Eduard Said, Οριενταλισμός (μτφρ: Φώτης Τερζάκης), Σάλτο (σειρά Κάλλιστος), Θεσσαλονίκη 2025
Κάποια βιβλία είναι μνημειώδη γιατί άλλαξαν τον τρόπο που αντιλαμβανόμασταν τον κόσμο, την ιστορία, την πολιτική, την λογοτεχνία, προώθησαν την επιστήμη ή θεμελίωσαν νέες αρχές και θεωρίες ριζοσπαστικές που επαναπροσδιόρισαν την κριτική σκέψη. Σ΄ αυτά κατατάσσεται αναμφίβολα ο Οριενταλισμός του Έντουαρντ Σαΐντ.
Ο Σαΐντ δεν δημιούργησε πρώτος τον όρο, πλάτυνε όμως και εμβάθυνε τις παραμέτρους του, αποκαλύπτοντας τις συνέπειές του σε επίπεδο θεωρίας και πράξης –κυρίως της τελευταίας–, αφαιρώντας τα πέπλα εξωραϊσμού που τον κάλυπταν. Χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά εργαλεία του κριτικού μαρξισμού και του δομισμού, συγκεκριμένα τη θεωρία της «πολιτισμικής ηγεμονίας» του Αντόνιο Γκράμσι και του «λόγου της εξουσίας» του Μισέλ Φουκώ, διέτρεξε δύο αιώνες λογοτεχνικής και μη παραγωγής, εισχωρώντας με διακειμενική ματιά σε ποικίλα επιστημονικά πεδία. Φώτισε έτσι την κυρίαρχη ιδεολογία και τη συγκρότηση του δυτικού λογοτεχνικού κανόνα, όσον αφορά την εικόνα που αυτός δημιούργησε για την αραβομουσουλμανική κυρίως Ανατολή, στους αιώνες της αποικιοκρατικής εδραίωσης. Εστίασε την κριτική του κυρίως στην περίπτωση της Αγγλίας και της Γαλλίας, κατά τον 18ο κι 19ο αιώνα. Αξιοσημείωτη η γνώμη του Μισέλ Φουκώ για το έργο του:
«Η ανάλυση του Οριενταλισμού από τον Σαίντ αποτελεί ορόσημο στη σύγχρονη κριτική σκέψη. Αποκάλυψε με δύναμη πως η γνώση και ο λόγος διαμορφώνονται από την εξουσία. Οι συνεισφορές του συνεχίζουν να διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε τον πολιτισμό, την ιστορία και την πολιτική»
Η διαχρονική σημασία της μελέτης, που επισημαίνει ο Φουκώ, βρίσκει και σήμερα την ισχύ της στην εξαπλούμενη στη Δύση ισλαμοφοβία και αραβοφοβία, που θεμελιώνεται πάνω στις προγενέστερες στερεότυπες αντιλήψεις αυτής για την Ανατολή και τον κόσμο της.
Στην πολυσέλιδη εισαγωγή του (39 σελίδες στην ελληνική μετάφραση) ο Σαΐντ θεωρεί απαραίτητο να διευκρινίσει τον όρο, διακρίνοντας τρία επίπεδα:
1. Τον ακαδημαϊκό Οριενταλισμό, δηλαδή την ακαδημαϊκή -επιστημονική μελέτη της Ανατολής μέσα από ειδικούς κλάδους και επιστημονικές θέσεις, στο πλαίσιο των τμημάτων Ανατολικών Σπουδών ή των Γεωπολιτικών μελετών.
2. Τον Οριενταλισμό που θεμελιώνεται σε επιστημολογική και οντολογική βάση, εντός της οποίας συνιστά έναν τρόπο της σκέψης για να ορίσει τη διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με κριτήριο τη συγκρότηση της ταυτότητας που a priori χρειάζεται απέναντί της έναν «Άλλον», έναν διαφορετικό, έναν βάρβαρο. Εδώ εντάσσει έναν μεγάλο αριθμό διανοητών, λογοτεχνών, επιστημόνων, που έγραψαν για την Ανατολή. Χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνει στη λίστα τον Αισχύλο, τον Βίκτωρα Ουγκώ, τον Ντάντε – αλλά και τον Κάρλ Μαρξ.
