Σαν stalker στην άκρη του δρόμου- Εχθροί παλιοί και νέοι στην πανδημία. Του Guy Van Stratten

«Τι έχει συμβεί; Πτώση κάποιου μετεωρίτη; Επίσκεψη εξωγήινων; Γεγονός πάντως είναι ότι στη μικρή μας χώρα εμφανίστηκε ένα μυστήριο χωρίς προηγούμενο: η Ζώνη. Στείλαμε αμέσως στρατιώτες. Δεν επέστρεψαν. Περικυκλώσαμε τότε την Ζώνη με στοιχισμένους σε όλο το μήκος της αστυνομικούς… Και πιθανόν κάναμε καλά. Μα, από την άλλη, πώς να το ξέρω, πώς να ξέρω…»

Αντρέι ΤαρκόφσκιStalker

Δημοσιεύθηκε στις 18 Μαρτίου στο codice-rosso. net  Μετάφραση: Ευδοκία Ελευθερίου -Πηγή: σφίγγες και άλλες χίμαιρες σε δύσκολους καιρούς

Το Πικνίκ στην άκρη του δρόμου (1972), των Αρκάντι και Μπόρις Στρουγκάτσκι,2 είναι μια αφήγηση σχετική με μια επίσκεψη εξωγήινων όντων στην Γη: δεκατρία χρόνια νωρίτερα από όσα εξιστορούνται στον παρόντα χρόνο του μυθιστορήματος, είχαν ξαφνικά εμφανιστεί παρατημένα αντικείμενα εξωγήινης προέλευσης σε έξι περιοχές του πλανήτη, παρατεταγμένα κατά μήκος μιας καμπύλης (σαν οι εξωγήινοι να είχαν κάνει ένα πικνίκ κατά μήκος της γαλαξιακής καμπύλης, παρατώντας εκεί τα υπολείμματα). Ανάμεσα σε αυτές τις περιοχές είναι και η φανταστική πόλη Μάρμοντ, όπου τοποθετείται το μυθιστόρημα. Στις περιοχές που επισκέφτηκαν οι εξωγήινοι έμειναν μεγάλες ποσότητες τεχνολογικών υπολειμμάτων, άγνωστης φύσης για τους γήινους, σε πολλές περιπτώσεις επικίνδυνα, σε βαθμό ώστε αυτές οι περιοχές, που ονομάστηκαν «Ζώνες», να περιφραχτούν και να είναι διαρκώς επιτηρούμενες από την αστυνομία και από τον στρατό. Αυτές ριψοκινδυνεύουν να τις διαβαίνουν μόνον οι «stalker», εξειδικευμένοι βετεράνοι και λαθρέμποροι που μπαίνουν κρυφά και με κίνδυνο της ζωής τους, για να μεταφέρουν έξω αντικείμενα και να τα πουλήσουν ακριβά. Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Redrich Schuhart, ο επονομαζόμενος «Κοκκινοτρίχης», ένας από τους πιο επιδέξιους stalker, ο οποίος, έναντι αμοιβής, συνοδεύει επίσης επισκέπτες στην «Ζώνη», που επιχειρούν να βρουν μια φανταστική χρυσή σφαίρα, η οποία υποτίθεται πως θα είχε την δύναμη να πραγματοποιεί όλες τις επιθυμίες. Το 1979, ο σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι έκανε μια ταινία με βάση το μυθιστόρημα των αδελφών Στρουγκάτσκι, με τίτλο Stalker. Η ταινία απομακρύνεται από την πλοκή του βιβλίου για να ακολουθήσει μια προσωπική διαδρομή: όλη η περιπέτεια εκτυλίσσεται πράγματι σε ένα μοναδικό μακρύ ταξίδι στο εσωτερικό της «Ζώνης». Στο ταξίδι αυτό ο stalker συνοδεύει δύο πρόσωπα, έναν συγγραφέα κι έναν επιστήμονα, οι οποίοι επιχειρούν να φθάσουν στο «δωμάτιο της ευτυχίας», έναν τόπο όπου, όπως και με την χρυσή σφαίρα του μυθιστορήματος, θα εκπληρώνονταν όλες οι επιθυμίες.

Ο Stalker (από το αγγλικό ρήμα to stalk, που σημαίνει «κινούμαι αθόρυβα»), τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην ταινία, κινείται με μεγάλες προφυλάξεις, προσπαθεί να αποφεύγει θανάσιμες παγίδες, μέρη μολυσμένα και επικίνδυνα. Διαρκώς σε εγρήγορση, διαρκώς σε αγωνία. Το να κάνουμε μια μικρή διαδρομή στο δρόμο σήμερα, με τα πόδια, απλά για να πάμε να κάνουμε τα ψώνια μας, έχει σχεδόν γίνει ένα τόλμημα για stalkers.

