in

Ερωτήματα μιας κριτικής επιστήμης. Της Αθηνάς Παπανικολάου

Βασίλης Νιτσιάκος, ΕΘΝΟ-ΟΙΚΟΤΟΠΙΚΑ, εκδόσεις Ισνάφι, Ιωάννινα 2022 σελ. 240

Το βιβλίο ΕΘΝΟ-ΟΙΚΟ-ΤΟΠΙΚΑ του καθηγητή Κοινωνικής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Βασίλη Νιτσιάκου, αποτελεί συλλογή άρθρων που γράφτηκαν τα τελευταία χρόνια και δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και ιστότοπους ευρείας κυκλοφορίας. Διακηρυγμένος στόχος του βιβλίου, ήδη από τον πρόλογο, να απευθυνθεί σε ένα πιο πλατύ κοινό, πέραν των μυημένων στην Κοινωνική Λαογραφία, επιστήμη που αποτελεί και τη θεωρητική του βάση. Το κείμενα που τακτικά δημοσίευε και διάβαζα στον ηλεκτρονικό και έντυπο τύπο, αλλά και στην προσωπική του σελίδα στο fb, έδιναν ερεθίσματα σκέψης για θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας καθώς και για διαχρονικά, ζητήματα που άπτονται της εθνογένεσης και της ταυτότητας, της παράδοσης και του αλλαγών που έφερε η νεωτερική εποχή, του πολιτισμού και της ιστορίας, της κοινωνικής οργάνωσης, των ηθών και εθίμων, της εκπαίδευσης και της οικολογίας, της σχέσης του σύγχρονου ανθρώπου με τη φύση.

Είναι φυσικά αδύνατον να αναφερθώ λεπτομερώς σε κάθε ένα από αυτά, καλύπτουν άλλωστε 237 σελίδες. Πρόκειται για βιβλίο αναφοράς. Δεν θα διαβαστεί άπαξ και θα αποθηκευτεί, αλλά θα ανασύρεται διαρκώς από τη βιβλιοθήκη για να δώσει εκ νέου δεδομένα και επιχειρήματα στον διάλογο για φαινόμενα και γεγονότα του δημόσιου βίου, που είτε πέρασαν ή θα περάσουν στο ιστορικό παρελθόν είτε συμβαίνουν στη συγχρονία του αναγνώστη, ο οποίος αναζητά θεωρητικά κλειδιά για να τα αποκωδικοποιήσει και να τα ερμηνεύσει. Επιλέγω λοιπόν αποσπάσματα για να τεκμηριώσω αυτήν την άποψη και να αναδείξω την κοινή συνισταμένη όλων των άρθρων που δεν είναι άλλη παρά η βαθιά και ειλικρινής ουμανιστική έγνοια του συγγραφέα για την απώλεια της συλλογικότητας, παράλληλα με την απόκρουση του δογματισμού και του φανατισμού τόσο στον επιστημονικό διάλογο όσο και στον δημόσιο βίο,

Ο συγγραφέας παρατηρεί –και συμμερίζομαι την άποψή του-πως περνώντας από την προνεωτερική εποχή στη νεωτερική, απωλέσαμε ως κοινωνία αυτό το «συν» που συγκροτούσε τον κοινοτικό βίο με σχέσεις αλληλοπεριχώρησης και αλληλεγγύης, αυτό το «συν» που όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο δεν «παραπέμπει στην πρόσθεση ατόμων αλλά στη συνύπαρξη προσώπων. Προσώπων που συγκροτούνται υπαρξιακά και ηθικά σε μια κοινότητα διαπροσωπικών , ηθικά επισφραγισμένων σχέσεων και όχι σε μια απρόσωπη κοινωνία ατομικών συμφερόντων»