3. Το τρίτο επίπεδο έγκειται στην πολιτική έκφραση και έμπρακτη εφαρμογή της έννοιας, η οποία βεβαίως στηρίζεται στη φαντασιακή θέσμιση και ώσμωση των δύο προηγούμενων επιπέδων, και αφορά την οικονομική, πολιτική, πολιτισμική κυριαρχία των Δυτικών και τους τρόπους εξουσίας που επινόησαν για την αποικιοκρατική διοίκηση και εκμετάλλευση των κατεχόμενων εδαφών, τόσο στην Εγγύς Ανατολή όσο και στην Αφρική. Στο σημείο αυτό, χρησιμοποίησε την έννοια του, κατά Φουκώ, «εξουσιαστικού λόγου», ισχυριζόμενος πως, αν δεν εξετάσουμε τον οριενταλισμό ως λόγο, δεν θα κατανοήσουμε την συστηματική, σκληρή πειθαρχία με την οποία η ευρωπαϊκή κουλτούρα χειραγώγησε την Ανατολή από κάθε άποψη – οικονομική, πολιτική, πολιτισμική.
Για να το πούμε με απλά λόγια: μέσα από έναν τεράστιο αριθμό έργων διαμορφώθηκε, από την βρετανο-γαλλική κυρίως πλευρά, μια κοσμοθεωρία για την Ανατολή, μια φαντασιακή εικόνα για τους ανθρώπους και την κουλτούρα της, που δέσποσε στη συνέχεια σε όλη τη μεταγενέστερη παραγωγή λόγου. Στη συνέχεια εγκατέστησε την ιδέα της ανωτερότητας του ευρωπαϊκού πολιτισμού έναντι των άλλων. Αυτή η ρατσιστική αντίληψη εκφράστηκε στα μεγάλα έργα της οριενταλιστικής φιλολογίας, στις ομιλίες πολιτικών και στην εφαρμογή της πολιτικής.
Στην εισαγωγή του ο Σαΐντ δεν παραλείπει να σχολιάσει τα μεθοδολογικά προβλήματα που αντιμετώπισε στην ανάλυση του όρου, τονίζοντας την αποστροφή του για τις απλουστευτικές γενικεύσεις και επισημαίνοντας το διαρκές ενδιαφέρον του να συνδέσει τις ατομικές περιπτώσεις και γνώμες με το γενικό οικονομικο-πολιτικό και ηγεμονικό πλαίσιο, εντός του οποίου στερεώθηκε η εικόνα της Ανατολής, ως τοπίο που χρήζει παρέμβασης, εκπολιτισμού και συνεπώς εξευρωπαϊσμού. Αυτή η εικόνα σχηματίστηκε ως επί το πλείστον κειμενικά, παρά από έρευνα πεδίου, και εξυπηρέτησε τα συμφέροντα τριών μεγάλων αυτοκρατοριών: της βρετανικής, της γαλλικής και, μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο, της αμερικανικής, την οποία ο Σαΐντ θεωρεί πιο ήπια συγκριτικά με τις δύο πρώτες.
Το κύριο μέρος της πραγματείας του χωρίζεται σε τρία μεγάλα κεφάλαια, τα οποία υποδιαιρούνται σε μικρότερα («Το εύρος του οριενταλισμού», «Οριενταλιστικές δομές και αναδομήσεις» και «Ο οριενταλισμός σήμερα»).
