in

Φιλοσοφία της Ιστορίας. Του Χρήστου Λάσκου

O πίνακας του Paul Klee, Αngelus Novus, 1920

Βάσω Κιντή, Φιλοσοφία της Ιστορίας, Πόλις, σελ. 516

Η ζωή μοιάζει με παραμύθι δίχως νόημα που διηγείται ένας χαζός, γεμάτο θόρυβο και οργή

Μάκμπεθ

Τα λόγια που βάζει στο στόμα του Μάκμπεθ ο Σαίξπηρ αντιστοιχούν σε μια φιλοσοφική τοποθέτηση. Αυτή που υποστηρίζει πως η ζωή -και η ιστορία- των ανθρώπων είναι μια διαδικασία χωρίς το πραγματικό νόημα. Πρόκειται για μια εξέλιξη άναρχη, απάνθρωπη και αποκρουστική.

Που, μ’ έναν τρόπο μοιάζει με την διατύπωση του Μπένγιαμιν στην 9η από τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας:

«Υπάρχει ένας πίνακας του Klee με το όνομα Angelυs Novus. Απεικονίζεται εκεί ένας άγγελος που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα του ανοιχτό και οι φτερούγες του τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή, που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παράδεισου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά του ως τον ουρανό. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα».

Γι’ αυτό ο Μπένγιαμιν θα καλέσει ήδη από το μεσοπόλεμο να αντιληφθούμε τον αποκαλυψιακό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει αυτή η «πρόοδος» και να σκεφτούμε την επανάσταση ως φρένο σ’ αυτήν την θύελλα.

Οι προηγούμενες αναφορές ανήκουν σε αυτό που ονομάζεται θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας στην οποία, όπως σημειώνει η Κιντή, «οι φιλόσοφοι ατενίζουν την ιστορία της ανθρωπότητας και επιχειρούν να ερμηνεύσουν και να κατανοήσουν τη συνολική ιστορική διαδικασία, να συλλάβουν κατά πόσον εκδιπλώνεται σε αυτήν ένα σχέδιο, αν υπάρχουν μοτίβα που επαναλαμβάνονται, εάν υπάρχουν νόμοι, ένας υποκείμενος σκοπός που υπερβαίνει τις επιμέρους ατομικές και συλλογικές σκοπιμότητες σε συγκεκριμένες συγκυρίες» (σελ. 34).

Χαρακτηριστική περίπτωση φιλοσόφου -ή, καλύτερα, θεολόγου;- αυτού του τύπου υπήρξε ο Τεγιάρ ντε Σαρντέν, σύμφωνα με τον οποίο ο κόσμος, μαζί του και η ανθρωπότητα κινείται χωρίς παρέκκλιση, βήμα το βήμα, σε ένα έσχατο σημείο ολοκλήρωσης και αυτοπραγμάτωσης, το οποίο στη δική του εννοιολόγηση, αποτελούσε το περίφημο σημείο Ω.

Η πιο σημαντική, ωστόσο, περίπτωση θεωρησιακού φιλοσόφου υπήρξε ο Χέγκελ, ο οποίος αντιλαμβάνονταν τον κόσμο ως διαρκή, μέσω των αντιφάσεων και της άρσης τους, εκτύλιξη της ιστορίας του Πνεύματος, το οποίο, εκκινώντας από το αδιαφοροποίητο μηδέν, περνά, μέσα από διαδοχικές φάσεις με τελικό στόχο την πλήρη αναγνώριση του ίδιου του του εαυτού. Το Παγκόσμιο Πνεύμα κινείται διαρκώς σε όλο και μεγαλύτερη, όλο και ευκρινέστερη αυτοσυνείδηση, φτάνοντας εν τέλει στην απόλυτη συνείδηση του εαυτού του. O κόσμος υπάρχει από πάντα, αλλά το Πνεύμα του συνειδητοποιεί σιγά σιγά την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητα του, χάρη στον πολιτισμό και στην ανάπτυξη του ανθρώπου. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η πραγματική ιστορία του κόσμου, δηλαδή η εκτύλιξη του Παγκόσμιου Πνεύματος μέχρι το τέλος. Η διαλεκτική αυτή διαδικασία δεν είναι προφανής και, από αυτήν την άποψη, πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι για την πανουργία, με την οποία λειτουργεί ο Λόγος.

Υπάρχει, λοιπόν νόημα και κατεύθυνση στην ιστορία κι έρχονται στιγμές στις οποίες το Πνεύμα αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια μας με τον πιο διαυγή τρόπο. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση του Χέγκελ, ο οποίος, βλέποντας τον έφιππο Ναπολέοντα να περνάει κάτω από το παράθυρό του στην Ιένα, είπε πως το Απόλυτο Πνεύμα μόλις πέρασε μπροστά του.

