Θεσσαλονίκη: Αποστάσεις από τους διαδηλωτές, βία και συνωστισμός από τα ΜΑΤ (βίντεο)

Αν κάτι κατάφερε η κυβέρνηση μέσω των αδιανόητων πρακτικών καταστολής που εφήρμοσε στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη, ήταν να αποδείξει ότι ακόμη και όταν χιλιάδες άνθρωποι νοσούν και δεκάδες καθημερινά πεθαίνουν, το μόνο σχέδιό της παραμένει η τιμωρία, το ξύλο και οι συλλήψεις. Δεν υπάρχει μάλλον άλλο σύνθημα που να αποτυπώνει καλύτερα αυτό που συνέβη: «ΜΑΤ παντού, ΜΕΘ πουθενά,17Ν2020».

Από την άλλη, όσοι και όσες βγήκαν στους δρόμους στις δύσκολες αυτές συνθήκες κατάφεραν να σπάσουν το φόβο, με τον οποίο η κυβέρνηση προσπαθεί από την πρώτη στιγμή να εμποτίσει τις ψυχές των ανθρώπων και κυρίως να ακυρώσουν στην πράξη την απαγόρευση του δικαιώματος στη διαμαρτυρία.

Η αστυνομία εν μέσω της χειρότερης κρίσης που βιώνει η χώρα, με τα νοσοκομεία σε κατάρρευση, τα κρούσματα και τους θανάτους να αυξάνονται καθημερινά, αντιμετώπισε ανθρώπους στο δρόμο και στη συνέχεια στα κρατητήρια λες και η ζωή τους δεν έχει καμία αξία. Είναι φυσιολογικό, δηλαδή, για αυτήν να στριμώχνεις δεκάδες διαδηλωτές, να τους αρπάζεις σαν αιχμαλώτους, να τους χτυπάς, να τους εξευτελίζεις κρατώντας τους σε ακατάλληλες συνθήκες στη ΓΑΔΘ και τελικά να θέτεις την υγεία τους σε πολλαπλούς κινδύνους, κινδύνους για τους οποίους υποτίθεται ότι απαγορεύτηκαν οι διαδηλώσεις.

Ήταν προφανές από την αρχή ότι η προστασία της υγείας για την οποία κατά τα άλλα κόπτεται η κυβέρνηση δεν ήταν ποτέ ο πραγματικός λόγος των απαγορεύσεων. Το έχουμε συνειδητοποιήσει εδώ και καιρό, δυστυχώς με τον χειρότερο τρόπο. Ακόμη και στις ύστατες δραματικές εκκλήσεις των υγειονομικών για βοήθεια, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν προχώρησε στην παραμικρή ενίσχυση του ΕΣΥ αλλά αντίθετα τους στοχοποίησε, τους ειρωνεύτηκε, τους απαξίωσε.

Η καταστολή είναι το μόνο εργαλείο διαχείρισης της πανδημίας, πράγμα που δυστυχώς επιβεβαιώθηκε και στη Θεσσαλονίκη τόσο με την επιβολή προστίμων σε ανθρώπους που προσπάθησαν να αφήσουν ένα λουλούδι στο Πολυτεχνείο, τον αποκλεισμό από την αστυνομία φοιτητών στις εστίες, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, τις αναίτιες προσαγωγές στους δρόμους της πόλης και τη διάλυση της πορείας οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου στην Τσιμισκή με την εφαρμογή του πιο ανθυγιεινού εγκλεισμού.

Ως προ την τελευταία, αξίζει να σημειωθεί πως ενώ οι συμμετέχοντες τήρησαν όσο πιο αυστηρά γινόταν τις απαραίτητες μεταξύ τους αποστάσεις, αποστάσεις που φυσικά δεν υπάρχουν ούτε σε χώρους εργασίας, ούτε στα ΜΜΜ της πόλης, η αστυνομία διέλυσε μέσα σε λίγα λεπτά κάθε μέτρο προστασίας.

 

Οι διαδηλωτές, αφού φώναξαν για λίγα λεπτά συνθήματα κρατώντας λουλούδια στα χέρια, αυτά που δεν τους επέτρεψαν να αφήσουν στο μνημείο του Πολυτεχνείου, ζήτησαν να τους επιτραπεί η πρόσβαση προς το αμερικάνικο προξενείο.