Στα δύο πρώτα κεφάλαια, με μια εκπληκτική στο εύρος της έρευνα, παρουσιάζει κριτικά τα κείμενα (πολιτικές ομιλίες, λογοτεχνικά βιβλία, επιστημονικά, ανακοινώσεις, λαϊκά αναγνώσματα, σύλλογοι, ταξιδιωτικά) που οργάνωσαν την υπεροπτική στάση των Αγγλογάλλων και την αντίστοιχη εξουσία τους στην Ανατολή. Χαρακτηριστική η ομιλία του Λόρδου Μπάλφουρ στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Ιούνιο του 1910, για τα προβλήματα στην άσκηση πολιτικής στην Αίγυπτο, που βρισκόταν υπό Βρετανική Εντολή, λόγω της ανόδου του αιγυπτιακού εθνικισμού. Το Ανατολικό ζήτημα, δηλαδή η τύχη των εδαφών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν ήδη στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής διπλωματικής κονίστρας. Στις αιτιάσεις άλλων Βρετανών, όπως ο J.M. Robertson, πως δεν έχουν κανένα δικαίωμα να θεωρούν κατώτερους τους Ανατολίτες (να ένας παλαιότατος όρος που εντοπίζεται πρώιμα στον Σέξπιρ και τον Μπάυρον (εννοώντας την Ασία και την Αφρική, γεωγραφικά, ηθικά και πολιτισμικά) ο Μπάλφουρ εδράζει το αναγκαίο και ωφέλιμο της απολυταρχικής μάλιστα κυριαρχίας, στη γνώση της ιστορίας των λαών και του πολιτισμού τους, πχ της Αιγύπτου.
Ο Σαΐντ θεωρεί, χρησιμοποιώντας τα κλασικά μαρξιστικά εργαλεία, πως πρώτα σχηματίστηκε το εποικοδόμημα της θεωρίας και κατόπιν αυτό επηρέασε την οικονομική και πολιτική βάση της αποικιοκρατίας. Δηλαδή ο Οριενταλισμός υπήρξε, αρχικά και κατά βάση, κειμενικός. Οδηγήθηκε σε αυτό το συμπέρασμα εξετάζοντας διαχρονικά τα έργα που γράφτηκαν για την Ανατολή, όπως το έργο του Κρόμερ «Σύγχρονη Αίγυπτος». Στα έργα αυτά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, οι Ανατολίτες ή οι Άραβες εμφανίζονται ως πανούργοι, εύπιστοι, ιντριγκαδόροι, λάγνοι, ανήθικοι, κόλακες, ψεύτες, ράθυμοι, τεμπέληδες, ανίκανοι, σκληροί , το αντίθετο δηλ. από τους ευγενείς Αγγλοσάξονες. Νομιμοποιούσαν έτσι την αποικιοκρατία με στήριγμα τον προϋπάρχοντα δυτικό οριενταλισμό.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, αυτές οι αντιλήψεις συνεπικουρούνται από την ανάπτυξη νέων επιστημών, όπως η εθνολογία, η συγκριτική ανατομία, αλλά και η φιλολογία με την ιστορία. Επικουρικά λειτούργησε και η γνώση των ανατολικών γλωσσών καθώς και η μετάφραση των γραπτών πηγών τους. Ιδιαίτερα χρησιμοποίησαν οι δυτικοί ένα μεγάλο σώμα κειμένων από την ποίηση, την πεζογραφία, την ταξιδιωτική πεζογραφία, για να ενισχύσουν την αντίληψη της ανωτερότητας της κουλτούρας τους και συνεπώς την αναγκαία εξουσία του ισχυρού στον ανίσχυρο Ανατολίτη. Συνέπεσε δε αυτή η αύξηση του ενδιαφέροντος για την Ανατολή με την ακμή της ευρωπαϊκής αποικιακής κυριαρχίας. Στο διάστημα 1815-1914, οι κτήσεις των Ευρωπαίων επεκτάθηκαν από το 35% των προηγούμενων αιώνων στο 85% της επιφάνειας της γης. Ουσιαστικά η πολιτισμική ισχύς επικύρωνε την πολιτική. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει την Ναπολεόντεια εκστρατεία στην Αίγυπτο (1798) με τη συνοδεία, αρχαιολόγων, φυσιοδιφών, μηχανικών κ.