Είναι γνωστό πως ο Μαρξ επηρεάστηκε από τον Χέγκελ ισχυριζόμενος πως τον έφερε στη σωστή του θέση αναποδογυρίζοντάς τον και θέτοντας τον με τα πόδια στο έδαφος. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο ο Μαρξ διαμόρφωσε μια Φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία της απέδιδε κατευθυντικότητα και τέλος, με τη διπλή έννοια της λέξης. Η προσωπική μου άποψη είναι πως μια ενδελεχής μελέτη του έργου του δεν δείχνει κάτι τέτοιο, ωστόσο σταματώ εδώ γιατί η ενασχόληση με αυτό μας ξεμακραίνει από το θέμα μας.

Έδωσα, μέχρι στιγμής, μεγάλο βάρος την θεωρησιακή φιλοσοφία της ιστορίας ενώ η Κιντή ξεκαθαρίζει πως το βιβλίο της  είναι γραμμένο από τη σκοπιά της αγγλοσαξονικής αναλυτικής φιλοσοφίας, «δηλαδή στη φιλοσοφία της ιστορίας που διερευνά ζητήματα γνωσιολογικά, μεταφυσικά, λογικά, ηθικά ή μετα-ηθικά […] κυρίως με αξιολόγηση επιχειρημάτων και εννοιολογική ανάλυση μέσω της γλώσσας» (σελ. 24). 

Η αναλυτική φιλοσοφία μπορούμε να πούμε πως ξεκινάει με τη γλωσσική στροφή των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Richard Rorty σημειώνει χαρακτηριστικά: «Με τον όρο «γλωσσική φιλοσοφία» εννοώ την άποψη ότι τα φιλοσοφικά προβλήματα είναι προβλήματα που μπορούν να λυθούν (ή να διαλυθούν) είτε αναμορφώνοντας τη γλώσσα είτε κατανοώντας περισσότερο τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε τώρα».

Από αυτήν την προοπτική, αλλά με πολύ ανοιχτή ματιά, η συγγραφέας θα ασχοληθεί με τα οντολογικά ερωτήματα -τι υπάρχει και πώς είναι αυτό που υπάρχει, με το όντως ον, δηλαδή-, με τα γνωσιολογικά προβλήματα -μπορούμε να έχουμε γνώση του κόσμου, ποιες είναι οι πηγές της και ποια τα όριά της, πόσο βέβαιη μπορεί να είναι αυτή- καθώς και με τα λογικά και τα ηθικά, σ’ ένα βαθμό.

Πώς αντιμετωπίζει η ιστορία το παρελθόν; Τι είναι το παρελθόν; Ποια η υπόσταση των γεγονότων και των συμβάντων; Τι θέση έχουν τα τεκμήρια; Ποια θεωρούνται τεκμήρια; Πως γράφεται η ιστορία; Μήπως συνιστά περισσότερο μυθοπλασία παρά ακριβή, κατά το δυνατόν, αναπαράσταση των «όσων συνέβησαν»; Τι σημαίνει ιστορική αλήθεια; Ταυτίζεται με την «αντιστοίχιση με τα πράγματα», έχει ως δείκτη τη «συνοχή» του ιστορικού αφηγήματος ή είναι μια πραγματιστική προσέγγιση,  σύμφωνα με την οποία το αληθές είναι το πρόσφορο (expedient), αλλά μόνο αν εκτιμήσουμε το πρόσφορο μακροπρόθεσμα και συνολικά; Τι γίνεται με την κατανόηση, που σημαίνει τη δυνατότητα του ιστορικού να μπει στην θέση των ανθρώπων, των οποίων την ιστορία μελετά και αφηγείται; Μιλάμε την ίδια «γλώσσα» με τους ανθρώπους του παρελθόντος και εννοούμε τα ίδια πράγματα; Είναι μεταφράσιμες οι γλώσσες μεταξύ τους ή υπάρχει μια συμφυής ασυμμετρία; Μπορεί να κατακτηθεί η αντικειμενικότητα στην ιστορία; Τι συμβαίνει με την αιτιότητα και τον ντετερμινισμό; Την ελεύθερη βούληση; Υπάρχουν νόμοι της ιστορίας; Μπορούμε να αποφύγουμε τις αξιολογικές κρίσεις; Είναι η ιστορία επιστήμη; Κι αν ναι, αυτό σημαίνει πως αποτυπώνει το όντως όν στο παρελθόν ή συνιστά μια δική μας κατασκευή για να ασχολούμαστε με αυτά τα ζητήματα; Αν αποδεχτούμε -και είναι εύλογο- έναν ήπιο προοπτικισμό, μπορούμε να ισχυριστούμε πως η αναγκαία μεροληψία της ματιάς μας δεν καταργεί τη δυνατότητά μας να αποκτούμε γνώση;

Η Κιντή διεξέρχεται αυτά κι άλλα πολλά με εξαιρετικά διαυγή και περιεκτικό τρόπο και παίρνει πειστική θέση απέναντι σε μεγάλες μορφές της ιστορικής επιστήμης.

