Ψυχανάλυση και Θηλυκότητα. Του Χρήστου Λάσκου

Serge André, Τι θέλει μια γυναίκα;, Κέδρος 2010, σελ. 396

Έρωτας είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις […] σε κάποιον που δεν το θέλει

Ζακ Λακάν

Είναι καιρός που είχα εντάξει το βιβλίο του André στα προς παρουσίαση. Ήταν ακόμη «κανονική» η ζωή τότε. Παρόλο, όμως, που είναι λιγότερο «κανονική» σήμερα, νομίζω πως δεν θα πρέπει να παραβιάσω τον προγραμματισμό της στήλης. Όσο κι αν φαίνεται παράταιρη μια τέτοια αναγνωστική πρόταση, «έχει τη λογική της».

Πρώτα πρώτα, καλό και ψυχωφελές είναι να ξεφεύγουμε από τους επιβαλλόμενους ψυχαναγκασμούς της εποχής – και ποιος είναι καλύτερος τρόπος από το να ασχολούμαστε με τους διαρκείς ψυχαναγκασμούς;

Με άλλα λόγια, καλό είναι να «απωθούμε» –να, η κατάλληλη λέξη– όσο μπορούμε περισσότερο τον συνεχή βομβαρδισμό ειδήσεων και απειλών, ειδήσεων-απειλών, που αποτελεί το κάδρο του χωροχρονικού εγκλεισμού μας.

Και τι καλύτερο από το να αφεθούμε στην διερεύνηση βαθιών επιθυμιών – αν και, όπως θα δούμε, διαβάζοντας το βιβλίο, ο André δεν ενδιαφέρεται για το «τι επιθυμεί η γυναίκα», αλλά για το «τι θέλει μια γυναίκα».

Σε αυτό που «θέλει μια γυναίκα» δεν βρίσκεται μόνο η «ουσία» όλων των θεμάτων που αφορούν την θηλυκότητα, τη γυναικεία «ταυτότητα», την έμφυλη (;) υπόσταση του υποκειμένου (;)-γυναίκα, τη σχέση της με το ασυνείδητο και τη λίμπιντο. Μέσα από τη διερεύνηση του «τι θέλει μια γυναίκα» μας ανοίγεται μια βασιλική –αν και, προφανώς, κακοτράχαλη– οδός προς τους σημαντικότερους αρμούς της ψυχαναλυτικής θεωρίας, τις μείζονες θεματικές της.

Ας ξεκινήσουμε κάπως ψυχαναλυτικά –με μια παράκαμψη. Να πώς μιλάει γι’ αυτό ο Σλάβο Ζίζεκ1 (στη σελίδα 63 του βιβλίου του), ξεκινώντας από τη διάσημη κοινοτοπία –κραυγή της Jenny Holzer («Προστατέψτε με από αυτό που θέλω»), που μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους:

[«Προστατέψτε με από αυτό που θέλω», δηλαδή], «[π]ροστατέψτε με από την πλεονάζουσα αυτοκαταστροφική επιθυμία που κρύβω μέσα μου και που δεν μπορώ από μόνη μου να ελέγξω»

Ή

[«Προστατέψτε με από αυτό που θέλω», γιατί], «[α]κριβώς τη στιγμή που φαίνεται να εκφράζω την πιο αυθεντική και μύχια επιθυμία μου, «αυτό που θέλω» μου έχει επιβληθεί από το πατριαρχικό καθεστώς, που μου υπαγορεύει τι να επιθυμήσω, άρα η προϋπόθεση για την απελευθέρωσή μου είναι να σπάσω τον φαύλο κύκλο της αλλοτριωμένης μου επιθυμίας και να μάθω να αρθρώνω την επιθυμία μου κατά τρόπο αυτόνομο.

Είναι προφανές πως βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι που μοιάζει αδιέξοδο.