ά, η οποία απέδωσε την μνημειώδη «Εγκυκλοπαίδεια της Αιγύπτου» (Description de l’ Egypte). Με βάση αυτό το έργο συγκροτήθηκε η γεωγραφία, ο τόπος, το πειραματικό εργαστήρι εφαρμογής της δυτικής γνώσης στην Ανατολή. Τον επόμενο αιώνα ιδρύονται οργανισμοί και λέσχες με μεγάλη επιρροή στη μελέτη της Ανατολής ή της Ασίας, πχ Royal Asiatic Society, American Oriental Society. Μια πλειάδα παλιότερων και σύγχρονων συγγραφέων και πολιτικών εντάσσεται στον φακό του Σαΐντ, όπως ο Κίπλιγκ, ο Κίσινγκερ, δική του η φράση «εμείς είχαμε τη νευτώνεια επανάσταση, αυτοί όχι», η επιθεώρηση American Journal of Phychiatry, η οποία δημοσιεύει ψυχιατρική έρευνα που «αποδεικνύει» πως οι Άραβες λειτουργούν μόνο σε συνθήκες σύγκρουσης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναδρομή του στο παρελθόν, ορίζοντας τον Οριενταλισμό ως ακαδημαϊκή έρευνα, αφού στη Δύση πήρε την τυπική του μορφή με την Εκκλησιαστική σύνοδο της Βιέννης (1313) και την απόφαση της να ιδρύσει έδρες «Αραβικών, Ελληνικών, Εβραϊκών και Συριακών» στα πανεπιστήμια της εποχής (Παρίσι, Αβινιόν, Μπολώνια, Οξφόρδη, Σαλαμάνκα). Έτσι μαθαίνουμε πως οι Οριενταλιστές της Αναγέννησης ήταν κυρίως ειδικοί στις Ανατολικές γλώσσες. Μεταγενέστερα εντοπίζει οριενταλιστικό ενδιαφέρον στα γραπτά των Ουγκώ, Γκαίτε, Νερβάλ, Φλωμπέρ, Φιτζέραλντ, Κλωντ Λεβί Στρως, και πιο πίσω, στους Πέρσες του Αισχύλου και στις Βάκχες του Ευριπίδη.
Σε όλα σχεδόν τα έργα τους μια φαντασιακή γεωγραφία διαιρεί αυθαίρετα τους λαούς με οικείους χώρους για τους δυτικούς και ανοίκειους για τους άλλους, τους διαφορετικούς. Σε τέτοιες φαντασιακές θεσμίσεις θεμελιώθηκε ο Οριενταλισμός. Ο Σαΐντ επικεντρώνει την προσοχή του στο πώς η χριστιανική Δύση αντιλήφθηκε το Ισλάμ, τον ιδρυτή του, Μωάμεθ, και τον Οθωμανικό κίνδυνο, λόγω της διαφορετικής θρησκείας. Η πρόσληψη αυτών αναπαρήγαγε τόσο στο λαϊκό φαντασιακό όσο και στον λόγο της εξουσίας, τα στερεότυπα για τον ανατολίτη, μουσουλμάνο, Άραβα. Εκφράσεις όπως: καθυστερημένος, τρελός, απολίτιστος, βάρβαρος, εγκληματίας, αναπαρήγαγαν συνεχώς τον δυισμό του σχήματος «αναπτυγμένος-υπανάπτυκτος» Ας αναλογιστούμε σε αυτό το σημείο τα σημαινόμενα αυτού του δίπολου, προπάντων στις σημερινές συνθήκες (υπανάπτυκτοι Παλαιστίνιοι-αναπτυγμένοι Ισραηλινοί). Αναφέρει ακόμη τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, όπου συναντούμε τη μορφή του Μωάμεθ στον 8ο από τους 9 κύκλους της Κόλασης, ανάμεσα σε μια αυστηρή ιεραρχία κακοποιών, αποκαλώντας τον πρόξενο σκανδάλου και σχίσματος. Ο Μωάμεθ, ο Αβικέννας, ο Σαλαντίν, ο Αβερρόης, είναι «φυλακισμένοι» μέσα στο οικουμενικό πρότυπο του Ανατολίτη και αυτό στατικά ενσαρκώνουν. Πρόσωπα και θρησκεία αναπαρίστανται ως παρείσακτα στοιχεία στην Ευρώπη. Ακόμη και ο Μάρξ, που διακατέχεται από ρομαντικό οριενταλισμό, συγκινημένος από τις άθλιες συνθήκες ζωής στη βρετανοκρατούμενη Ινδία, καταλήγει, τονίζει ο Σαΐντ, στη χρησιμότητα της βρετανικής εξουσίας, γιατί έφερε τον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων κοινωνικο-οικονομικών δομών της.
