Πρώιμος Χριστιανισμός -Παράπλευρες διαδρομές. Του Χρήστου Λάσκου

Δημήτρης Κυρτάτας, Η ΟΔΟΣ και τα βήματα των πρώτων χριστιανών, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σελ. 268

 

Τα τελευταία χρόνια, η ελληνική βιβλιογραφία σχετικά με τον Πρώιμο χριστιανισμό -και την  Ύστερη αρχαιότητα, ευρύτερα- έχει εμπλουτιστεί ιδιαίτερα. Πράγμα πολύ καλό στο μέτρο που η συγκεκριμένη περίοδος συνιστά μια καθοριστική τομή στην ιστορία η οποία επηρεάζει ακόμη και τα πράγματα της σημερινής εποχής -πολλές φορές, μάλιστα, με εξαιρετικά δραστικό τρόπο. Η θρησκεία μετράει πολύ ακόμη, όπως συχνά έχουμε τη δυνατότητα να διαπιστώνουμε -συνήθως για κακό.

Ποικίλες πλευρές των πρώτων αιώνων του χριστιανισμού έχουν διερευνηθεί, προσφέροντας συναρπαστικές κάποιες φορές οπτικές γωνίες, για να προσεγγίσουμε ένα φαινόμενο που διαμόρφωσε επί 2000 χρόνια την ανθρώπινη ιστορία.

Ο Δημήτρης Κυρτάτας είναι από αυτούς που πολύ έχουν συνεισφέρει στη σχετική εκδοτική παραγωγή φωτίζοντας πολλές διαφορετικές πλευρές του πράγματος. Το νέο του βιβλίο, ωστόσο, συνιστά μια πραγματική καινοτομία.

Η ΟΔΟΣ επιχειρεί να προσεγγίσει του πρώτους χριστιανούς, με μια έννοια, «από τα κάτω και πλαγίως». Όπως το θέτει ο ίδιος:

«Αναζητώ κάποιες από τις παράπλευρες και δευτερεύουσες διαδρομές των πρώτων χριστιανών. Περισσότερο από τα βήματα του Παύλου και τις μετακινήσεις των επισκόπων που συμμετείχαν στις μεγάλες συνόδους με ενδιαφέρουν οι ατραποί, τα σοκάκια, τα αφανή μονοπάτια, τα αδιέξοδα και οι οπισθοδρομήσεις. Θέλω να φωτίσω ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του θρησκευτικού κινήματος τα οποία οι πρώτοι και βασικοί μας πληροφοριοδότες άφησαν στη σκιά ή τα προσπέρασαν χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό. Περισσότερο από τις ηρωικές μορφές με απασχολούν οι απλοί πιστοί που παρέμειναν ανώνυμοι. Περισσότερο από τα ασφαλή δόγματα των συνόδων με προβληματίζουν οι δισταγμοί και οι αμφιβολίες» (σελ. 12).

Έτσι, το βιβλίο θα ενδιαφερθεί όχι μόνο για τους αταλάντευτα πιστούς, αλλά για όσους, φοβούμενοι, απαρνήθηκαν την πίστη, τους πεπτωκότες. Θα ασχοληθεί με τους απλούς στρατιώτες, που, ενώ ελάχιστα εμφανίζονται στις επίσημες αφηγήσεις, πρέπει να είχαν μεγάλο ρόλο -αλλιώς μένει ακατανόητη η πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου να επικαλεστεί στις μεγάλες του στρατιωτικές αναμετρήσεις τον Σταυρό.

Με τις γυναίκες, όχι τις αγίες και τις μάρτυρες, αλλά τις απλές γυναίκες. Και τις πλούσιες, όμως, και τις αρχόντισσες, που φαίνεται να συνέβαλλαν πολύ, με την ισχύ τους, στη διάδοση της νέας θρησκείας -δεν υπάρχει πια αμφιβολία πως ο χριστιανισμός βρίσκονταν μέσα στο ίδιο το αυτοκρατορικό παλάτι από αρκετά νωρίς, ακριβώς χάρη στις γυναίκες.