Στην εναγώνια ερώτηση «Ποια είμαι; Και τι θέλω πραγματικά;» η ψυχανάλυση προτείνει την πλήρη αποδοχή του ασυνεπούς της επιθυμίας, την πλήρη αποδοχή, δηλαδή, του γεγονότος πως αυτό που υπονομεύει την επιθυμία είναι η ίδια η επιθυμία –«να ποιο είναι το πικρό δίδαγμα του Λακάν», λέει ο Ζίζεκ. Πολύ περισσότερο που, γενικότερα, πρόκειται για την επιθυμία του Άλλου -ως γενική αντικειμενική, αλλά και γενική υποκειμενική, ταυτόχρονα.

Το βιβλίο του André μας οδηγεί σε μια εκτεταμένη περιοδολόγηση της εξέλιξης της σκέψης του Φρόιντ και, μαζί και κυρίως, σε μια εξαιρετική παρουσίαση των «διευκρινίσεων» που θα κάνει ο Λακάν στα σχετικά ζητήματα. Έτσι μας δίνει τη δυνατότητα να εμβαθύνουμε σε κάποιες κατεξοχήν κρυπτικές διατυπώσεις, οι οποίες, ωστόσο, συνιστούν ό, τι περισσότερο ξέρουμε γι’ αυτά τα τόσο σημαντικά.

Τι σημαίνει, όμως, «ξέρουμε», σε αυτά τα συμφραζόμενα;

Η ψυχαναλυτική γνώση δεν λειτουργεί […] σε θέση αλήθειας παρά μόνο στο βαθμό που ενεργεί σαν διάτρητη γνώση, που πλήττεται από ένα κεντρικό έλλειμμα –γεγονός που καθορίζει το καθεστώς της αλήθειας ως μισο-ειπωμένης. Η ψυχανάλυση δεν επιτρέπει να τα γνωρίζουμε όλα, επειδή το ασυνείδητο δεν λέει τα πάντα . Ο Λακάν μας κάνει να αντιληφθούμε ότι αυτό το έλλειμμα δεν είναι της τάξης μιας ατέλειας που οι πρόοδοι της έρευνας θα επέτρεπαν να αποκατασταθεί, αλλά ότι αποτελεί το κλειδί της ίδιας της δομής της γνώσης. Ταιριάζει, επομένως, να δώσουμε καταφατική μορφή στην πρότασή μας: η ψυχανάλυση επιτρέπει να γνωρίσουμε το «μη-όλον», διότι το ασυνείδητο λέει το «μη-όλον» (σελ. 14).

Με μια τέτοια δομή γνώσης στη διάθεσή μας πόσα μπορούμε να περιμένουμε; Παραδόξως (;) πολλά. Να μερικά από αυτά:

– Η πραγματικότητα του φύλου είναι άλλη από την πραγματικότητα του ανατομικού οργάνου. Είναι γι’ αυτό που τα ομιλ-όντα, αυτά που μόνο με τα σημαίνοντα επικοινωνούν, αλλά και το ασυνείδητό τους είναι δομημένο σαν γλώσσα, προσπαθούν με κάθε τρόπο να σημάνουν πως το φύλο –το κοκό, το τσουτσούνι, η μαϊμού, το πράμα– είναι μεταφορά.

– Δεν υπάρχει παρά μόνο ένα φύλο, αλλά έχει δυο τρόπους που εκδηλώνεται - αλλιώς, δεν υπάρχει παρά μόνο μία λίμπιντο. Έτσι, η σεξουαλικότητα του ανθρώπινου όντος δεν συνδέεται εξαρχής με τη διαφοροποίηση των φύλων, για την οποία το ασυνείδητο παραμένει βουβό.

– Η σεξουαλική ενόρμηση στο ανθρώπινο ον δεν είναι οργανωμένη στη βάση του ζεύγους αρσενικό-θηλυκό, αλλά, κατά τον Φρόιντ, γύρω από ά-φυλες αναγκαστικές πολώσεις, ενεργητικότητα –παθητικότητα και υποκείμενο -αντικείμενο (όπου η επίτευξη παθητικών στόχων απαιτεί ιδιαίτερη ενεργητικότητα). Έτσι, «[η] έννοια της σεξουαλικής ενόρμησης λαμβάνει […] τον πραγματικό αινιγματικό της χαρακτήρα: από την άποψη του ασυνειδήτου, η αμοιβαία έλξη του αρσενικού για το θηλυκό είναι ένα ερώτημα και όχι ένα εξαρχής δεδομένο» (σελ. 29).

