Κυκλοφόρησε πρόσφατα η τρίτη «οριστική αναθεωρημένη έκδοση του μυθιστορήματος» του Άρη Μαραγκόπουλου, Η μανία με την Άνοιξη. Πριν προχωρήσω στα πιο συγκεκριμένα ζητήματα που απασχολούν τον Α. Μ. θα ήθελα να επισημάνω τρεις χρονιές που αφορούν τις αντίστοιχες εκδόσεις του μυθιστορήματος· 2006, 2009, 2025, και τρεις που αφορούν συμβάντα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία· 2002, 2008, 2010-;
Το 2002 κλείνει ο κύκλος του λεγόμενου αντάρτικου πόλεων, που ξεκινάει κατά την περίοδο της Χούντας με τη σύλληψη της 17 Νοέμβρη και τη δίκη που ακολούθησε ένα χρόνο περίπου μετά. Λίγα χρόνια αργότερα ο συγγραφέας εκδίδει για πρώτη φορά το εν λόγω μυθιστόρημα. Το 2008 ξεσπά η εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08, ένα καινούριο θα λέγαμε συγκρουσιακό κοινωνικό φαινόμενο, που δεν αντιστοιχούσε ούτε σαν ρεπερτόριο, ούτε σαν απόηχος, στη μακρά δεκαετία του ‘60. Ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση του μυθιστορήματος. Το 2010 ξεσπά η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, αντανάκλαση και απόρροια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης· μια κρίση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και που αποτέλεσε το τέλος της Μεταπολίτευσης, υπό την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στις ελίτ και τις υποτελείς τάξεις. 15 χρόνια μετά την έναρξη αυτής της διαδικασίας, ο συγγραφέας μας παραδίδει την οριστική εκδοχή του πονήματός του.
Ποιά η σημασία των παραπάνω; Σε όλη αυτή την πορεία των ανατροπών των κοινωνικών συμβάσεων, είδαμε και εξίσου θεαματικές μεταστροφές διανοουμένων. Ο Α. Μ. ξεχωρίζει με τη σταθερότητά του. Δεν ισχυρίζομαι πως οι θέσεις του παραμένουν αμετάβλητες, ισχυρίζομαι όμως πως διατηρεί τη θέση του ως κριτικός της εξουσίας και όχι ως γελωτοποιός της. Και το αναφέρω γιατί θεωρώ πως αυτό αντανακλάται στη Μανία, από την πρώτη ως την οριστική της εκδοχή.
Τι πραγματεύεται η Μανία; Ως αναγνώστης κάποτε των τομιδίων του Μάο Τσετούνγκ που αφορούσαν τις αντιθέσεις, των οποίων αναγνώστης θεωρώ βέβαιο πως ήταν κι ο Α. Μ. κατά τη δική του νιότη, νιώθω πως το βιβλίο αφορά τόσο τις αντιθέσεις, όσο και την ενότητά τους. Αφορά τις αλλαγές που συντελούνται και που μετασχηματίζουν τον κόσμο, αλλά και τις αντιθέσεις, με άλλες να γίνονται κύριες κι άλλες δευτερεύουσες.
Η Μανία είναι ένα βιβλίο για τις αντιθέσεις: ουτοπία/ματαίωση, ατομικό/συλλογικό, τουρίστας/παραθεριστής, και, κυρίως, κριτική των όπλων/όπλο της κριτικής. Και αυτή η διαπάλη των αντιθέτων γίνεται με τρόπο ξεκάθαρα διαλεκτικό. Διαβάζοντας το βιβλίο ένιωσα λες κι ο συγγραφέας επιχείρησε μια βουτιά στα θεωρητικά εργαλεία της νιότης του, χωρίς δογματισμό και τελεολογίες, και επιτρέποντας την παράμετρο συναισθήματα να ενταχθεί στην, κατά τα άλλα ψυχρή, εξίσωση της πολιτικής, της ιδεολογίας και της διαλεκτικής θεωρίας και πράξης.
Αυτά τα ζητήματα, σε διαφορετικές εντάσεις και με διάφορους και διαφορετικούς τρόπους, απασχολούν τον συγγραφέα από τα πρώτα του βήματα, ήδη από το Ολντσμομπίλ. Μέσα από το ξαναγράψιμο της Μανίας θεωρώ πως ο συγγραφέας επιχειρεί μια επαναδιαπραγμάτευση όσων των απασχόλησαν και τον απασχολούν, επιχειρώντας μια καλώς νοούμενη αναθεώρηση· απαγορευμένη κατά τα άλλα λέξη για τον πολιτικό χώρο στον οποίο θητεύσαμε κι οι δύο, με διαφορά δεκαετιών βέβαια.
