in

Δεν ωφελεί να καταριόμαστε την ήττα, αν δεν προετοιμάζουμε από σήμερα την αντεπίθεση

Δεν ωφελεί να καταριόμαστε την ήττα, αν δεν προετοιμάζουμε από σήμερα την αντεπίθεση

 Tων Αλέξη Μπένου, Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου και Νίκου Σαμανίδη

Η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι διαδικασία χωρίς επιστροφή

Κάθε προσπάθεια «αποδαιμονοποίησης» του τρίτου Μνημονίου (ενόψει, μάλιστα του τέταρτου…), κάθε διαβεβαίωση ότι θα εφαρμοστεί στο ακέραιο, σε πείσμα ακόμα και του ΔΝΤ που το θεωρεί ανεφάρμοστο, κάθε καθησυχαστικό νεύμα ότι κυβέρνηση θα προκύψει και χωρίς αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ (άρα σε συνεργασία με Ποτάμι, ΠΑΣΟΚ ή ακόμα και τη ΝΔ), επιβεβαιώνουν τη μετακόμιση του ΣΥΡΙΖΑ στην Κεντροαριστερά: την αποδοχή ότι, λόγω του κακού διεθνούς συσχετισμού, η Αριστερά οφείλει να λάβει ως δεδομένο το πλαίσιο της υπερλιτότητας, δίνοντας μάχες απλά για την ελαχιστοποίηση της βλάβης («Αριστερά του μικρότερου κακού»). Κάπως έτσι, το κόμμα που προειδοποίησε από το 2007 για τις εκρηκτικές διαστάσεις της κρίσης εκπροσώπησης, σήμερα υποβαθμίζει την ατζέντα που αφορά το μισθό, τη σύνταξη και τη φορολογία των πλουσίων, χάριν της «μάχης κατά της διαφθοράς». Κάπως έτσι, το πάλαι ποτέ κόμμα της εξέγερσης του Δεκέμβρη, της άμεσης δημοκρατίας των πλατειών και του «ΟΧΙ» που επανέφερε τις μάζες στο προσκήνιο, σήμερα ζητά «ψήφο για πρωθυπουργό», επικυρώνοντας το προεδρικό-πρωθυπουργικό πραξικόπημα που το οδήγησε στη διάσπαση.

Είναι για όλα αυτά, όχι δηλαδή λόγω μελαγχολίας (sic), που δεν μπορούμε να είμαστε πια μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και που δεν τον στηρίξαμε στη μάχη της Κυριακής.

Χωρίς να υποτιμούμε τη μάχη των εκλογών, αντίθετα, πιστεύοντας ότι είναι σημαντικό να εκφραστεί από την Αριστερά η ισχυρή απόρριψη της μνημονιακής υπερλιτότητας (οπωσδήποτε δε η διάθεση αυτή να μην «καπελωθεί» από τη νεοναζιστική συμμορία…), θεωρούμε κρίσιμο, το κλείσιμο του κύκλου του ΣΥΡΙΖΑ να μη σημάνει την αποστράτευση χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών που έδωσαν υπαρξιακές μάχες μέσα από τις γραμμές του κόμματος – και που σήμερα νιώθουν απογοήτευση και θυμό. Από αυτή τη σκοπιά, έχει αξία να επιμείνουμε: ούτε η συνθηκολόγηση της 12ης Ιουλίου, ούτε πολύ περισσότερο η μνημονιακή προσαρμογή και η κεντροαριστερή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν εξελίξεις προδιαγεγραμμένες ή αναπόφευκτες. Στις 12 Ιουλίου ηττήθηκε η στρατηγική της «σκληρής διαπραγμάτευσης μέσα στην Ευρωζώνη» που υποστηρίξαμε – και ηττήθηκε γιατί, σε αντίθεση με τις συλλογικές μας αποφάσεις, η στρατηγική αυτή δεν αναγνώρισε ως δυνατότητα τη ρήξη με την Ευρωζώνη, παρά μόνο όταν ήταν πια πολύ αργά.