– «Δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των φύλων […], υπάρχουν μόνο σεξουαλικές σχέσεις», στη διάσημη διατύπωση του Λακάν. Για να συμπεράνει πως αν η λίμπιντο είναι μία τότε το ουσιαστικό ερώτημα είναι όχι αν υπάρχει μια γυναικεία λίμπιντο, αλλά αν υπάρχει μια ειδικά γυναικεία απόλαυση. Έτσι, το ζήτημα της θηλυκότητας μετατίθεται «από το πεδίο του φύλου σε εκείνο της απόλαυσης: η διφυλικότητα γίνεται διττή απόλαυση και το πρόβλημα από τότε είναι αν υπάρχει μια απόλαυση επιπλέον της αρσενικής απόλαυσης» (σελ. 40)

– Γι’ αυτή την Άλλη απόλαυση, που είναι διαφορετική από την φαλλική και που ορισμένες γυναίκες –όχι όλες– λένε πως την έχουν νιώσει, δεν γνωρίζουμε τίποτε. «Το γεγονός ότι αυτή η Άλλη απόλαυση τοποθετείται εκτός γλώσσας την καθιστά αδύνατη να ειπωθεί, την αφήνει επομένως έκθετη να παραμείνει στο πεδίο της πεποίθησης […] Το αίνιγμα που αποτελεί μια γυναίκα για έναν άντρα βασίζεται, σε ένα μεγάλο βαθμό, στο ότι υποθέτει ότι έχει μια απόλαυση διαφορετική από τη δική του, δίχως ωστόσο να μπορεί να την κατανοήσει» (σελ. 296). Έτσι μετά τον «φθόνο του πέους», για τον οποίο τόσο μελάνι έχει χυθεί να και ο φθόνος της γυναικείας απόλαυσης –που, αν υπάρχει, είναι επιπλέον.

– Εφόσον, από την πλευρά της απόλαυσης, η συνάντηση αποδεικνύεται αδύνατη, έρχεται στο προσκήνιο η αγάπη. Άλλωστε, η αγάπη τίθεται ως αμοιβαία, ενώ η απόλαυση είναι εξ ορισμού μονομερής. Αυτό είναι που εξηγεί το ότι «οι γυναίκες ρωτούν συστηματικά τι είναι αγάπη [και] τη διεκδικούν. Πρέπει να τις αγαπάμε και να τους το λέμε». Και, κυρίως, πρέπει να αποκηρύξουμε μια θεμελιώδη παρανόηση: «Αν θέλουν να αγαπηθούν, δεν είναι […] επειδή η επιθυμία αυτή συνάδει με μια φυσική παθητικότητα της θηλυκότητας» (σελ. 338). Μάλλον, πρόκειται για το αντίθετο.

– Βάσει όλων των παραπάνω αποκτάει μιαν άλλη σημασία η κατεξοχήν κρυπτική διατύπωση του Λακάν, σύμφωνα με την οποία «η γυναίκα δεν υπάρχει». Που δεν σημαίνει πως υπάρχουν μόνο άντρες, αλλά ότι «οι γυναίκες δεν είναι παρά ένα ανοιχτό σύνολο και επομένως πρέπει να μετρηθούν μία μία. Δεν κάνουν Ένα, με την έννοια που συναθροίζονται οι άντρες, αλλά παραμένουν στο άπειρό τους» (σελ. 294). Οι γυναίκες πρέπει να μετρηθούν μία μία στο άπειρο. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι «τι είναι η γυναίκα», αλλά «τι θέλει μια γυναίκα»2.

_____________________________

1 Slavoj Žižek, Λακάν, Πατάκη, σελ. 212

2 Ο άντρας, αντίθετα, «είναι». Μόνο που το είναι δεν είναι θεμελιακή πραγματικότητα. Είναι ένα σημαινόμενο, που επάγεται από το σημαίνον. Δεν μιλάει τη γλώσσα –τον μιλάει η γλώσσα. Μεγάλη διαφορά.