Μετά την προβολή του Γαλάζιου Μονοπατιού στο Ολύμπιον, βγήκα από την αίθουσα με μια έντονη ανάγκη συζήτησης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτό συμβαίνει σχεδόν με κάθε ταινία. Όμως εδώ δεν ένιωσα την ανάγκη να αναζητήσω προθέσεις, κρυφά μηνύματα ή να σχολιάσω ερμηνείες. Το Γαλάζιο Μονοπάτι δεν ζητά απλώς να το καταλάβεις· σε καλεί να το σκεφτείς και να το φέρεις σε διάλογο με τον κόσμο γύρω σου.
Η ταινία συγκροτείται γύρω από ένα καίριο πολιτικό ερώτημα: τι κάνουμε με τη φροντίδα των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας σε έναν κόσμο που οργανώνεται γύρω από την παραγωγικότητα, την αποδοτικότητα και τον έλεγχο του χρόνου; Και η απάντηση που προτείνει δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε καθησυχαστική.
Στον κόσμο της ταινίας, το καπιταλιστικό κράτος της Βραζιλίας αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παροχή φροντίδας. Διακηρύσσοντας ότι «το μέλλον είναι για όλους», προσφέρει ως λύση την απομάκρυνση των ηλικιωμένων από τον τόπο τους και τον εγκλεισμό τους σε αποικίες. Πρόκειται για χώρους αόρατους και αποκομμένους, όπου οι άνθρωποι καταλήγουν μέσα από καταγγελίες, συλλήψεις και ελέγχους εγγράφων. Μια διαδικασία που θυμίζει περισσότερο μηχανισμό διαχείρισης πληθυσμών παρά μέριμνα για τη ζωή – και συμβαίνει ήδη σε ανθρώπους δίπλα μας. Γι’ αυτό και η δυστοπία της ταινίας δεν μοιάζει μακρινή· είναι ανησυχητικά οικεία.
Η φαινομενική καθολικότητα της κρατικής φροντίδας ντύνεται με ολοκληρωτικές και απαξιωτικές πρακτικές. Ο εγκλεισμός παρουσιάζεται ως προνόμιο: ασφάλεια, τροφή, ιατρική παρακολούθηση, σταθερότητα. Η φροντίδα, εδώ, απογυμνώνεται από τη σχεσιακή της διάσταση και μετατρέπεται σε τεχνολογία ελέγχου. Ταυτόχρονα, λειτουργεί ως επένδυση: απελευθερώνει τα «ενεργά» μέλη της κοινωνίας από το βάρος της φροντίδας, ώστε να συνεχίσουν απρόσκοπτα να παράγουν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η 77χρονη Τερέζα αναζητά έναν διαφορετικό δρόμο. Επιθυμεί να συνεχίσει να ζει ελεύθερη, διατηρώντας την αυτονομία των επιλογών της. Η οικογένειά της —και ειδικότερα η κόρη της— συμμορφώνεται με την κυρίαρχη πολιτική. Η Τερέζα προσπαθεί μόνη, μέχρι τη στιγμή που συναντά μια άλλη μορφή στήριξης: ένα ακόμη άτομο που μοιράζεται την ίδια ανάγκη. Μέσα από την αλληλεξάρτηση και τη συλλογικοποίηση της φροντίδας, συγκροτούν έναν διαφορετικό κόσμο, στα όρια της νομιμότητας, ταξιδεύοντας στον Αμαζόνιο.
Παράλληλα, οι εικόνες του Αμαζονίου λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η κρίση δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους. Το περιβάλλον δεν αποτελεί απλώς το φόντο της αφήγησης, αλλά ενεργό μέρος της. Η οικολογική καταστροφή δεν εξελίσσεται παράλληλα με την κοινωνική δυστοπία· είναι προϊόν της ίδιας λογικής εκμετάλλευσης, αποικιοποίησης και διαχείρισης της ζωής ως πόρου.
Το μήνυμα της ταινίας είναι βαθιά πολιτικό. Από τη μία πλευρά, μια κρατική φροντίδα που ελέγχει, απαξιώνει, κερδοφορεί και διαχωρίζει τις ζωές. Από την άλλη, η φροντίδα ως ιδιωτική ή οικογενειακή υπόθεση, που παραμένει άνιση, αόρατη και εξαντλητική. Το Γαλάζιο Μονοπάτι δεν προσφέρει εύκολες λύσεις, αλλά δείχνει πως η αναζήτηση μιας άλλης μορφής φροντίδας μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης απέναντι σε ένα σύστημα που χρειάζεται ανθρώπους λειτουργικούς, αλλά όχι απαραίτητα ζωντανούς.
Το ερώτημα είναι πλέον ξεκάθαρο: τι είδους κόσμο και τι είδους φροντίδα θέλουμε; Μπορεί αυτό που εμφανίζεται ως ατομική εμπειρία και προσωπική ανάγκη να μετασχηματιστεί σε συλλογικό πολιτικό αίτημα στο εδώ και τώρα; Το Γαλάζιο Μονοπάτι δεν προσφέρει λύσεις, αλλά αποκαλύπτει το πεδίο της σύγκρουσης. Δείχνει ότι η φροντίδα δεν είναι ουδέτερη πρακτική, αλλά βαθιά πολιτική διαδικασία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τους δημόσιους πόρους, την καθολικότητα, την αμοιβαιότητα, την υποστήριξη και τη δημοκρατία. Και μας αφήνει με το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει φροντίδα έξω από αυτά — ή αν, χωρίς αυτά, αυτό που απομένει δεν είναι φροντίδα αλλά διαχείριση ζωών.
*Η Ζαχαρούλα Βεζύρη είναι υποψ. διδακτόρισσα Κοινωνικής Πολιτικής ΔΠΘ


