Του ΒΑΣΙΛΗ ΚΕΧΑΓΙΑ
Αντάντε
Ζωή μοιρασμένη με την Φοίβη…Την Φοίβη Οικονομοπούλου, μητέρα των τριών κοριτσιών του, θετή κόρη του σπουδαίου Ντίνου Κατσουρίδη. Ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, επιβλητική. Ίσως γι αυτό ο φίλος του, ο σχεδόν αδελφός του, την αποκαλούσε «ο επικεφαλής», αν και τυπικά τον ακολουθούσε πάντα. Ήταν πίσω του σε κάθε πλάνο που γύριζε, σε κάθε δημόσια εμφάνισή του, ήταν μπροστά από κάθε ανάσα του. Ήταν μπροστά του, στο βάθος κάθε κάδρου που σχεδίαζε, κάθε μαγικής χορογραφίας που υπαγόρευε στην κάμερά του. Ακόμη κι όταν συλλάμβανε κι εκτελούσε αυτό το μεγαλειώδες τράβελινγκ με τον Μπρούνο Γκανζ να διασχίζει την παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης, συντροφιά με τις σκέψεις του κι έναν σκύλο-μια από τις καλύτερες στιγμές στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου- αυτό το σύμβολο της πίστης δεν μπορούσε παρά να είναι η σκέψη του για την Φοίβη.
Τόσο ζευγαρωμένοι που όταν κάποια στιγμή η σύντροφός του ξέχασε την πρόσκλησή της για την είσοδό της στο παλάτι του Φεστιβάλ των Καννών, εκεί όπου ούτε κυριολεκτικά ο διευθυντής του Φεστιβάλ δεν εισέρχεται χωρίς πρόσκληση, προτίμησε κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης να μείνει έξω από την προβολή. Στον Άδη ταξίδεψε μόνος του. Είναι σίγουρο ότι θα την περιμένει, όσα χρόνια και να χρειαστεί στην είσοδο της σπηλιάς του για να συνεχίσουν μαζί το ταξίδι.
Αντάτζιο
Καθόταν στο γραφείο του, λες και ήταν πρωταγωνιστής σε ταινία του. Από τις μισάνοιχτες γρίλιες έμπαινε ένα φως υποβλητικό, σα για να υπογραμμίζει το μεγαλείο του. Στην άλλη γωνιά του δωματίου φοίνικες και λιοντάρια και κάποια άλλα πρωτοκλασάτα παράσημά του αντιφέγγιζαν στο ίδιο φως σαν προέκταση αυτού του μεγαλείου, θύμιζαν το έργο του, για το οποίο του άρεσε πολύ να μιλάει. Έφερνε την παλάμη του στο κεφάλι του, σκεφτόταν και μετά απλώνοντας το άλλο χέρι αναπαρίστανε τον τρόπο που συνέλαβε το τάδε ή το δείνα πλάνο, το τι τον ενέπνευσε, το νόημά του. Στεκόσουν με δέος στην απέναντι καρέκλα κι αισθανόσουν ένας τυχερός εν τω γενάσθαι, κάποιος που έβλεπε την παγκόσμια πρώτη μιας σπουδαίας σκέψης. Καταλάβαινες το πώς δούλευε, πώς αιχμαλώτιζε την ομίχλη και τη βροχή στο πλάνο, σχεδόν έβγαζες ομπρέλα να μην βραχείς. Ζωγράφιζε, δεν κινηματογραφούσε, ίσως γι αυτό επέμενε στα μακρινά πλάνα.
