου

Γιώργος Αλεξάτος, Η εργατική τάξη στην Ελλάδα, Κοινωνική συγκρότηση και ταξικοί αγώνες, σελ 461

Η παρουσίαση γίνεται στη σκιά πέντε καμμένων εργατριών, ενώ οι συλληφθέντες υπεύθυνοι κι εργοδότες έχουν ήδη αφεθεί ελεύθεροι χωρίς περιοριστικούς όρους. Μια οδυνηρή υπενθύμιση του τι σημαίνει να ανήκεις στην εργατική τάξη.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη που αφορούν αντίστοιχα τρεις διαφορετικές ιστορικές περιόδους του μισού αιώνα με τον οποίο καταπιάνεται. Πρώτα τα χρόνια της Κατοχής, της απελευθέρωσης και του Εμφυλίου (1940-49), κατόπιν τα χρόνια της, κατά Νικολακόπουλο, “καχεκτικής δημοκρατίας” και της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1949-74) και τέλος την πρώτη περίοδο της τρίτης δημοκρατίας (1974-89). Αυτές τις περιόδους τις εξετάζει με βάση τρεις άξονες: Έναν που αφορά τη μορφή και τη σύνθεση της εργατικής τάξης, θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε κοινωνικοοικονομικό, και σ’ αυτόν εντάσσονται κι οι αναφορές στην πολιτιστική παραγωγή που την αφορά, με έμφαση στο τραγούδι με το οποίο έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα ο συγγραφέας, αλλά και τη θέση των γυναικών μέσα σ’ αυτήν. Έναν άλλο που εξετάζει την πορεία του συνδικαλισμού στη συγκεκριμένη περίοδο. Κι έναν τρίτο που αναφέρεται στην πολιτική ιστορία με έμφαση στους σχηματισμούς της Αριστεράς και κεντροαριστεράς, αυτούς δηλαδή που κατά “δήλωσίν τους” επιδιώκουν να εκφράσουν τον κόσμο της δουλειάς.

Ένα θεμελιώδες ζήτημα που αναφύεται εξαρχής είναι αυτό των ορίων της εργατικής τάξης. Προφανώς η απάντηση δεν μπορεί να είναι η ίδια σε κάθε τόπο και σε κάθε χρονική περίοδο, κάτι που καταγράφει ο συγγραφέας, βάζοντας στη μεταπολεμική εργατική τάξη τους υπαλλήλους, ενώ δεν τους περιελάμβανε στο προηγούμενο έργο του για το συγκεκριμένο θέμα, το οποίο μελετά την περίοδο μέχρι τον Μεσοπόλεμο. Κι αυτά τα όρια αλλάζουν συνεχώς. Σήμερα, δηλαδή, έχουμε διάφορους τομείς της οικονομίας όπου υπάρχουν άτομα που εμφανίζονται ως αυτοαπασχολούμενα, οπότε θεωρούνται τυπικά επιχειρηματίες (έστω μικροί), ενώ ουσιαστικά δουλεύουν με συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Τέτοιες περιπτώσεις είναι μηχανικοί με μπλοκάκια ή ντελιβεράδες και ταξιτζήδες που εργάζονται για πλατφόρμες.

Προφανώς και το χρονικό διάστημα αλλά και τα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται ο Γιώργος είναι αρκετά μεγάλα και για μια πλήρη καταγραφή κι ανάλυση θα χρειάζονταν μάλλον κάποιοι τόμοι. Παρ’ όλ’ αυτά το βιβλίο είναι μια πολύ καλή εισαγωγή, χάρις κυρίως στη συνάρθρωση των τριών αξόνων που προανέφερα. Ανάλογα τις ιστορικές μας γνώσεις μπορεί να γνωρίζουμε αρκετά κάποιο γεγονός, κάποια περίοδο, κάποιο τομέα, όμως η συνολική παρουσίαση μας βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα το πώς ζούσαν, δούλευαν, σκέφτονταν κι αγωνίζονταν τα μέλη της εργατικής τάξης στη χώρα μας.

