in ,

Γιατί προκαλούν τόσο φόβο όσοι σπάνε τον λευκό ρατσισμό. Της Francesca Coin

Πηγή: Il Manifesto, μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Ένα αυτοκρατορικό μπούμερανγκ είναι, για τον Aimé Césaire, η διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι κυβερνήσεις που αναπτύσσουν καταπιεστικές τεχνικές στις αποικίες  καταλήγουν να τις χρησιμοποιούν και εναντίον των δικών τους πολιτών. Όπως συνέβη στη Μινεάπολη.

Ο Aimé Césaire, διανοούμενος από τη Μαρτινίκα, αποκαλεί “αυτοκρατορικό μπούμερανγκ” τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία οι κυβερνήσεις που αναπτύσσουν καταπιεστικές τεχνικές για τον έλεγχο των αποικιακών εδαφών καταλήγουν να χρησιμοποιούν τις ίδιες αυτές τεχνικές εναντίον των πολιτών τους.

Αυτή είναι μια σύνθεση όσων συμβαίνουν στους δρόμους της Μινεάπολης, όπου συνεχίζονται οι επιδρομές από πόρτα σε πόρτα, οι συλλήψεις στις γειτονιές, οι απελάσεις και οι δολοφονίες από την ICE. Το τελευταίο θύμα είναι ο Άλεξ Πρέτι, ένας τριανταεπτάχρονος νοσοκόμος, ο οποίος άρχισε να συμμετέχει στις διαμαρτυρίες κατά της ICE μετά τη δολοφονία της Ρενέ Γκουντ.

Είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον πειρασμό να θεωρήσει τις αγριότητες που διαπράττονται σήμερα ως εκδίκηση για τις πρακτικές αλληλεγγύης που εφαρμόζει η πόλη της Μινεάπολης εδώ και χρόνια, χάρη στον ηγετικό ρόλο των κοινοτήτων των Σομαλών και των μεταναστών. Η δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης από τα κάτω ξεκίνησε το 2020, λίγα μόλις βήματα από το σημείο όπου δολοφονήθηκε η Ρενέ Γκουντ, όταν 15 με 26 εκατομμύρια άνθρωποι κατέκλυσαν τους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ.

Αυτή του 2020 ήταν μια εκπληκτική σύγκλιση κατά της αστυνομικής βίας και του δομικού ρατσισμού. Η μεγαλύτερη διαδήλωση στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ. Αυτό που προκάλεσε συζητήσεις δεν ήταν μόνο το μέγεθος, αλλά η σύνθεση των διαμαρτυριών, στις οποίες υπήρξε μια σύμπλευση μεταξύ μαύρων, λευκών, Λατίνων, Ασιατών και μεταναστών και μια μαζικότερη λευκή παρουσία από οποιοδήποτε ιστορικό προηγούμενο.

Ποτέ δεν ήταν έτσι. Μέχρι τις διαμαρτυρίες του κινήματος Black Lives Matter του 2014 και του 2019, η λευκή παρουσία στις διαμαρτυρίες κατά των δολοφονιών των Μάικλ Μπράουν, Έρικ Γκάρνερ, Φρέντι Γκρέι και Ταμίρ Ράις ήταν μειοψηφική, όπως και η συμμετοχή της στη δημόσια συζήτηση για την αποικιοκρατία.

Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ προκάλεσαν τον απολογισμό για την ιστορία του ρατσισμού και του λευκού προνομίου. Είναι εντυπωσιακό, υπό αυτή την έννοια, το πώς ο Τραμπ, έκτοτε, έχει εμμονή με τη Μινεσότα, σε σημείο που να προσποιείται ότι κέρδισε την πολιτεία το 2016, το 2020, ακόμη και το 2024, χρησιμοποιώντας την ως πρωταρχικό στόχο στο αυταρχικό του σχέδιο.