Μια μέρα, μετά από ένα τέτοιο ονειροπόλημα τον είδα να περνάει το δρόμο, τη Σολωμού, έξω από το γραφείο του. Έμοιαζε να σκέφτεται κάποιο πλάνο και ότι κανένα αμάξι δεν θα τον χτυπούσε, επειδή ήταν αυτός. Δυστυχώς …
Μενουέτο
Θεσσαλονίκη, να ξερες τι του χρωστάς… Έτσι πως ήσουν μόνη, στριμωγμένη σε μια γωνιά της Ελλάδας, άσχημη και γερασμένη πια, σε πήρε από το χέρι και σε ταξίδεψε σε χώρες ξένες, σ’ έκανε πρωταγωνίστρια, σου δώρισε χρυσά κοσμήματα, στα φεστιβάλ όπου σε πήγε. Σε κοίταξε από τη θάλασσα, από τη σχεδία καταμεσής του Θερμαϊκού, με τον μουσκεμένο Κατράκη επάνω της, από το γαλάζιο πλοίο που κουβαλούσε το «βλέμμα του Οδυσσέα», σε κοίταξε από τον ουρανό, κουβαλώντας το χέρι του Θεού, πάνω από ένα «τοπίο στην ομίχλη». Γι αυτό όταν σε επισκεπτόταν ήθελε να μένει πάντα σ’ ένα και μόνο δωμάτιο, σ’ ένα και μόνο ξενοδοχείο, σ’ ένα σημείο όπου θαρρείς ότι παντρεύονταν αυτή η θάλασσα μ’ αυτόν τον ουρανό…
Και σ’ επισκεπτόταν συχνά. Σε βοηθούσε να στήσεις τη δική σου γιορτή, το δικό σου φεστιβάλ. Να έρχονται οι ξένοι να σε βλέπουν και να μην τρέχεις εσύ με τις ταινίες του για να σε μάθουν, έτσι άσημη που ήσουν. Ένας υπουργός σου στέρησε αυτές τις επισκέψεις. Όταν ξανάρθε, για να γίνει πρώτος επισκέπτης του καινούργιου σου κινηματογραφικού μουσείου, ήταν και η μόνη φορά που άλλαξε τόπο διαμονής. Υπήρχε πια, κάπου στα ψηλά, σουίτα με το όνομά του, στην πόλη.
Αλέγκρο
Κάποτε, στα μικράτα του, ταξίδεψε στο Παρίσι για να σπουδάσει. Κάτι για νομική ή γαλλική φιλολογία ψέλλισε στη μάνα του, στην πραγματικότητα το σινεμά είχε στο μυαλό του. Έτσι κι αλλιώς, είχε αφήσει πίσω του τη νομική, όπου είχε περάσει από τους πρώτους, το φίλο του τον Γιανναρά, που είχαν μεγαλώσει μαζί στα κατηχητικά, ονειρευόμενοι τη θεολογία ως τόπο σπουδών τους, μια Ελλάδα που είχε καταπιεί το πτώμα του πατέρα του στον εμφύλιο που είχε προηγηθεί.
Δύσκολα χρόνια, εκεί στο Παρίσι, ψιλοδούλευε για να τη βγάλει, μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο με έναν άλλο αργότερα πρωτομάστορα του ελληνικού κινηματογράφου, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο. Ανέχεια τέτοια που τον ανάγκαζε ακόμη και να κλέβει τα ξυραφάκια του συγκατοίκου του. Το θυμόταν κάποια μέρα μαζί και γελούσαν… Όπως θυμόταν ότι ο δάσκαλος του ντοκιμαντέρ και δάσκαλός τους στη Σχολή, ο Ζαν Ρους, του παρήγγειλε κάποια στιγμή να κάνει ένα πανοραμίκ (στροφή της κάμερας γύρω από τον κατακόρυφο άξονά της). Τότε ο νεαρός φοιτητής έκανε μια λήψη τριακοσίων εξήντα μοιρών, εντυπωσιάζοντας τον καθηγητή του.
Πολλά χρόνια μετά έκανε ο ίδιος μάθημα σ’ ένα κατάμεστο αμφιθέατρο του Φεστιβάλ των Καννών, αφήνοντας με ανοιχτό το στόμα το πολυεθνικό ακροατήριό του και ομολογώντας το θαυμασμό του για τον ήδη νεκρό Αντρέι Ταρκόφσκι, παρά την τεράστια φιλαργυρία που διέκρινε τον Ρώσο.