Μπορούσε να γίνει αλλιώς

Επιμένουμε να μιλάμε για ήττα, και όχι για προδοσία, έχοντας πλήρη επίγνωση του συντριπτικού συσχετισμού δύναμης μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση· μιλάμε όμως για μη αναπόφευκτη ήττα, γιατί ξέρουμε πόσο έβλαψε το εγχείρημα της αριστερής κυβέρνησης η πίστη πως μπορεί να υπάρχουν συμφωνίες αμοιβαία επωφελείς για λύκους και πρόβατα, και δη στους καιρούς της καπιταλιστικής κρίσης. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της πεποίθησης, της προτίμησης εντέλει της «συνέχειας» αντί της ρήξης, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολούθησε μέχρι και την κατάρρευσή της μια «συνεκτική» στρατηγική εντός και εκτός: στο μεν εσωτερικό, κατανέμοντας υπουργεία ή γραμματείες-φέουδα και στηριζόμενη στους κρατικούς αξιωματούχους του παλαιού καθεστώτος – στη δε διαπραγμάτευση, αρνούμενη να αναμετρηθεί έγκαιρα με την προβλέψιμη απειλή των «θεσμών» για διακοπή της ρευστότητας, όπως θα αντιστοιχούσε σε μια ταξική αναμέτρηση: με μέτρα έκτακτης φορολογίας, με την έγκαιρη χρήση εναλλακτικών μέσων αποπληρωμής του χρέους και ελέγχου των ροών κεφαλαίου, καθώς και ανάλογες «κινήσεις» στο τραπεζικό σύστημα.

Η μακαριότητα αυτή δεν κλονίστηκε ούτε καν την επαύριο της επώδυνης συνθηκολόγησης της 20ης Φεβρουαρίου, όταν και τότε πανηγυρίζαμε για την αποφυγή των χειρότερων, καταφανώς ανέτοιμοι για «όλα τα σενάρια», όπως ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ από το ιδρυτικό του συνέδριο. Αντί οποιασδήποτε προετοιμασίας, προκρίθηκε και τότε η στοίχιση του κόμματος στην κυβέρνηση, η αυτονόμηση του κυβερνητικού κέντρου από κάθε έλεγχο, η αδρανοποίηση των κινημάτων και ο καθησυχασμός για τη «συμφωνία» που έρχεται. Αυτά, βεβαίως, δεν συνομολογήθηκαν σε κανένα συλλογικό κομματικό όργανο. Απλώς συνέβαιναν.

Το θέμα είναι τώρα τι γίνεται (και τώρα δεν μπορούμε να πάμε σπίτι μας)

Με την επίγνωση της ανάγκης για αυτοκριτική σε ό,τι αφορά την ευθύνη που μας αναλογεί, όσο και κατανοώντας τις δυσκολίες που έχει κάθε εγχείρημα ανάταξης την επαύριο μιας στρατηγικής ήττας, είναι κρίσιμο να σχεδιάσουμε ό,τι θα γίνει αποδώ και στο εξής. Δεν είμαστε στο μηδέν: στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, ο δυσμενής συσχετισμός δύναμης για τον κόσμο της εργασίας είναι η μία όψη του νομίσματος: η άλλη είναι ότι εκατομμύρια άνθρωποι συνειδητοποιούν πια πως δεν υπάρχει γι’ αυτούς ελπίδα επιβίωσης παρά μόνο έξω και ενάντια στην καπιταλιστική «οικονομία». Στο νέο κύκλο που μόλις άνοιξε, αυτή είναι η πρόκληση για την Αριστερά: η οργάνωση των νικηφόρων αντιστάσεων και η διεκδίκηση της ηγεμονίας στο πλαίσιο ενός δημιουργικού αντικαπιταλιστικού-μεταβατικού προγράμματος. Ο άλλος δρόμος είναι ο αυτοπεριορισμός στην αποκάλυψη και το σχολιασμό των μνημονιακών δεινών – η άλλη όψη του «μικρότερου κακού». Όμως ο καιρός του αριστερού προπαγανδισμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Η εκχώρηση στο κεφάλαιο στρατηγικής σημασίας δημοσίων υπηρεσιών, οι πλειστηριασμοί, η μείωση του ορίου στο ακατάσχετο μισθών και συντάξεων και η μείωση των συντάξεων μέσω της αύξησης των εισφορών, χρειάζονται άμεσα «ισοδύναμα» αντίστασης: οργάνωση της υλικής αλληλεγγύης, ανάδειξη ενός διαφορετικού προτύπου παραγωγής και κατανάλωσης ενώ το κυρίαρχο αποκλείει εκατομμύρια ανθρώπους, διεθνοποίηση του αγώνα ενάντια στη λιτότητα, αναχώματα στον κρατικό αυταρχισμό – συγκρότηση του υποκειμένου της ρήξης.