Το πλεονέκτημα του Βασίλη Νιτσιάκου είναι ότι λόγω καταγωγής πρόλαβε και έζησε αυτό το μοίρασμα στην κοινότητα και μάλιστα στη νομαδική ζωή των κτηνοτρόφων με τους ιδιαίτερους κανόνες και τους εποχικούς ρυθμούς της. Σπουδαία παρακαταθήκη για να προχωρήσει κανείς στην έρευνα του παρόντος με την προίκα του παρελθόντος. Η βιωματική αυτή σχέση, την οποία μοιράζομαι με τον συγγραφέα, λόγω καταγωγής (εξαιρουμένης της νομαδικής εμπειρίας), δεν αποτέλεσε αιτία υποκειμενικότητας του στοχασμού του ούτε εξιδανίκευσης του παρελθόντος λόγω συναισθηματικής εμπλοκής, αλλά τουναντίον, λειτούργησε ως θεμέλιο γνώσης για να εδράσει την έρευνα και να διατυπώσει αδογμάτιστα τη σκέψη του

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του επιστημονικού στοχασμού είναι ή θα πρέπει να είναι η απορία, η αναζήτηση νέων δεδομένων, η κατάρριψη κάθε απόλυτης βεβαιότητας, η ανοιχτοσύνη του πνεύματος, η δημιουργία προϋποθέσεων για διάλογο και σύνθεση, η άσκηση κριτικής. Η συλλογή αυτή εμφορείται από αυτό το πνεύμα. Οι επιστήμες ουδέποτε ήταν ουδέτερες και αμέτοχες των κοινωνικών προβλημάτων, ακόμα κι αυτές που καλούνται θετικές. Αυτή είναι μια παραδοχή. Παράλληλα όμως με την επιστήμη κυκλοφορούσαν και κυκλοφορούν μυθεύματα με επιστημονικοφανές προσωπείο που υπηρετούν συγκεκριμένους σκοπούς και συμφέροντα. Το διαδίκτυο, παρά τα θετικά του, βοήθησε πολύ στην διάδοση των fake επιστημονικών πορισμάτων με αποτέλεσμα να παρασύρεται ο εύπιστος και να φανατίζεται ο αμαθής, να χειραγωγείται ο εύπλαστος εντέλει αναγνώστης και πολίτης. Η Λαογραφία όπως κι η Γλωσσολογία, η Αρχαιολογία και η Φιλοσοφία, υποφέρουν πολύ τα τελευταία χρόνια απ’ αυτές τις ψευδεπίγραφες ανακοινώσεις. Βαρύγδουπες συνήθως, στοχεύουν όλες στο εθνικό φαντασιακό της υπεροχής του περιούσιου λαού και της φυλετικής καθαρότητας του που συνδέεται κατευθείαν με την αρχαιότητα και ως εκ τούτου δεν επιδέχεται καμία κριτική και αμφισβήτηση των τωρινών επιλογών του στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Τα γεγονότα των προηγούμενων χρόνων με την άνοδο της ακροδεξιάς, το ξενοφοβικό, μισαλλόδοξο και μισάνθρωπο κλίμα που καλλιεργήθηκε έντονα από αυτές τις ψευδοεπιστημονικές διαδόσεις, καθώς και το μένος για γειτονικούς και όχι μόνο λαούς, επιβεβαιώνουν δραματικά τις συνέπειες αυτής της παραφιλολογίας. Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να παραλληλίσω το παρακράτος με την παραεπιστήμη. Το πρώτο τρέφονταν και τρέφεται εκτός των άλλων πηγών του και από τη δεύτερη.