Αφού διέτρεξε δύο αιώνες στα πρώτα κεφάλαια, (Από το 1800 ως το1950 γράφτηκαν 60.000 βιβλία για την Εγγύς Ανατολή) στο 3ο κεφάλαιο εξετάζει τον Οριενταλισμό σήμερα, κάνοντας αρχικά τη διάκριση σε «λανθάνοντα και έκδηλο Οριενταλισμό». Ο λανθάνων κυκλοφορεί στο ασυνείδητο και ο έκδηλος σε κάθε δηλωμένη άποψη, θέση, γραπτή ιστορία, στις γλώσσες, στην κοινωνιολογία, έχοντας μάλιστα συνήγορο τις βιολογικές θεωρίες του 19ου αι, για φυλετικές διαφορές με γενετική βάση. Οι θέσεις αυτές θεμελίωσαν τον ρατσισμό του 20ού, όπως το βιβλίο του Γκυστάβ Λε Μπον «Οι ψυχολογικοί νόμοι της εξέλιξης των λαών (1894).
Η παρατήρηση του Σαΐντ πως ο λανθάνων Οριενταλισμός αναπαρήγαγε διαρκώς μια σεξιστική, ανδρική σύλληψη του κόσμου, σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες της Ανατολής είτε είναι απούσες είτε παρουσιάζονται ως απεριόριστα σεξουαλικές, άνοιξε ένα νέο παράθυρο στην κριτική θεωρία, από τη σκοπιά μάλιστα των έμφυλων διακρίσεων και του φεμινισμού. Περνώντας ο Σαΐντ στους ιστορικούς των αρχών του 20ού αι. επισημαίνει πως επιτίθενται δριμύτατα στο Ισλάμ, θεωρώντας τον κόσμο του ως κάτι το στατικό, ακίνητο, αξιοθρήνητο, κενό, ως έναν «λυπηρά ανεξέλεγκτο πολιτισμό». Οι Βρετανοί μάλιστα βλέπουν τις Ανατολικές σπουδές ως μια «αυτοκρατορική υποχρέωση», ως έναν οπλισμό για την προώθηση του λόγου τους στην ανθρωπότητα (Curzon).
H γνώση της Γεωγραφίας θεωρήθηκε ως το βασικό στήριγμα για την απεικόνιση της Ανατολής. Όταν στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου, στο παιχνίδι των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών θα μπουν η Γαλλία, η Γερμανία και η Ρωσία, που διεκδικούσαν κι αυτές ζωτικό χώρο στην Ανατολή για την επέκτασή τους, οι γεωγραφικές εταιρείες θα πολλαπλασιαστούν.