Διαβάζοντας ανάμεσα στις γραμμές αντιλαμβάνεται κανείς την επαναδιαπραγμάτευση της ίδιας της ζωής του συγγραφέα, την αναμέτρηση με το παρελθόν του, την επιστροφή στη νιότη του, στον οικογενειακό απόηχο του μετ-εμφυλίου, τα χρόνια της Χούντας, της Μεταπολίτευσης, την απομάγευση των αρχών του ‘80, τις διαπροσωπικές του σχέσεις. Κι όλα αυτά με τρόπο αβίαστο, καθόλου προσποιητό, και καθόλα ταιριαστό για την πλοκή του μυθιστορήματος. Θεωρώ πως πρόκειται για το πιο ώριμο και μεστό έργο του, ως φόρμα και ως περιεχόμενο, και πως αυτό βγαίνει σε κάθε σελίδα, σε κάθε ηρωίδα, σε κάθε περιγραφή της κάθε σελίδας του βιβλίου. Αυτή η ωριμότητα επιτρέπει στον συγγραφέα να (δια-)πραγματευτεί πολύπλοκα και σύνθετα ζητήματα με τον πολυεπίπεδο τρόπο που τους αρμόζει, μακριά από διδακτισμούς και αφορισμούς. Μπορεί λ.χ. να μιλάει πολιτικά και ιδεολογικά για την τρομοκρατία, το ένοπλο, με τρόπο κριτικό αλλά χωρίς να περνά στην αντίπαλη όχθη. Να δίνει χώρο στο συναίσθημα, να αποφεύγει τον πολιτικό κυνισμό, χωρίς όμως να εμπορεύεται το τραύμα της απώλειας ή να του δίνει την πρωτοκαθεδρία. Η (αντι-)βία δεν αποθεώνεται, δεν καταδικάζεται· ερμηνεύεται πέραν της ηθικολογίας. Ερμηνεύεται και κρίνεται βάση των προταγμάτων της και κατακρίνεται για την αναπαραγωγή του ατομικισμού, της ανάθεσης, της αποξένωσης του συνόλου από την ενεργή πολιτική, όταν μάλιστα, στοχεύει στο ακριβώς αντίθετο.
Πολύ ενδιαφέρουσα υπήρξε και η αναφορά στην ιδιότυπη αντιεξέγερση της Δεξιάς με την επιχείρηση ιδιοποίησης συνθήματος της Αριστεράς. Δεν μπόρεσα παρά να σκεφτώ την αντι-εξέγερση που επικρατεί μετά τον Δεκέμβρη του ‘08 –με μερικές μικρές ανάσες την περίοδο 2010-2012–, αλλά και παγκοσμίως, καθώς και την ιδιοποίηση των συνθημάτων της επαναστατικής αριστεράς από το ΠΑΣΟΚ, κυρίως των περίοδο 1974-1985.
Ενδιαφέρον προκαλεί και το σκηνικό, η Ικαρία, μια διόλου τυχαία επιλογή. Κόκκινο νησί, πατρίδα πολλών αριστερών, παλιών συντρόφων του συγγραφέα, άλλων, οπαδών του ένοπλου, αλλά και βαφτισιμιά του Ίκαρου, που προσπάθησε να φτάσει ψηλά για να κατακρημνιστεί απότομα. Δεν είχε/έχει και η ελληνική αριστερά κάτι από την αλαζονεία του Ίκαρου; Έχει τα σωστά εργαλεία, τη διαλεκτική και ιστορική σκέψη, τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, έτοιμη για την έφοδο στον ουρανό… και ως αποτέλεσμα, μηδέν εις το πηλίκο (αλλά γι’ αυτό φταίει ο ιμπεριαλισμός, ο καπιταλισμός, ο ρεβιζιονισμός, η μοναξιά, όχι, πάντως, η ίδια).
Η ωριμότητα του συγγραφέα φαίνεται και από την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων. Δεν κρύβονται τα δάνεια ή οι επιρροές του Τσίρκα και της Χαμένης Άνοιξης, που εντάσσονται αρμονικά στο μυθιστόρημα. Το κύριο δάνειο, κατ’ εμέ, συνειδητό ή όχι, δεν έχει σημασία, είναι στη θέση του συγγραφέα εντός του μυθιστορήματος. Στο opus magnum του, την τριλογία των Ακυβέρνητων Πολιτειών, ο Τσίρκας παίρνει τη θέση του ως Μάνος, αλλά μπορεί κανείς να τον βρει κι αλλού: υπήρξε καθοδηγητής, όπως το ανθρωπάκι, υπήρξε και κριτικός, όπως ο Μάνος, υπήρξε πολλά και πολλοί, όπως όλοι οι άνθρωποι, που χαρακτηρίζονται από πάθη, λάθη, στιγμές ανύψωσης αλλά και κατακόρυφης πτώσης, στιγμές που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της στιγμής και σ’ άλλες που βρίσκονται λειψοί. Το ίδιο ισχύει και με τις απόψεις τους: άλλοτε ταυτίζονται με μυθικές μορφές όπως ο Φάνης της τριλογίας κι άλλοτε με τα Ανθρωπάκια.