Ο συγγραφέας ανησυχεί πολύ γι΄ αυτό το κλίμα και τις συνέπειες του στον δημόσιο βίο. Τονίζει χαρακτηριστικά στο πρώτο άρθρο πως, όπως η Δημόσια Ιστορία έτσι και η Δημόσια Λαογραφία, με αμέτρητες εκδηλώσεις συλλόγων και ανακοινώσεις ερασιτεχνών λαογράφων, θεμελίωσε μια στείρα προγονοπληξία και έναν αρχαιόπληκτο εθνικισμό, ενδεδυμένο και εκφρασμένο στα ΜΜΕ με τον λόγο ακατάσχετα ηθικολογούντων «ειδικών», οι οποίοι θρηνούν τον χαμένο «αγγελικά πλασμένο» κόσμο, τη χαμένη τιμή του έθνους που αλλοιώνεται από κάθε τι νέο και ξενόφερτο, αφού κάθε μεταβολή εκλαμβάνεται ως απειλή. Στη θέση αυτής της ανερμάτιστης κι επικίνδυνης θέσης ο Β.Ν χτυπά το καμπανάκι στους συναδέλφους του και σε μας τους πολίτες, θέτοντας το ερώτημα « Και η επιστήμη; Οι επιστήμονες; Πώς τοποθετούνται απέναντι σ’ αυτά τα φαινόμενα; Μια απάντηση είναι τα «καθιστούν αντικείμενα μελέτης. Πραγματικά είναι πολύ ενδιαφέροντα, έχουμε νέο υλικό…Τρέχουμε πίσω του;» Το ερώτημα είναι σοβαρό και αφορά τον ίδιο τον ρόλο της επιστήμης και των επιστημόνων. Για τη Λαογραφία η απορία του γίνεται πιο συγκεκριμένη « Εάν το παρόν και το μέλλον εξαρτώνται από την αντίληψη που έχουμε για το παρελθόν, η Λαογραφία μπορεί απλά να χαίρεται για το νέο και πολύ ενδιαφέρον υλικό ή πρέπει να εμπλακεί στη διαδικασία συγκρότησης της κοινής αντίληψης γι΄αυτό, στο μεγάλο αιτούμενο της;»

Με ερωτήματα θα προχωρήσει και στα επόμενα κεφάλαια, σχολιάζοντας το πρώτο συνθετικό του τίτλου, τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας, προσθέτοντας με ρητορικό τρόπο τις παραμέτρους του σχηματισμού: εμείς και οι άλλοι, δεν νοείται το εμείς χωρίς αυτήν τη διάκριση. Ύστερα ο τόπος, η γεωγραφία του, οι μικρές πατρίδες, πώς εμπεριέχονται στις μεγάλες, πώς συνομιλούν οι ετερότητες μέσα στο νεωτερικό έθνος –κράτος της ομοιογένειας; Επιπλέον, ο ταξικός παράγοντας πώς συναρθρώνεται με τον εθνοτικό; Πώς διαμορφώνεται η πολιτισμική ηγεμονία και ποιος ο ρόλος της εξουσίας σε αυτήν τη διαδικασία; Ερωτήματα που άπτονται της Ιστορίας, της Κοινωνιολογίας, της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, συναρθρώνονται σε διαφορετικά κεφάλαια, με βατήρα πάντα το ενδιαφέρον του επιστήμονα να υπερβεί τις αντιθέσεις του παρελθόντος. αντιθέσεις που ταλαιπώρησαν τις διαφορετικές πολιτισμικές εκφράσεις. Μύχιος και ταυτόχρονα εκφρασμένος πόθος του, να οδηγήσει τη σκέψη στο όραμα και την υλοποίηση ενός «πολιτισμού των πολιτισμών» που θα αναγνωρίζει, θα τιμά και θα σέβεται την ετερότητα, θα διασώζει την βιοποικιλότητα των διαφορετικών πολιτισμικών φωνών.