Η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα επιφέρει, παρά τις αντιθέσεις των Αγγλογάλλων, τη συνεργασία στον διαμελισμό της. Η ακαδημαϊκή παραγωγή, οι εταιρείες, η φιλολογία, όλοι συνεργάζονται ώστε να στηρίξουν την νομιμοποίηση της κυριαρχίας. Οι «απολίτιστοι, υπανάπτυκτοι Ανατολίτες» πρέπει να εξευρωπαϊστούν, να εκδυτικιστούν. Παράλληλα η δυτική γλώσσα θα συνεχίζει να χρησιμοποιεί φράσεις με υπονοούμενα «τα πέπλα μια νύφης της Ανατολής», «η ανεξιχνίαστη Ανατολή» που περνούσαν στη συνείδηση του κοινού. Όλα αυτά αρκούσαν ως θεωρητικό και ηθικό θεμέλιο για να χωρίσουν οι αποικιοκράτες τις ζώνες επιρροής τους, αμέσως μετά τον Α Παγκόσμιο πόλεμο. Το ενδιαφέρον τους στράφηκε κυρίως στους Άραβες και αμέτρητες σελίδες γράφτηκαν γι΄ αυτούς. Παράδειγμα τα κείμενα του Τ.Ε. Lawrens, με το διακηρυγμένο όραμά του να δώσει την ευκαιρία σε 20 εκατομμύρια Σημίτες να γίνουν «Λευκοί άνθρωποι», να δημιουργήσουν κι αυτοί ένα ασφαλές καταφύγιο στην εθνική τους αφύπνιση, γιατί από μόνοι τους δεν μπορούν να το κάνουν, αφού είναι ασταθείς κατά την γνώμη του και εύκολα ακολουθούν προφήτες και μεσσίες.
Στις παρατηρήσεις του Σαίντ για τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, που συναντούν και αυτόν που διανύουμε, προστίθενται ως βασικοί όροι θεμελίωσης του Οριενταλισμού, οι πηγές ενέργειας, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τις αραβικές, πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος των Έξι Ημερών, η ενδυνάμωση του σιωνιστικού Ισραήλ, ως το προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης απέναντι στους «βάρβαρους». Οι τελευταίοι παριστάνονται στα κόμικ, στον κινηματογράφο (χαρακτηριστική της δυτικής υπεροπλίας η σκηνή στην ταινία «Ο Ιντιάνα Τζόνς και ο Χαμένος Θησαυρός» με τον Χάρισον Φορντ να σκοτώνει με πιστόλι, στην Πέτρα της Ιορδανίας, τον Άραβα εχθρό που κράδαινε απέναντι του το απαρχαιωμένο γιαταγάνι) και στα λογής, ευρείας κυκλοφορίας έντυπα, είτε ως ανήθικοι λάγνοι είτε ως αιμοδιψείς σφαγείς και πονηροί απατεώνες. Γι΄αυτό δεν πρέπει να τους ανήκει ό,τι τους ανήκει, δηλαδή η πετρελαιοφόρα γη. Άρα οποιαδήποτε επέμβαση είναι θεμιτή, αν όχι επιβεβλημένη (π.χ. Πόλεμος στον Κόλπο, 1991).
Παραφράζοντας τον Μαρξ και συνεχίζοντας τη σκέψη του Ε. Σαίντ, μπορώ να ισχυριστώ εντέλει πως, από τα τέλη του 20ού αιώνα, δεν πλανιέται πια το φάντασμα του κομμουνισμού πάνω από την Ευρώπη ή τη Δύση, αλλά το φάντασμα του Ισλάμ και των Αράβων. Το σεντόνι με το οποίο το κουκούλωσαν, το ύφανε για αιώνες ο Οριενταλισμός.
Με τη συστηματικά μεθοδευμένη προπαγάνδα επηρεασμού της δυτικής κοινής γνώμης, η ισλαμοφοβία και η αραβοφοβία δικαιολογούν αιματηρές επεμβάσεις, πολέμους, γενοκτονίες λαών, εγκαθίδρυση υποτελών καθεστώτων ή στήριξη φιλικών προς αυτούς απολυταρχικών εμιράτων και μοναρχιών. Ό, τι ακριβώς συμβαίνει στις μέρες μας.