Τηρουμένων των αναλογιών, κι ο Βενιαμίν Σανιδόπουλος, μια αυθύπαρκτη φυσιογνωμία, όπως κι ο Μάνος Σιμωνίδης άλλωστε, ταλαντεύεται ανάμεσα στην επαναστάτρια σε ιδεαλιστικό βαθμό, Φλώρα, και τον αριστερό πραγματιστή, Δημήτρη Μπόγα. Άλλοτε τείνει προς τη μία άποψη, κι άλλοτε προς την άλλη, η ενότητα των αντιθέτων όπου η μεταρρύθμιση κι η επανάσταση δεν είναι πάντα αλληλοαποκλειόμενες αλλά μπορεί να είναι και αλληλοσυμπληρούμενες. Επιστρέφοντας στον Μάο και τις αντιθέσεις του, η Φλώρα, τα ξαδέρφια Μπόγα και οι λοιποί του Συνεταιρισμού, αυτής της ιδιότυπης συλλογικότητας, διαφωνούν στα πλαίσια όμως μιας μη ανταγωνιστικής σχέσης, ακόμη κι αν δεν την αντιλαμβάνονται ως τέτοια· τουναντίον, μπορεί και να συγκρούονται θεωρώντας ο ένας τον άλλο ως προδότη· αποστάτη. Ο λόγος της μη ανταγωνιστικότητας της αντίθεσής τους είναι πάρα πολύ απλός· δεν διαφωνούν στην αλλαγή του κόσμου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτό θα επιτευχθεί. Θέλουν να πετύχουν αλλαγές, αλλά δεν συμφωνούν στη μέθοδο.
Τελειώνοντας –αλλά και κατά την ανάγνωσή της– τη Μανία, γεννήθηκε μέσα μου η ανάγκη για αναστοχασμό. Όχι για μεμψιμοιρία, για το πώς πήραμε τη ζωή μας λάθος, για τη στράτευσή (μάς) που δεν οδήγησε κάπου. Αλλά για την ανάγκη να ξαναδούμε τα εργαλεία και τις μεθόδους μάς, προκειμένου να οδηγηθούμε έξω από το τέλμα στο οποίο βρισκόμαστε. Όπως είχε πει ένας από τους πρωταγωνιστές της Ιταλικής μακράς δεκαετίας, επειδή εμείς χάσαμε δεν σημαίνει πως οι άλλοι είχαν δίκιο. Ή, για να το αντιστρέψω, κάπως, επειδή εμείς έχουμε δίκιο δεν σημαίνει πως θα νικήσουμε επειδή «έτσι πρέπει να γίνει, έτσι θα γίνει». Ας αναζητήσουμε την μέθοδο, όπως ο Μαραγκόπουλος αναζήτησε, (ανα-)στοχάστηκε και μας παρέδωσε μια «οριστική μορφή» τόσων ανοιχτών πολιτικών ζητημάτων με τόσο όμορφο τρόπο.
Υγ. Ας μου επιτραπεί και μία –πραγματικά ήσσονα– διαφωνία με τον συγγραφέα. Σε κάποια φάση αναφέρεται σε αδικοχαμένους (της Ιστορίας) και πλάι στον Πλουμπίδη και άλλους, βρίσκεται κι ο Κίτσος Μαλτέζος ο οποίος αποστάτησε στην άλλη όχθη εν καιρώ πολέμου.[1] Ο Μαλτέζος δεν είναι Πλουμπίδης, ή, για να επιστρέψω στη Μανία, δεν είναι Στέλλα. Δεν αποτελεί μια παράπλευρη απώλεια, δεν αποτελεί ένα λάθος, αλλά μια πολιτική επιλογή του ΚΚΕ, αντίστοιχης της επιλογής του Μαλτέζου σε εκείνη τη συγκυρία.
___________
[1] Βλ. Τάσος Κωστόπουλος, «Ο νέος αναθεωρητισμός. Δοσίλογοι όλων των αποχρώσεων δικαιωθείτε!», Μανιφέστο, Δεκέμβριος 2000, σσ. 38-41.