Δηλαδή ενώ ξέρουμε για την αντίσταση στις δυνάμεις κατοχής δεν είναι εύκολο να διανοηθούμε πώς οργανώνεται μια απεργία σε τέτοιες συνθήκες. Συνθήκες ακραίες από κάθε άποψη, καθώς το να συλληφθείς σήμαινε άμεσο κίνδυνο εκτέλεσης ή εξόντωσης από καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία, αλλά κι αν δεν αντιδρούσες υπήρχε άμεσος κίνδυνος να πεθάνεις από πείνα. Παρεμπιπτόντως, να αναφέρουμε ότι στην ιστοριογραφία της περιόδου έχει τονιστεί πολύ περισσότερο η ένοπλη αντίσταση στα βουνά, που ήταν σημαντική, ενώ έχει υποτιμηθεί η πολιτική αντίσταση που έλαβε χώρα κυρίως στις μεγάλες πόλεις κι, εκτός των άλλων, είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα από την οποία δεν στάλθηκαν μαζικά εργάτες στα εργοστάσια της ναζιστικής Γερμανίας, καθώς οι απεργίες κι οι διαδηλώσεις στις αρχές του 1943 ματαίωσαν τα σχέδια των ναζί και τη δωσιλογικής κυβέρνησης για πολιτική επιστράτευση. Η κατάσταση θα παραμείνει εξαιρετικά δύσκολη και τα επόμενα χρόνια (Εμφύλιος και “καχεκτική δημοκρατία”), όπου ενώ δεν υπάρχει το φάσμα της άμεσης πείνας παραμένουν οι κίνδυνοι των εκτελέσεων, φυλακίσεων, εξοριών. Κι όχι όταν κάποιος κάνει απεργία, αλλά απλώς όταν συνδικαλίζεται ή έστω συζητάει εργατικά αιτήματα. Όμως θα υπάρχουν αντιστάσεις και θα επιβιώσουν και θα μεγαλώσουν συνδικάτα πέρα από τα ελεγχόμενα από τους “κίτρινους” εργοτοπατέρες, όπως δείχνει η εμπειρία των 115 σωματείων που στην πορεία έγιναν πολύ περισσότερα.

Στην τρίτη περίοδο υπάρχει, μεν, μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης κι άνοδος της αγωνιστικής συνδικαλιστικής δραστηριότητας, αλλά δεν λείπουν ούτε η καταστολή ούτε οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στα σωματεία. Είναι όμως τα χρόνια που οι αγώνες είναι πιο αποτελεσματικοί. Γι’ αυτά, πλέον, τα χρόνια έχω και προσωπική εμπειρία, όχι ως εργαζόμενος βέβαια αλλά ως γιος οικοδόμου σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη. Αν κι ο πατέρας μου είχε γενικά συντηρητικές κοινωνικές απόψεις, ιδιαίτερα για τα ζητήματα φύλου που λέμε σήμερα, και δεν ήταν έντονα πολιτικοποιημένος (ανήκε μάλλον στον χώρο του Κέντρου, χοντρικά) εννοείται ότι συμμετείχε στο τοπικό συνδικάτο οικοδόμων κι ενίοτε στις απεργίες, και πάλι όχι σε όλες.

Και δεν μπορώ να μην κάνω τη σύγκριση με τη δική μου εμπειρία ως εργαζόμενου και συνδικαλιστή εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. “Κομίζω γλαύκα εις Αθήνας” αν πω ότι στον 21ο αιώνα είναι ελάχιστο το ποσοστό των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της χώρας μας που είναι έστω γραμμένοι σε συνδικάτα και παίρνουν μέρος στις σχετικές αρχαιρεσίες και μόνο. Κι αυτό ξανακούστηκε τώρα για το εργοστάσιο “Βιολάντα” όπου δεν υπήρχε σωματείο. Για να μην πω για τις απεργίες, έστω αυτές τις δυο-τρεις που προκηρύσσει η ΓΣΕΕ. Η συμμετοχή σε απεργία θεωρείται περίπου αδιανόητη. Και φταίει βέβαια η εργοδοτική τρομοκρατία κι ο φόβος της απόλυσης, αλλά υπάρχει κι η ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή η απόρριψη της συλλογικής δράσης, τα φληναφήματα της προσωπικής εξέλιξης και αυτοβελτίωσης, ο ναρκισσισμός της ανόδου της ασημαντότητας, η επιδίωξη του πλουτισμού με στοιχήματα, μετοχές και κρυπτονομίσματα. Και στο καπάκι ο ανορθολογισμός των θαυμαστών μεταφυσικών λύσεων μαζί με τα παραληρήματα για περιούσια έθνη που δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός, ήρθαν από τ’ άστρα κλπ.