Στους εφτά τελευταίους μήνες, είχαμε όσες αποδείξεις χρειάζονταν ότι, στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εχθρική απέναντι σε ό,τι θυμίζει λαϊκή κυριαρχία ή αμφισβητεί, έστω «ηπίως», τον νεοφιλελευθερισμό· αν όμως αυτή είναι η μία όψη του «διδάγματος», η άλλη είναι ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θεώρησε πιο θεμιτό να υλοποιήσει το πρόγραμμα ενός χρηματοπιστωτικού πραξικοπήματος σε βάρος της, από το να αντιπαρατεθεί μετωπικά με τον ελληνικό αστισμό: τόσο με τη «Μεγάλη Ιδέα» του, το ευρώ, όσο όμως και με τη φοροασυλία ή την ασυδοσία του κεφαλαίου στο χώρο της επιχείρησης. Κρίνοντας από την μέχρι τώρα ανταπόκριση της Αριστεράς στην ήττα, το μήνυμα δεν ελήφθη: Η υποκατάσταση της ταξικής πολιτικής με μια υπερταξική ατζέντα κατά της διαφθοράς, η μετάθεση κρίσιμων μετασχηματισμών στην (εξιδανικευμένη) εποχή του εθνικού νομίσματος (μια ίσως αναγκαία «στιγμή», όχι όμως και ικανή συνθήκη μιας άλλης στρατηγικής), η αδιαφορία για έναν ευρωπαϊκό συντονισμό κατά της λιτότητας, η υποκατάσταση του κοινωνικό ζητήματος από το ηθικό («προδοσία», «λίστες», «διαπλοκή»), το σνομπάρισμα των κινημάτων και η κρατολατρεία, η υποστολή της εσωτερικής δημοκρατίας, η μιντιακή πολιτική και η κατανυκτική τήρηση των ιεραρχιών, δείχνουν ό,τι ακριβώς πρέπει να αποφύγει η ριζοσπαστική Αριστερά του 21ου αιώνα.

Ένα δίκτυο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ένα «μωσαϊκό» για την αντίσταση και την αλληλεγγύη

Στη ρευστή πολιτική συγκυρία που διανύουμε, με την επίγνωση της ήττας, αλλά και της βιαιότητας με την οποία θα επιχειρηθεί να κλείσει το κοινωνικό ρήγμα του Ιουλίου, τις επόμενες μέρες θα επιχειρήσουμε τα πρώτα βήματα για τη συγκρότηση ενός πανελλαδικού δικτύου της αντικαπιταλιστικής, διεθνιστικής και δημοκρατικής Αριστεράς: ενός «μωσαϊκού» συλλογικοτήτων και ανθρώπων που αναζητούν ήδη νέους τρόπους κατανόησης του τι συνέβη, θέλοντας ταυτόχρονα να είναι είναι παρόντες και παρούσες στα πεδία αγώνα που εγκαινιάζει ο νέος κύκλος της παγκόσμιας κρίσης: την αλληλεγγύη, την υποδοχή των προσφύγων, την ανάσχεση του κρατικού αυταρχισμού, τα πειράματα παραγωγικού μετασχηματισμού, τις αναζητήσεις για ένα σύγχρονο πολιτιστικό αντιπαράδειγμα. Το κλείσιμο του κύκλου του ΣΥΡΙΖΑ είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι ο καινούριος κύκλος ήδη ξεκινάει.

πηγή: Rednotebook.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αισιόδοξη η Φ. Γεννηματά για το αποτέλεσμα της κάλπης

Ο Τζέρεμυ Κόρμπυν μεταξύ κινημάτων και κατεστημένου. Της Μαρίνας Πρεντούλη