Γράφει ο Β.Ν «Τώρα που η ταυτότητα έχει αποκρυσταλλωθεί και το έθνος δεν κινδυνεύει, δεν πρέπει να ιδούμε αυτές τις ιδιαιτερότητες ως συστατικό στοιχείο της ενότητας; Δεν πρέπει τις όποιες διαφορές να τις αντιμετωπίζουμε ως ευλογία και όχι ως κατάρα; Δεν είναι πλούτος η ποικιλομορφία, η ποικιλότητα;». Επεκτείνοντας το ερώτημα του, θα θέσω το δικό μου: αν μέσα στο πλαίσιο του έθνους- κράτους είναι πλούτος και παράγοντας προόδου η αναγνώριση της συμβολής της ετερότητας, τότε πόσο πιο σημαντική είναι για την παγκόσμια συμβίωση και ενότητα η παραδοχή της αξίας του πολιτισμού του γείτονα λαού, όλων των λαών, πόσο σπουδαία η συμβολή τους σε αυτό που ονομάζουμε οικουμενικός πολιτισμός χωρίς αξιολογικές διακρίσεις και ιεραρχίες; Χαρακτηριστικά τα κείμενά του με τίτλους όπως: Ο άλλος σαν εχθρός, Τα σύνορα και τα όρια, Οι μειονότητες στη Βόρεια Μακεδονία, Το βλαχικό ζήτημα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα τοποθετήσει και τα ερωτήματα που αφορούν τη γλώσσα, την καταγωγή, τον πατριωτισμό, την εργαλειοποίηση των παλιών συμβόλων στο όνομα της εθνικοφροσύνης, την εντοπιότητα και την αυτοχθονία, τον αγώνα για την ανεξαρτησία και την Επανάσταση του 1821, τη σχέση μας με την παράδοση αλλά και τη φύση. Σε όλα τα σχετικά κείμενα ο συγγραφέας αφορμάται από επίκαιρα γεγονότα (πχ εορτασμοί για τα 200 χρόνια από την ιδρυτική διακήρυξη του ελληνικού κράτους) και με την ευκαιρία υπομιμνήσκει συνεχώς, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της διαλεκτικής, την ιστορικότητα των κοινωνικών φαινομένων, τη γένεση, διαμόρφωση και ένταξή τους εντός συγκεκριμένων πλαισίων που ορίζει ο ιστορικός χρόνος, ο τόπος, η οικονομία, η μακρόχρονη συμβίωση. Τίποτα δεν νοείται και δεν ερευνάται εκτός αυτής της παραδοχής. Γράφει επιλογικά σε ένα σημείο:

«Τα πράγματα δεν είναι, αλλά γίνονται μέσα από τις σχέσεις τους, οι οποίες σχέσεις διέπονται από την έννοια της ιστορικότητας» κι αλλού σημειώνει: «οι ταυτότητες όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα και διαδικασίες συγκροτούνται ιστορικά .Δεν είναι μεταφυσικά και αιώνια αντικείμενα» Θεωρώ πως η ουσία του επιστημονικού στοχασμού του Β.Ν και ο απορρέων ουμανισμός του αποκρυσταλλώνονται στην τελευταία αυτή φράση και σε όσα εμπεριέχει: στην έννοια της κίνησης, κίνηση ανθρώπων και ιδεών, κίνηση αγαθών, αντιλήψεων, συμβόλων και εθίμων, στην αποδοχή της αλλαγής, της ετερότητας, της εισδοχής νέων στοιχείων, του δανεισμού πολιτιστικών στοιχείων, της συνύπαρξης χωρίς το φόβο της αλλοίωσης. Συνοπτικά μας προτείνει μια προοδευτική, αισιόδοξη οπτική για τη θέαση του παρελθόντος αλλά και για την αντίληψη της ελληνικότητας όχι ως βιολογική κατηγορία αλλά ως πολιτισμική, της οποίας διαχρονικό γνώρισμά ήταν η «συμπερίληψη και η φιλόξενη διάθεση στο διαφορετικό». Με αυτό το πνεύμα σχολιάζει πχ. τη συμβολή των Αλβανών στην επανάσταση του 1821.

Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί και πάλι να υποστηρίξω πως ο Β.Ν με το επιστημονικό και λογοτεχνικό του έργο και με τον δημόσιο δοκιμιακό του λόγο διαμορφώνει τον «πολιτισμό των συνόρων», ανοίγοντας την κλειστή μας πόρτα να δούμε «Απέκει» (τίτλος ποιητικής του συλλογής), δηλαδή στην άλλη πλευρά του φράχτη, μας προσκαλεί να γνωρίσουμε τον γείτονα, προϋπόθεση γνωριμίας και με τον οικουμενικό Άλλον.