Με τους δούλους και τις δούλες, για τη σχέση των οποίων με τον χριστιανισμό υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση. Ο πρώιμος χριστιανισμός δεν ήταν μια θρησκεία των καταπιεσμένων τάξεων. Οι εξεγέρσεις που συγκλόνισαν τη Ρώμη είχαν εντελώς κατασταλεί πριν από την εμφάνιση του. Οι εξεγερμένοι δούλοι χαρακτηρίζονταν από έντονη θρησκευτικότητα, αλλά το χριστιανικό μήνυμα ελάχιστα τους αφορούσε. Πράγμα που εξίσου ίσχυε για την αντίληψη των χριστιανών σχετικά με τη δουλεία, οι οποίοι  

«ουδέποτε επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον θεσμό της δουλείας και ουδέποτε τον καταδίκασαν. Δεν επεδίωξαν την κατάργησή του, ούτε ενθάρρυναν τη γενική χειραφέτηση των δούλων. Πολλοί από τους πρώτους χριστιανούς πίστευαν ότι το τέλος του κόσμου θα ερχόταν σύντομα, στη διάρκεια της ζωής τους ή της ζωής των παιδιών τους. Ενδιαφέρονταν έτσι πρωτίστως για επείγοντα θέματα, για τη διάδοση του ευαγγελίου, την άφεση των αμαρτιών, τη βελτίωση της προσωπικής τους συμπεριφοράς. Εφόσον η σωτηρία ήταν υπόθεση πολύ προσωπική, απαιτούσε την αλλαγή της ατομικής συνείδησης, όχι του κόσμου. Η μεταρρύθμιση του κόσμου ήταν πέρα από τις επιδιώξεις τους και πέρα από την φαντασία τους» (σελ. 102).

Ο Κυρτάτας, επιπλέον, θα φωτίσει τη σχέση των ληστών, των κακούργων και των έκνομων με τις χριστιανικές κοινότητες, στις οποίες, βεβαίως, δεν είχαν θέση, «διασταυρώνονταν, ωστόσο, διαρκώς με τους πιστούς, άλλοτε βρίσκοντας τον θάνατο δίπλα στους αγίους και άλλοτε αγωνιζόμενοι για επιβίωση στους ίδιους ερημικούς τόπους με τους ασκητές» (σελ. 15).

Και βλέποντας «πλαγίως» θα ενδιαφερθεί και για την ματιά των, κατά περίπτωση και, κυρίως, κατ’ εξαίρεση, διωκτών, ακόμη και των ίδιων των αυτοκρατόρων. Θα φέρει στο φως πολλά «κρυμμένα μυστικά», που αμφισβητούν, σε σημαντικό βαθμό, τις επίσημες αφηγήσεις για τα μαρτύρια και τους διωγμούς.

Το ίδιο θα κάνει και σχετικά με τους «αιρετικούς», τις χριστιανικές, δηλαδή, εκκλησίες, πολυάνθρωπες, πολυάριθμες και εξαιρετικά ανθεκτικές για αιώνες, οι οποίες, όμως, αυτές και οι άνθρωποί τους μένουν στην ανωνυμία γιατί έτυχε να επικρατήσει μια άλλη εκδοχή. Μ’ όλο που πολλές από αυτές τις εκκλησίες είχαν στις τάξεις τους πλήθος μάρτυρες, ασκητές και ικανότατους θεολόγους αναφέρονται μόνο ως ιστορικές υποσημειώσεις για αποσυνάγωγους παραπλανημένους, αμαρτωλούς περισσότερο και από τους ολοκληρωτικά αλλόθρησκους. Για να καταδειχτεί πόσο η μισαλλοδοξία -ακόμη κι απέναντι στους κοντινότατους- είναι καταστατικό χαρακτηριστικό όλων των εγκατεστημένων θρησκειών. Να πώς απευθύνεται ο Γρηγόριος Νύσσης σ’ αυτόν που αργεί να προσχωρήσει:

«Εσύ ο κατηχούμενος βρίσκεσαι έξω από τον παράδεισο και είσαι συγκοινωνός με τον προπάτορά μας Αδάμ. Τώρα που σου ανοίγει η πόρτα, έμπα εκεί από όπου βγήκες. Και μην αργήσεις μήπως μεσολαβήσει ο θάνατος και σου κλείσει την είσοδο. Τα μαλλιά ασπρίζουν, ο θερισμός της ζωής πλησιάζει, ακονίζεται το δρεπάνι εναντίον μας…» (σελ. 39).

