Πρόσφυγες που κουβαλούν τραύματα στο σώμα και την ψυχή τους

«Δεν θέλω  να  κοιμάμαι σε μία σκηνή, τα πόδια μου παγώνουν και η πλάτη μου -που ξέρεις τι έπαθα- με πονάει περισσότερο τις νύχτες».

«Δεν ήθελα να εξαρτώμαι από καμία οργάνωση, θέλω μόνος μου να διαλέγω τι θα φάω, δεν θέλω να είμαι αναγκασμένος να κοιμάμαι με άλλους αγνώστους. Με όσα πέρασα, θέλω ησυχία. Θέλω να ξανά γίνω αυτός που ήμουν. Κουράστηκα με τόσα καμπ και ξενοδοχεία. Έφυγα».

«Με πονάνε τα πόδια μου από αυτά που μου κάνανε, μού είχαν πει στο νησί να κλείσω ραντεβού σε γιατρό, αλλά μετά με μεταφέρανε εδώ και δεν έχω πάει στο νοσοκομείο, μου ζητάνε ένα χαρτί».

«Έφυγα από τη χώρα μου, όχι γιατί ήθελα να έρθω στην Ελλάδα, αλλά γιατί κινδύνευα. Θέλω να δουλέψω και να συνεισφέρω, όμως η κοινωνία δεν με δέχεται, δυσκολεύομαι να βρω δουλειά, δυσκολεύομαι ακόμα και να παρακολουθήσω μαθήματα εκμαθησης της γλώσσας, υπάρχουν ελλείψεις αντίστοιχων προγραμμάτων».

Αφηγήσεις προσφύγων, ανθρώπων που βασανίστηκαν με κάθε τρόπο, που βιάστηκαν, που είδαν τους γονείς, τα παιδιά, τους φίλους και τους συντρόφους τους  να πεθαίνουν. Αφηγήσεις που ακούστηκαν στην ημερίδα με θέμα «Υποστήριξη θυμάτων βασανιστηρίων εν κινήσει: εμπειρία, προκλήσεις και προβληματισμοί», που διοργάνωσε η ΑΡΣΙΣ - Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων στο δημαρχείο Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη της Αντιδημαρχίας Κοινωνικής Πολιτικής του δήμου Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με τη συντονίστρια του προγράμματος «Υποστήριξης Θυμάτων Βασανιστηρίων (VOT) της ΑΡΣΙΣ, Κατερίνα Χονδρού, από τον Νοέμβριο του 2018 έχουν ενταχθεί σ’ αυτό 108 άντρες και 22 γυναίκες, ηλικίας 18 έως 35 ετών, πρόσφυγες από τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, το Αφγανιστάν και αφρικανικές χώρες.

Πρόκειται για ανθρώπους που βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολέμους ή εμφύλιες συρράξεις, με διώξεις εξαιτίας της πολιτικής τους δράσης ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων ή της εθνοτικής τους καταγωγής, το φύλο και τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό.

«Η ένταξή τους στο πρόγραμμα γίνεται μετά από παραπομπή άλλων φορέών και οργανώσεων. Οι περισσότεροι από τα θύματα βασανιστηρίων ζουν σε καμπ ή σε διαμερίσματα στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, ενώ ορισμένοι είναι άστεγοι», ανέφερε η κ. Χονδρού διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η διαδικασία αποκατάστασης επιζώντων βασανιστηρίων «οφείλει να είναι ολιστική και να στοχεύει σε ψυχοκοινωνική, ιατρική και νομική υποστήριξη, αλλά και στη διευκόλυνση της ένταξης τω,ν ανθρώπων αυτών στην ελληνική κοινωννία».

Από το Νοέμβριο του 2018 που άρχισε να υλοποιείται το πρόγραμμα έχουν πραγματοποιηθεί 37 συνοδείες, κυρίως σε νοσοκομεία και στην υπηρεσία ασύλου, ενώ έχουν γίνει 138 παραπομπές. Οι παραπομπές αφορούν σε διασύνδεση με φορείς, δημόσιους φορείς και ΜΚΟ, για την κάλυψη αναγκών όπως η εξασφάλιση στέγης και ρουχισμού και για την ικανοποίηση αιτημάτων, όπως η εκμάθηση ελληνικών και αγγλικών και η συμμετοχή σε δραστηριότητες ψυχαγωγικού χαρακτήρα.

Τον Ιανουάριο του 2020 άρχισε να λειτουργεί σε εβδομαδιαία βάση ένα εργαστήριο τέχνης που αποσκοπεί στην εστίαση των απασχολούμενων στο ’εδώ και τώρα’, στην ενίσχυση του αισθήματος του ανήκειν σε μια ομάδα, στη χαλάρωση μέσω καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και στην αύξηση της αίσθησης του ελέγχου από τους ίδιους. Όπως τόνισε η κ. Χονδρού, «κρίνεται επείγουσα η ανάγκη ύπαρξης εξειδικευμένων υπηρεσιών, προκειμένου να επιτευχθεί η διαδικασία αποκατάστασης των σωματικών και ψυχολογικών τραυμάτων εξαιτίας βασανισμού.

Πρόκειται για ανθρώπους που χρειάζονται υποστήριξη και λόγω των βασανιστηρίων και των τραυματικών γεγονότων που έχουν βιώσει στο παρελθόν, αλλά και λόγω των προκλήσεων που εμπεριέχει η διαδικασία της προσφυγιάς και η διαβίωση στην ελληνική κοινωνία».