Η μέχρι χθες συνήθης κίνησή μας σε εξωτερικούς χώρους έχει πλέον μετατραπεί σε εγχείρημα υπεράνθρωπο, στα όρια του νόμου, στο εσωτερικό εκείνης της μεγάλης περιφραγμένης και υπό διαρκή έλεγχο «ζώνης» που έχει γίνει η Ιταλία ολόκληρη. Αν μας συναντήσει κανείς στο δρόμο εκτοξεύει βλέμματα κακεντρεχή, απομακρύνεται μετακινούμενος από το πεζοδρόμιο στο δρόμο ή το αντίστροφο, για να διατηρήσει την απόσταση «τουλάχιστον ενός μέτρου από τους άλλους», όπως προβλέπει ο νόμος. Περάσαμε από τη μια μέρα στην άλλη σε μια καθημερινή δυστοπία στην οποία εντοπίζεται ένας νέος εχθρός: εκείνος που βγαίνει από το σπίτι φαινομενικά χωρίς λόγο (χωρίς καν να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να βγαίνουν για να μεταβούν στη δουλειά τους). Αυτός λοιπόν που κυκλοφορεί γίνεται ο νέος αποδιοπομπαίος τράγος, ο «διαφορετικός», ο δυνητικός «μεταδότης της μόλυνσης»3 που πρέπει να εξοντωθεί.

Σε τελευταία ανάλυση, γίνεται ακόμη πιο έντονη, καθ’ υπερβολή, η βαθιά διχοτομία ανάμεσα στους μονίμως στάσιμους σε έναν τόπο και τους νομάδες, που ανέκαθεν χαρακτηρίζει την ανθρώπινη κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που ο νομαδισμός κατέχει αφ’ εαυτού στοιχεία εξεγερτικά και διαταρακτικά της καθεστηκυίας τάξης. Αρκεί να θυμηθούμε την «νομαδική πολεμική μηχανή» για την οποία μιλούν οι Deleuze και Guattari στο Χίλια πλατώματα4: κινούμενη αυτή από το «λείο πεδίο» της ερήμου στο στάσιμο «ραβδωτό πεδίο» της πόλης. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που μια από τις πιο μισητές κοινωνικές φιγούρες στην σύγχρονη εποχή είναι ακριβώς η φιγούρα του «νομάδα», λέξη που συχνά τείνει να συμπίπτει με λέξεις όπως «ρομά» ή «τσιγγάνος» (ιδίως στους τίτλους των εφημερίδων, όταν διαβάζουμε για τους «νομάδες που κλέβουν» ή που «προσάγονται από την αστυνομία», κ.λπ.). Όποιος βρίσκεται έξω, στον εξωτερικό χώρο, όποιος κινείται, περπατά και μετακινείται, έχει μετατραπεί σε επικίνδυνο νομάδα για τους «στάσιμους». Άλλωστε, ο αποδιοπομπαίος τράγος, στην κοινωνία, ανέκαθεν υπήρξε ένα «αδύναμο υποκείμενο» (ένας ξένος, ένας μετανάστης, ένας «διαφορετικός»).

Σύμφωνα με τον René Girard, στις αρχαίες κοινωνίες ο αποδιοπομπαίος τράγος πάντοτε επιλεγόταν ανάμεσα σε «όντα που δεν ανήκουν καθόλου, ή ελάχιστα μόνον, στην κοινωνία: ανάμεσα στους αιχμάλωτους πολέμου, τους δούλους, τους φαρμακούς.5 Περιττό να πούμε ότι το κυνήγι του μεταδότη (το «πιάστε τον μεταδότη!» που μας θυμίζει ο Μαντσόνι6) επεκτείνεται και σε εκείνους τους χώρους της εικονικής πραγματικότητας στους οποίους όλοι προσφερόμαστε εκουσίως και πανευτυχείς στον έλεγχο: τα λεγόμενα «social». Όλοι έχουμε γίνει εικονικοί ιππότες της τάξης και της υγείας, έτοιμοι να καταγγείλουμε μια υπερβολική παρουσία ατόμων στην ουρά στο σούπερ μάρκετ ή τους διπλανούς μας στην πολυκατοικία ή την γειτονιά για πιθανολογούμενη παρουσία καλεσμένων σε δείπνο, έτοιμοι μέχρι και σε κλήση του στρατού να προβούμε για να παρέμβει (δεν αστειεύομαι) ή να εκτοξεύσουμε προσβολές εναντίον των φυλακισμένων που τόλμησαν να εξεγερθούν («μα πώς, εγώ πρέπει να μένω στο σπίτι και αυτοί που, επιπλέον, είναι και εγκληματίες τολμούν να διαμαρτύρονται…»). Αναδύεται έτσι ένα νέο, εικονικό και τεχνολογικό, κυνήγι μαγισσών.