Η επίκληση στον λευκό ρατσισμό ήταν πάντα το πιο αποτελεσματικό όπλο της ακροδεξιάς. Ο λόγος περί λευκής υπεροχής είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στη δυτική κοινωνία που η λευκή εργατική τάξη βρίσκεται εδώ και καιρό στη λάθος πλευρά. Το διατύπωσε σωστά ο μαύρος μαρξιστής διανοούμενος Cedric Robinson στο κείμενό του του 2007, “Forgeries of Memory and Meaning”, παραθέτοντας τον Otis Madison: “Ο σκοπός του ρατσισμού είναι να ελέγχει τη συμπεριφορά των λευκών, όχι των μαύρων. Για τους μαύρους, αρκούν τα όπλα και τα τανκς”.

Ο Robinson χρησιμοποίησε αυτή τη φράση για να περιγράψει τα χρόνια του Jim Crow, το σύνολο των τοπικών κανονισμών που επέβαλαν την επαναφορά του φυλετικού διαχωρισμού στις νότιες πολιτείες μεταξύ 1877 και 1964.

Η επαναφορά του φυλετικού διαχωρισμού δεν ήταν εύκολη, από τη στιγμή που  τα χρόνια της ανασυγκρότησης είχαν παραχωρηθεί, προσωρινά, ίσα πολιτικά δικαιώματα,.

Ήταν ένας στόχος που θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με μια ριζική αλλαγή, με πολιτικές δολοφονίες, λιντσαρίσματα, συνενοχή της  ομοσπονδίας με την ιδεολογία της λευκής υπεροχής, καθώς και μια κατευθυνόμενη συζήτηση που περιέγραφε τους μαύρους ως απειλή και την λευκή υπεροχή ως μια λυτρωτική δύναμη, όπως περιγράφεται εύστοχα στη διαβόητη ταινία του D. W. Griffith του 1915, Η Γέννηση ενός Έθνους.

Ανέκαθεν ο λευκός ρατσισμός είχε να κερδίσει πολλά από αυτές τις ιστορικές συγκυρίες, οι οποίες επιβαρύνουν τους μαύρους και τους μετανάστες με το οικονομικό και ηθικό κόστος των εποχών της κρίσης. Μετά από χρόνια συζητήσεων για τον κίνδυνο του αντίστροφου ρατσισμού, λυπάμαι που το λέω, ο τελικός σκοπός των άχρηστων συζητήσεων για το woke και τους πολέμους μεταξύ των πολιτισμών ήταν ακριβώς αυτός: να πυροδοτήσουν τον λευκό ρατσισμό και να σπρώξουν την εργατική τάξη στην αγκαλιά της δεξιάς.

Στην Ιταλία, το βιβλίο του Mimmo Cangiano, “Πολιτισμικοί Πόλεμοι και Νεοφιλελευθερισμός”, είναι ένα ύπουλο όχημα για αυτή τη διαδικασία, η οποία χρησιμοποιεί την ανεπάρκεια των πολιτικών ένταξης για να απονομιμοποιήσει τους αντιρατσιστικούς αγώνες, που κατηγορούνται ότι αμβλύνουν την ταξική ενότητα.

Από την άλλη μεριά, αν η βαρβαρότητα που μας περιβάλλει έχει κάτι να μας διδάξει, είναι ότι η αποικιακή βία δεν θα έχει όρια όσο θα καταφέρνει να βρίσκει συνεργούς στο λευκό προνόμιο. 

Ο Άλεξ Πρέτι και η Ρενέ Γκουντ επέλεξαν να αποτάξουν αυτή την ιστορική συνενοχή και να δράσουν με αλληλεγγύη προς την κοινότητα των μεταναστών. 

Μακάρι το παράδειγμά τους να είναι πρότυπο για εμάς.

πηγή: ilmanifesto.it

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κάλεσμα οικονομικής ενίσχυσης και αγώνα ενάντια στο υβριδικό πάρκο στην σκάλα Ερεσού