Από αυτήν την άποψη τα άρθρα του αποκτούν και παιδαγωγική αξία. Είναι χρήσιμο να μπουν στην σχολική αίθουσα ως υλικό και τροφή για καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, ως ανάχωμα στον δογματισμό, στον ψευτοεπιστημονισμό, στον κίβδηλο πατριωτισμό, στον ρατσισμό και την μισαλλοδοξία. Συνιστούν διακήρυξη αγάπης, αλληλοσεβασμού και αλληλοπεριχώρησης. Γράφει χαρακτηριστικά: « Και κει στο κατώφλι ,ν’ αλλάξουν όλα. Να πέσουν τα τείχη του νου και της καρδιάς. Να ΄ρθει ο κόσμος τούμπα. Ο ξένος να γίνει φίλος κι ύστερα δικός…»

Στο τελευταίες σελίδες του βιβλίου, οι φανταστικές συνομιλίες του με τους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν υπόδειγμα δημιουργικής γραφής διαλόγου με την ιστορία και την προσωπικότητα. Συνιστούν σπουδαία λογοτεχνική γραφή εφαρμογής της σωκρατικής διαλεκτικής για την εύρεση της αλήθειας. «Εθνικό είναι ό, τι είναι αληθινό» έγραψε ο Δ. Σολωμός και στόχος του συγγραφέα είναι να ανασύρει την αλήθεια που καταπλακώθηκε από συστηματικά ψεύδη, εν ονόματι της αγάπης στην πατρίδα.

Τα μαθήματα της Γλώσσας, της Λογοτεχνίας και της Ιστορίας, της εξορισμένης σήμερα Κοινωνιολογίας, θα κερδίσουν πολλά, αν προσθέσουν στο προσφερόμενο υλικό τους τα ΕΘΝΟ-ΟΙΚΟ-ΤΟΠΙΚΑ. Και επειδή τα σχολικά εγχειρίδια αλλάζουν δύσκολα περιεχόμενο, απομένει στον εκπαιδευτικό, με την ευχέρεια που του δίνει πλέον η προσωπική επιλογή κειμένων, να εντάξει τα άρθρα στη διδακτέα ύλη, στον διάλογο της τάξης.

Επιλογικά, θα καταγράψω επιγραμματικά όσα αποκόμισα από την ανάγνωση του βιβλίου: έμαθα πολλά, απόκτησα γνώσεις για πεδία που δεν γνώριζα, ξεκαθάρισα εννοιολογικές διαφορές κακοποιημένων για πολιτικούς λόγους όρων, όπως εθνοτική ταυτότητα και ιθαγένεια, προβληματίστηκα για άλλους που στερούνται επιστημονικό περιεχόμενο κατά τον συγγραφέα, όπως ο πολυχρησιμοποιημένος «άυλη πολιτιστική κληρονομιά», ανάσανα και έλπισα με την ανάδειξη του έργου των μικρών κοινοτήτων και συλλογικοτήτων ως αντίβαρο στην ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας.

Τέλος, ξαναβρήκα στον επιστημονικό στοχασμό του τον Αναγεννησιακό ανθρωπισμό και την πνευματική ανεκτικότητα του Διαφωτισμού, την ανάδειξη του ηθικού βάρους της συλλογικότητας, τόσο αναγκαία απέναντι στην βαρβαρότητα της νεωτερικής αποθέωσης του ατομικού. Η πανδημία, κι όσα βιώσαμε εξαιτίας της κατά την τελευταία διετία, θαρρώ απέδειξαν περίτρανα τη βασική αρχή του βιβλίου, πως ξεκινώντας από τον στενό πυρήνα της οικογένειας και φθάνοντας στον ευρύτερο κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο, η μετακίνηση από το «εγώ» στο «εμείς» δεν είναι ουτοπικό όραμα και νοσταλγία αλλά όρος επιβίωσης και συμβίωσης.

Αν τα βιβλία πρέπει να δημιουργούν ρωγμές, να ανανεώνουν τον στοχασμό, να ανοίγουν παράθυρα, τότε πιστεύω πως το βιβλίο πέτυχε και τα τρία.

«Να σκεφτόμαστε και να νιώθουμε. Να σκεφτόμαστε και να ακούμε. Να σκεφτόμαστε και να ζούμε…» γράφει ο Βασίλης Νιτσιάκος.

Αυτή δεν είναι μόνο πρόταση σκέψης. Είναι και ζωής.

* Η Αθηνά Παπανικολάου είναι φιλόλογος – συγγραφέας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Σεξιστική επίθεση δημοσιογράφου της ΕΡΤ στην Κατερίνα Νοτοπούλου

Μια «σκέψη», παλιά όσο η φεουδαρχία