Καίριο, επίσης, είναι το κατά πόσον εκφράζεται η εργατική τάξη στο πολιτικό προσκήνιο. Γι’ αυτό κι είναι σημαντικός ο τρίτος άξονας που βιβλίου που άπτεται της ιστορίας των αριστερών κομμάτων κι οργανώσεων. Κι η εξιστόρηση είναι ιδιαίτερα λεπτομερής πιάνοντας και τις μικρότερες απ’ αυτές τις οργανώσεις έστω κι αν δεν έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στον “ρου των γεγονότων”. Σε κάποιο σημείο διάβασα ότι με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου δεν έγινε πια συζήτηση για την ΕΔΑ και το συγκράτησα. Ήταν ένα παράδειγμα ότι οι μορφές οργάνωσης εξαρτώνται κι από τα δεδομένα της κάθε ιστορικής περιόδου. Η ΕΔΑ είχε δημιουργηθεί σε συνθήκες όπου ο κομμουνισμός, ως ιδέα, ήταν παράνομος αλλά που υπήρχε ένας κάποιος κοινοβουλευτισμός. Με το που εξέλιπε ο τελευταίος, η συνθήκη ήταν τελείως διαφορετική και το σχήμα της ΕΔΑ άκαιρο πλέον. Θυμήθηκα, έτσι, το καλοκαίρι του 2015 όταν την εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα μιλώντας με τους συναδέλφους στη δουλειά ένιωθα την ελπίδα κι έλεγα δεν γίνεται να είναι αληθινές οι δημοσκοπήσεις που προβλέπουν ισοπαλία, για να μην πω νίκη του “ΝΑΙ”. Κι δεν ήταν. Επιπλέον, δεν έχω ξαναδεί τόση ομαδική χαρά κι ανάταση όση τη Δευτέρα μετά το δημοψήφισμα. Το ότι όλο αυτό το πράγμα ξεπουλήθηκε δεν είχε απλώς καταλυτική επίδραση στις διαθέσεις των εργαζομένων, άλλαξε εντελώς το σκηνικό. Ξέρουμε ότι από τότε ζούμε σε μια διαφορετική ιστορική περίοδο στη χώρα μας κι ότι πρέπει να βρούμε νέους τρόπους οργάνωσης και κινητοποίησης. Το ποιοι είναι αυτοί κι αν κάτι καταφέρνουμε είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα. Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν σε μια παγκόσμια ημιεμπόλεμη, ας πούμε, κατάσταση που κάνει τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα και πιο επείγοντα.

Κλείνω επανερχόμενος στο βιβλίο για να παραπονεθώ για μια μεγάλη έλλειψή του. Δεν υπάρχει ευρετήριο κι αυτό είναι πλήγμα για όσες κι όσους από μας, όπως κι ο Αλεξάτος, ψάχνουμε παραπάνω τα ζητήματα ιστορίας και γράφουμε άρθρα και βιβλία.

Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση του Γιάννη Γκλαρνέτατζη στην βιβλιοπαρουσίαση που πραγματοποίησε η ομάδα του alter-βιβλίο την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου στο cafe bar Μανιφέστο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Επίθεση της αστυνομίας σε αντιφασίστες-στριες μετά την ακύρωση φασιστικής συγκέντρωσης για τα Ίμια