Στην αρνητική απάντηση που έλαβαν, δήλωσαν ότι θα αποχωρήσουν με τον ίδιο τρόπο που έφτασαν στο σημείο. Η αστυνομία απάντησε ξεκάθαρα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική εκτός από την επιβολή των εξοντωτικών προστίμων, διαφορετικά θα υπάρξουν συλλήψεις.

 

Από τη στιγμή εκείνη, ΜΑΤ, ΟΠΚΕ και η  σπανίως εμφανιζόμενη «Ομάδα Συλλήψεων» ξεκίνησαν τις επιθέσεις προς τους διαδηλωτές τους οποίους περικύκλωσαν περιορίζοντάς τους σε μια πολύ μικρή έκταση του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα να βρίσκονται κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν με τα ΜΑΤ να τραβούν και να σέρνουν κόσμο κάνοντας δεκάδες προσαγωγές. Άλλοι προσήχθησαν με τα χέρια ψηλά δείχνοντας ότι δεν αντιστέκονται, άλλοι φώναζαν συνθήματα για το Πολυτεχνείο ενώ πολλοί από τους προσαχθέντες αντιμετωπίστηκαν βίαια από την αστυνομία που τους τραβολογούσε στο οδόστρωμα. Πέντε ενταντίον ενός, δέκα εναντίον μίας.

 

Έτσι λειτούργησαν τα ΜΑΤ, σαν να ξεπροβαλλόταν μπροστά τους η πιο ιδανική ευκαιρία θεαματικής άσκησης βίας. Και όμως, σε αυτή την ασφυκτική συνθήκη, όπου οι διαδηλωτές δεν είχαν καμία δυνατότητα άμυνας διεκδικώντας να τους δοθεί λίγος χώρος και αέρας, προσπάθησαν να υπερασπιστούν τον διπλανό τους με το μόνο όπλο που είχαν, την αλληλεγγύη. Είναι σημαντικό να ειπωθεί ότι στη δύσκολη αυτή συνθήκη οι περισσότεροι φωτορεπόρτερ και οι δημοσιογράφοι έγιναν σε διάφορες στιγμές μέρος ενός συνόλου που απειλείται και γι' αυτό αντιμετώπιστηκαν είτε με σπρωξίματα από τους αστυνομικούς είτε με την εξώθησή τους στο περιθώριο. Για να μην καταγραφεί αυτή η τρομακτική πρακτική προσαγωγών σε συνθήκες εξαναγκασμένου από την αστυνομία συνωστισμού.

Μετά από 2,5 ώρες πανικού το εφιαλτικό αυτο βασανιστήριο τελείωσε. Οι περισσότεροι από τους προσαχθέντες αφέθηκαν μετά από μικρό χρονικό διάστημα ελεύθεροι με την επιβολή προστίμου των 300 ευρώ. Περίπου 30 προσαχθέντες μεταφέρθηκαν στη ΓΑΔΘ, ενώ έξι συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στοιβαγμένoi σε χώρους χωρίς εξαερισμό κατηγορούμενοι με τις κατηγορίες της απείθειας, της αντίστασης και της διέγερσης σε ανυπακοή και θα περάσουν σήμερα από το αυτόφωρο.

 

Όλες οι χθεσινές διαμαρτυρίες συμβολικές ή λιγότερο συμβολικές που έγιναν, υπενθύμισαν ότι το νόημα του Πολυτεχνείου θα είναι για πάντα η ανυπακοή απέναντι σε κάθε εξουσία που καταργεί το δικαίωμα σε μια ζωή με ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Τις εγκληματικές,όμως, ευθύνες των αστυνομικών που έθεσαν σε κίνδυνο την υγεία όλων αυτών των ανθρώπων ποιος θα τις αναλάβει; Αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη (sic) οι δρόμοι είναι ακόμη ο μόνος δρόμος υπεράσπισης της ελευθερίας μας. Αντίθετα οι δρόμοι γεμίζουν «ιό και αρρώστια» μόνο όταν καταλαμβάνονται από τα ΜΑΤ μιας κυβέρνησης που πασχίζει να μοιάσει με καθεστώτα και εποχές που οι νεότεροι-ες δε ζήσαμε και οι παλαιότεροι-ες δεν μπορούν να ξεχάσουν.

Σταυρούλα Πουλημένη

Φωτογραφία: Δημήτρης Τοσίδης