Όπως τον Μπρωντέλ, για τον οποίο η ιστορική επιστήμη έχει νόημα μόνο όταν είναι «απαλλαγμένη από τους ανθρώπους», όταν θεωρηθεί «ακίνητη», όταν, αυτά που αντιλαμβανόμαστε εμείς ως κατεξοχήν ιστορικά γεγονότα, ο ίδιος τα θεωρεί επιφανειακές διαταραχές πάνω σ΄ ένα τεράστιου βάθους ωκεανό. Με τα λόγια του: «Δεν μάχεται κανείς τη φουσκοθαλασσιά της ισημερίας […] Δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να κάνει κανείς απέναντι στο βάρος του παρελθόντος, παρά μόνο να το συνειδητοποιήσει […] έτσι, πάντα προσπαθώ να αντιμετωπίζω τον άνθρωπο ως αιχμάλωτο μιας μοίρας που ελάχιστα οφείλεται στον ίδιο» (σελ. 98).

Πηγαίνοντας προς το τέλος αυτής της πλημμελούς παρουσίασης ενός βιβλίου τόσο πλούσιου, που δεν μπορεί στην πραγματικότητα να παρουσιαστεί, επιλέγω να επισημάνω την θέση της Κιντή σχετικά με την δική της τοποθέτηση, όπως η ίδια την εξηγεί:

«Η ίδια η γραμμή της ανάπτυξης και η επιχειρηματολογία [μου στα προηγούμενα] οδηγούσαν, θα μπορούσε να πει κανείς, σε θέσεις ανάλογες με αυτές που βρίσκουμε σε κείμενα μεταμοντέρνων στοχαστών. Π.χ. υποστήριξα ότι είναι αδύνατον να υπερβούμε τη γλώσσα και να μιλήσουμε απροϋπόθετα για τον κόσμο, ότι είναι αδύνατον να έχουμε θέα από το πουθενά, ότι δεν υπάρχει ιδεώδης καθολική γλώσσα, ότι δεν υπάρχουν γυμνά δεδομένα, ότι τα γεγονότα, όπως και η αντικειμενικότητα έχουν ιστορία, δηλαδή δεν είναι αυτονόητα χαρακτηριστικά της πραγματικότητας και της γνώσης μας γι’ αυτήν, ότι οι ιστορικές αφηγήσεις έχουν συγγένειες με λογοτεχνικά κείμενα, κλπ. […] Η διαφορά με τον μεταμοντερνισμό που υποστηρίζει ανάλογες θέσεις έγκειται στο εξής: Οι μεταμοντέρνοι είναι απογοητευμένοι απολυτοκράτες που θεωρούν κατάκτηση και πρόοδο αυτό που για τους αντιπάλους τους είναι πρόβλημα […] Η δική μου θέση είναι πως το βάρος της «απόδειξης» για την απόλυτη σύλληψη της πραγματικότητας, τη θέα από το πουθενά, για την ιδεώδη γλώσσα, τα καθαρά δεδομένα, τα ανεπίληπτα γεγονότα, κλπ., το έχουν όσοι υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις» (σελ. 384).

Το βιβλίο της Βάσως Κιντή είναι, από όσα έχουν πέσει στην αντίληψή μου, το καλύτερο εγχειρίδιο για τη Φιλοσοφία της ιστορίας. Μας βοηθάει να περιηγηθούμε στο πεδίο πιο αποτελεσματικά από ό,τι τα αντίστοιχα βιβλία του Walsh, του Collinwood ή του Dray.

Ξεκίνησα την ανάγνωση του βιβλίου μεροληπτικά απέναντι στη συγγραφέα λόγω του γεγονότος πως δεν συμφωνώ σχεδόν με καμία από τις θέσεις που παίρνει για τρέχοντα ζητήματα στη δημόσια συζήτηση.

Δεδομένης αυτής της «ιδεολογικής» απόστασης, νομίζω πως η θετική αξιολόγηση του έργου της από μέρους μου αποκτά μεγαλύτερη αξία.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Καταγγελία για επίθεση αστυνομικών σε μέλη του ΠΑΜΕ στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης

«Έξω οι εργολάβοι από τα νοσοκομεία»-Διαμαρτυρία υγειονομικών στην Αριστοτέλους