Η αναμενόμενη είδηση για το κλείσιμο της εφημερίδας Ελευθεροτυπίας οφείλει να μας σοκάρει. Βέβαια, τόσα σοκ σε τόσο λίγο χρόνο δύσκολα τα αντέχει κανείς. Και μάλλον συνηθίζουμε. Ωστόσο παραμένει μια δυσμενέστατη εξέλιξη, που μπορεί –ελπίζω– να ανατραπεί από τους συντάκτες και τους αναγνώστες της.
Είναι δεδομένο ότι τα ΜΜΕ είναι από τους πρώτους τομείς που χτύπησε η κρίση. Η σοβαρότητα του πλήγματος δεν έγινε αμέσως κατανοητή, εξαιτίας και μιας ορισμένης χαιρεκακίας όσων μιλούν από χρόνια για “αλήτες, ρουφιάνους, δημοσιογράφους” (ακραία εκδοχή αυτής της στάσης διαβάσαμε σε τοποθετήσεις του τύπου “οι άξιοι βρίσκουν δουλειά στα ελληνικά ΜΜΕ”).
Σε κάθε περίπτωση όμως, και πέρα από ζητήματα οικονομικής διαχείρισης που σίγουρα παίζουν ρόλο, η κρίση των ΜΜΕ είναι και πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως κρίση της δημοσιογραφίας καθεαυτής. Ως επαγγέλματος, δηλαδή, που σχετίζεται με την κριτική στην εξουσία και την ενημέρωση των πολιτών. Στην πραγματικότητα, η διαπλοκή με την εξουσία ήταν και είναι ο βαθύτερος λόγος της παρακμής της. Η απελευθέρωση της δημοσιογραφίας από τα δεσμά αυτά είναι, λοιπόν, προϋπόθεση για την επιβίωσή της.
Υπάρχει μια ακόμα παράμετρος της κρίσης. Τα τελευταία χρόνια έχει ανθίσει ένας χώρος ελεύθερου διαλόγου στο διαδίκτυο, με τα μπλογκ και –πιο πρόσφατα– τη δημοσιογραφία των πολιτών. Αυτός ο χώρος μπόρεσε να σπάσει το μονοπώλιο των κυρίαρχων μέσων στην ενημέρωση, να κάνει φανερά όσα έκρυβαν τα επίσημα μίντια και να αναγκάσει πολλές φορές τα τελευταία να αναμεταδώσουν ειδήσεις που κυκλοφόρησαν πρώτα στο διαδίκτυο. Αυτός ο “εκδημοκρατισμός” της ενημέρωσης επέτρεψε στις πρωτοπορίες του Αραβικού κόσμου να ζυμωθούν, να οργανωθούν και να οργανώσουν την ανατροπή καθεστώτων -που φάνταζαν και ήταν παγιωμένα για δεκαετίες-, όταν συνδέθηκαν με τους δρόμους, τις γειτονιές και τις πλατείες.
Ωστόσο, η επαγγελματική δημοσιογραφία εξακολουθεί να έχει νόημα: η ανάγκη για μια καθολική, καθημερινή ενημέρωση, πέρα από τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του καθενός, αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη ενός δημοσίου διαλόγου, της Πολιτικής και της έννοιας της κοινωνίας.
Αν κάτι λοιπόν γίνεται ξεκάθαρο μέσα από την κρίση αυτή, είναι ότι οι δημοσιογράφοι οφείλουν να αποκαταστήσουν και να επανακαθορίσουν τη σχέση τους με το κοινό. Να αποκαταστήσουν το ρόλο τους ως φορείς κριτικής της εξουσίας, πόσο μάλλον όταν η σήψη της τελευταίας γίνεται ανυπόφορη. Να αναδείξουν την κοινωνία των από κάτω, να συνδέσουν τα γεγονότα με τη ζωή του λαού και των λαών. Υπάρχουν παραδείγματα μεγάλου βεληνεκούς: ενώ τα δυτικά ΜΜΕ βυθίζονται στην ανυποληψία, το Αλ-Τζαζίρα μετέδιδε ζωντανά τις επαναστάσεις στην Αραβία.
Ο κόσμος που σήμερα δοκιμάζεται στην καθημερινότητά του πρέπει να ανακαταλάβει τη δημόσια σφαίρα. Η σημερινή κατάληψή της από τους μεγαλο-εργολάβους, τους εφοπλιστές, τους τραπεζίτες και την παρέα τους πνίγει κάθε προσπάθεια για από κοινού συζήτηση/αναζήτηση. Σε αυτή την “λαϊκή ανακατάληψη” της δημόσιας σφαίρας, οι εργαζόμενοι της Ελευθεροτυπίας (που έχουν ήδη μοιραστεί την ανέχεια που βιώνει η κοινωνία, όντας απλήρωτοι τους τελευταίους μήνες) έχουν να παίξουν ένα σημαντικό ρόλο σε συνέργεια με το αναγνωστικό κοινό.
Η Ελευθεροτυπία ξεκίνησε σαν εγχείρημα των συντακτών της. Σήμερα χρειάζεται να ξαναβρεί εκείνο τον αρχικό βηματισμό, ενάντια στην εργοδοσία και τα διαπλεκόμενα, δίπλα σε μια κοινωνία που διαλύεται, ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού, στο πλευρό του κόσμου που κατέβηκε στις πλατείες απαιτώντας πραγματική δημοκρατία.