Αν, πάντως, δεν έχουμε εντελώς ξεμάθει να σκεφτόμαστε, μπορούμε να διακρίνουμε σε ένα φαινόμενο την αιτία από το αποτέλεσμα. Σε αυτό το μεγάλο τραγικό φαινόμενο που έχουμε δυστυχώς να αντιμετωπίσουμε, η εξάπλωση του ιού αντιστοιχεί στην αιτία: Για να αποφύγουμε την εξάπλωση είναι απολύτως αναγκαία μια συμπεριφορά που σέβεται τους κανόνες και που, με τη σειρά της, σηματοδοτεί τον σεβασμό προς τον εαυτό και προς τους άλλους. Έχει πραγματικά να κάνει με τη ζωή μας. Το αποτέλεσμα είναι η δυστοπική και υπό πλήρη έλεγχο κοινωνία, γεμάτη άγχος και πανικό, φόβο για τον άλλο, μίσος διαβρωτικό και διάχυτο. Αν, για μια στιγμή, αποστασιοποιηθούμε από την αιτία για την οποία συμβαίνει όλο αυτό, έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια κατάσταση πραγμάτων η οποία μπορεί να καθορίζεται από διάφορα εκλυτικά αίτια (όχι αναγκαστικά συνδεδεμένα με το ρεαλιστικό πρόβλημα της εξάπλωσης του ιού). Ο ευσεβής πόθος είναι ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων θα διαρκέσει μόνον την περίοδο της δοσμένης έκτακτης ανάγκης, ότι δεν θα συνεχίσουμε να μετακινούμαστε καθημερινά σαν stalker στην άκρη του δρόμου, φοβούμενοι ελέγχους και χαφιεδισμούς. Όπως γράφει ο Michel Foucault στο Επιτήρηση και τιμωρία, πάνω από την πόλη που υποχρεώθηκε σε καραντίνα εξαιτίας της πανώλης τον 17ο αιώνα απλώνεται το όνειρο της πολιτικής εξουσίας για μια τέλεια διακυβέρνηση υπό όρους ελέγχου: Η μολυσμένη πολιτεία, διακατεχόμενη από ιεραρχίες, επιτηρήσεις, ελέγχους, επιβολές δεσμεύσεων –η πολιτεία που ακινητοποιείται από την λειτουργία μιας εξουσίας επεκτατικής που ασκεί πίεση με ξεχωριστό τρόπο πάνω σε όλα τα σώματα των ατόμων– είναι η ουτοπία της πολιτείας με την τέλεια διακυβέρνηση. Μια ουτοπία για την εξουσία, μια πικρή δυστοπία για μας.

1 Guy van Stratten: το όνομα που χρησιμοποιεί ο αρθρογράφος είναι εκείνο του τυχοδιώχτη ήρωα της περίφημης ταινίας του Όρσον Γουέλς Ο κύριος Αρκάντιν. (Σ. τ. μ., όπως και όσες εισάγονται παρακάτω στο κείμενο.)

2 Μεταφράστηκε στα ελληνικά με τίτλο Πικνίκ δίπλα στο δρόμο (Stalker), εκδόσεις Πολιτεία, 2008.

3 Untore: λέξη η οποία αναφέρεται από τον Μαντσόνι στο μυθιστόρημά του Οι Λογοδοσμένοι (εκτυλίσσεται στον 17ο αιώνα, την εποχή της πανώλης) και η οποία προσδιορίζει τον (υποτιθέμενα) εκούσιο μεταδότη της νόσου.

4 Μεταφρασμένο στα ελληνικά με τον τίτλο Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια – 2. Χίλια πλατώματα (1980), Πλέθρον 2017.

5 Pharmakόs στο πρωτότυπο: εξιλαστήριο θύμα που επιλεγόταν από την κοινότητα, σε καιρούς καταστροφών, ανάμεσα σε δούλους, χωλούς ή εγκληματίες και που βασανιζόταν και εντέλει θυσιαζόταν προς τον σκοπό της «κάθαρσης».

6 Βλ. σημ. 2.