Για τη διαδικασία παραπομπής στο πρόγραμμα της ΑΡΣΙΣ από την ομάδα των ψυχολόγων του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ) μίλησε στην ημερίδα η συντονίστρια της κινητής μονάδας ψυχολόγων του ΔΟΜ στα Καμπ Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας, Καλυψώ Τόττη.

Η κινητή μονάδα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης δραστηριοποιείται και παρεμβαίνει σε εννέα Ανοιχτές Δομές Φιλοξενίας Προσφύγων από το 2019 στην Βόρεια Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και τα Γρεβενά- και στην Θεσσαλία.

Το χρονικό διάστημα των τελευταίων έξι μηνών έχουν παραπεμφθεί συναίνετικά στο πρόγραμμα της ΑΡΣΙΣ 18 επιζήσαντες βασανιστηρίων με καταγωγή από το Κονγκό, Καμερούν, Σομαλία, Ιράν και Αφγανιστάν, ηλικίας μεταξύ 24-35 χρονών.

Οριοθετώντας τις προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η διεπιστημονική ομάδα που δουλεύει με τα θύματα βασανιστηρίων η κ. Τόττη αναφέρθηκε στην πρόσβαση των ανθρώπων στις υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, στα έξοδα μετακίνησης, στη συχνότητα των δημόσιων μέσων μεταφοράς - ιδιαίτερα από απομακρυσμένες περιοχές- στις τρέχουσες συνθήκες διαβίωσης, οι οποίες μπορούν να δυσκολεύουν την ανάρρωση ή να αποτελούν εμπόδιο, καθώς και στις ελλείψεις διερμηνείας.

Στην εισήγησή της, η δικηγόρος της ΑΡΣΙΣ Ευαγγελία Κυρμανίδου υπογράμμισε ότι με το νέο νομοθετικό πλαίσιο (νόμος 4636/2019 «Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις»), «η θέση των ατόμων που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες αιτούντων διεθνούς προστασίας, στην οποία ανήκουν και τα θύματα βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης, καθίσταται δυσχερέστερη. Καταρχάς, από τις ευάλωτες ομάδες εξαιρούνται πλέον τα άτομα που πάσχουν από σύνδρομο μετατραυματικής διαταραχής, καθώς και οι γυναίκες σε λοχεία».

»Δεν εξαιρούνται πλέον οι ευάλωτοι αιτούντες διεθνούς προστασίας από την ταχύρρυθμη διαδικασία. Η διαπίστωση ότι ένα άτομο ανήκει σε ευάλωτη ομάδα έχει ως αποτέλεσμα μόνο την άμεση κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών υποδοχής του ατόμου και την εξέταση κατά προτεραιότητα της αίτησής του. Στα άτομα που έχει κριθεί ότι χρειάζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις παρέχεται σύμφωνα με τον νόμο επαρκής υποστήριξη. Μόνον εάν διαπιστωθεί ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί η κατάλληλη υποστήριξη εντός του πλαισίου των ταχύρρυθμων διαδικασιών, ιδιαίτερα εάν ο αιτών χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων συνεπεία βασανισμού, βιασμού ή άλλων μορφών σωματικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής βίας, δεν εφαρμόζεται ή παύει να εφαρμόζεται η διαδικασία αυτή».

Η κοινωνική λειτουργός του προγράμματος Αντιγόνη Αλεξίου αναφέρθηκε στους τρόπους αντιμετώπισης του τραύματος των προσφύγων που έχουν πέσει θύματα βασανιστηρίων και καλούνται να αντεπεξέλθουν μέσα στις νέες κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζουν και βιώνουν τις επιπτώσεις «από την αδυναμία της χώρας υποδοχής να διεκδικήσει τις αναγκαίες ευρωπαϊκές-παγκόσμιες πολιτικές αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, αλλά και από τις πεποιθήσεις της ίδιας της κοινότητας για τους ίδιους, που ζητούν σεβασμό.

Ανθρώπων που ζουν μαζί μας έχοντας βιώσει τη βίαιη καταπάτηση των δικαιωμάτων τους είτε επειδή δεν ήθελαν να στρατολογηθούν ως ανήλικοι πολεμιστές είτε επειδή αρνήθηκαν να κάνουν οι κόρες τους κλειτοριδεκτομή είτε επειδή διεκδίκησαν ισότιμη μεταχείριση στις χώρες τους ή το δικαίωμά τους να πιστεύουν σε όποιο Θεό θέλουν ή να είναι άθεοι».

Στην ημερίδα της ΑΡΣΙΣ απηύθηναν σύντομο χαιρετισμό ο αντιδήμαρχος Κοινωνικής Πολιτικής του δήμου Θεσσαλονίκης Χάρης Αηδονόπουλος και ο εκπρόσωπος του βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης Χρήστου Γιαννούλη, Παναγιώτης Κώστας, ενώ εκ μέρους της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες χαιρέτισε η υπεύθυνη του τμήματος Προστασίας Χριστίνα Παπάζογλου.

Το Πρόγραμμα Υποστήριξης Θυμάτων Βασανιστηρίων της ΑΡΣΙΣ στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε να λειτουργεί το Νοέμβριο του 2018 υπό τη χρηματοδότηση των German Doctors, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2019 υλοποιείται μέσω του προγράμματος PIER III-Protection, Integration and Education for Refugees in Greece and Austria με την υποστήριξη του The Coca-Cola Foundation και με τη συνεργασία της Caritas Austria.

Σκοπός του προγράμματος είναι η παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και ψυχικής υγείας, καθώς και υπηρεσιών νομικής στήριξης, σε ενήλικες αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες που έχουν επιζήσει από βασανιστήρια.