Να μπει ξανά από την πόρτα με πίστη, όχι για να κρίνει, αλλά για να προσχωρήσει στην ορθή εκκλησία. Γιατί, όπως, σχεδόν σαρκάζοντας, το θέτει:

«[Κ]άποιοι βραδινοί και κάποιοι πρωινοί που προέρχονται από τα κατώτερα επαγγέλματα, κάποιοι αυτοχειροτόνητοι δάσκαλοι της θεολογίας, ίσως δούλοι που ξυλοφορτώνονται και δραπέτες από τα διακονήματα των δούλων έρχονται σ’ εμάς και φιλοσοφούν για τα ακατανόητα… έχουν γεμίσει όλα τα σημεία της πόλης από αυτούς, τα στενά και οι αγορές και οι πλατείες και οι γειτονιές. Οι υφασματέμποροι και οι αργυραμοιβοί και οι παντοπώλες. Αν ρωτήσεις για χρήματα, αυτός θα σου αναλύσει το γεννητό και αγέννητο, αν ζητήσεις την τιμή του ψωμιού, “είναι μεγαλύτερος ο Πατέρας” θα σου απαντήσει “και ο Υιός υποτακτικός του”. Κι αν του πεις “είναι έτοιμο το λουτρό;”, αυτός σου λέει κατηγορηματικά ότι “ο Υιός προέρχεται από το μηδέν”. Δεν ξέρω πώς να ονομάσω αυτό το κακό, φρενίτιδα ή μανία ή παρόμοια κακή επιδημία, που προκαλεί την παραφορά του νου» (σελ. 181).   

Παρόλες τις προτροπές, όμως, των μεγάλων πατέρων και επισκόπων, ο κόσμος πολύ τα συζητούσε τα θέματα αυτά. Σε μια εποχή, όπου η θρησκεία αποτελούσε τον σκληρό πυρήνα γύρω από τον οποίο αρθρώνονταν το ιδεολογικό πεδίο, σε μια εποχή αγωνίας, «προσμονής των εσχάτων», για να θυμηθούμε τον Dodds, όλοι -όχι μόνο οι χριστιανοί- στοχάζονταν κι απασχολούσαν πολύ το νου τους με αυτά τα ζητήματα «ζωής και θανάτου».

Ιδίως θανάτου.

«Ο χριστιανισμός μπορεί να θεωρηθεί πολύ εύλογα ως σπουδή θανάτου. Αυτό γίνεται αποδεκτό στις περισσότερες μελέτες. Πολύ σωστά, η έμφαση δίνεται στις αντιλήψεις, τις προσδοκίες και τα δόγματα γύρω από το επέκεινα: Στη μετά θάνατον ζωή, τις απολαβές και τις τιμωρίες. Οι χριστιανοί, ωστόσο, ασχολήθηκαν  με τον θάνατο και από μια πολύ πιο εγκόσμια και υλική σκοπιά. Συνέλεγαν τα οστά των μαρτύρων, προκαλώντας την έκπληξη και την οργή των μαζών, και συγκεντρώνονταν για λατρευτικούς σκοπούς στους τάφους τους, τα λεγόμενα κοιμητήρια. Διαλογίζονταν γύρω από την φύση του αναστημένου σώματος και τη σχέση του με το φθαρμένο σαρκίο των νεκρών. Ορισμένοι έκαναν ένα ακόμη τολμηρότερο βήμα: Κατοικούσαν σε μνήματα και τάφους. Η διαβίωση μέσα σε έναν τάφο υποκρύπτει, προφανώς, ένα νόημα για τη ζωή που απαιτεί διερεύνηση» (σελ. 17).

Η ματιά του Κυρτάτα επιτρέπει να προσεγγίσουμε το χριστιανικό φαινόμενο την περίοδο της διαμόρφωσης και της κατίσχυσής του, με τρόπο διαφορετικό και πολύ παραγωγικό. Γιατί πολλές από τις παρασιωπημένες ή υποφωτισμένες διαστάσεις του είναι πολύ περισσότερο διαφωτιστικές για την κατανόησή του από όσα η επίσημη «ορθόδοξη» εκδοχή προβάλλει.