Πολιτική οικονομία της μαρμελάδας

Οχι, δεν τρελαίνομαι για μαρμελάδα. Δεν είμαι τύπος του αμερικανικού ή κοντινεντάλ πρωινού των ξενοδοχείων των προηγούμενων δεκαετιών. Δεν είμαι τύπος του πρωινού γενικώς. Δεν είμαι επίσης κυρίως του γλυκού, συνδέω την πείνα πάντα με το αλμυρό. Αλλά την εκτιμώ τη μαρμελάδα, αυτή την απλούστατη βόμβα θερμίδων και υδατανθράκων, το γλύκισμα των δύο μόνο υλικών -φρούτο και ζάχαρη- που απογειώνει τους γευστικούς κάλυκες. Και καταλαβαίνω γιατί κατά κανόνα τοποθετείται ψηλά στην πυραμίδα των παιδικών επιθυμιών, πιθανότατα σε πείσμα της χαμηλής ιεράρχησής της από διατροφολόγους και διαιτολόγους που θα προτιμούσαν στη θέση της το μέλι. Σε κάθε περίπτωση μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί η μαρμελάδα έχει κερδίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στον συμβολισμό του πολιτισμού της επιθυμίας.

KIMΠΙ, Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Απ’ αυτόν τον συμβολισμό, άλλωστε, προέκυψε και το πέρασμα της μαρμελάδας στην πολιτική οικονομία. Βεβαίως δεν κάνω πλάκα, ούτε εκμεταλλεύομαι τη θερινή χαλαρότητα (ποια χαλαρότητα, θα μου πείτε). Υπάρχει πράγματι μια αυθεντική πολιτική οικονομία της μαρμελάδας, όπως υπάρχει η πολιτική οικονομία του μελιού, μια αυθεντική οικονομία κλοπής, υπεξαίρεσης και απαλλοτρίωσης, που δεν είναι της παρούσης. Η πολιτική οικονομία της μαρμελάδας, διατυπωμένη τον 19ο αιώνα από τον Λιούις Κάρολ, στο σίκουελ της «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων» (βλέπε το ένθετο σχετικό απόσπασμα), συνίσταται στον απλούστατο κανόνα της Βασίλισσας: «Μαρμελάδα χθες, μαρμελάδα αύριο, αλλά ποτέ μαρμελάδα σήμερα».

Οι μεσήλικες και άνω πιθανότατα κατανοούν την ευρύτατη χρήση του κανόνα της μαρμελάδας, που τριχοτομεί τον πολιτικό χρόνο σε ένα αμαρτωλό και ενοχικό παρελθόν, σε ένα οραματικό μέλλον και σε ένα εφικτό και -συνήθως- οδυνηρό παρόν. Το πρόβλημα αυτής της τριχοτόμησης είναι ότι οι κοινοί θνητοί, αποδέκτες των προϊόντων της πολιτικής οικονομίας της μαρμελάδας, είναι αδύνατο να τραφούν μόνο με μνήμες και ενοχές για το παρελθόν ή με μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον. Τρέφονται αποκλειστικά με «παρόν». Από τις τρεις εκδοχές μαρμελάδας της Βασίλισσας μόνο η «μαρμελάδα σήμερα» είναι βρώσιμη. Οι άλλες δύο μαρμελάδες είτε απλώς οξύνουν το αίσθημα της ανικανοποίητης πείνας είτε, αντιθέτως, προκαλούν τη μέχρι αηδίας αίσθηση κορεσμού.

Ο πονηρός συλλογισμός του κανόνα της μαρμελάδας είναι ότι ο λόγος που στερείστε τη μαρμελάδα σήμερα είναι πως καταναλώσατε υπερβολική μαρμελάδα στο παρελθόν, πιθανότατα φτάνοντας με επικίνδυνους ακροβατισμούς το φυλαγμένο στα ψηλά ράφια βάζο. Προϋπόθεση, λοιπόν, για να έχετε επαρκή μαρμελάδα στο μέλλον είναι να τη στερηθείτε σήμερα. Αυτό, άλλωστε, παραμένει ώς σήμερα η κυρίαρχη ερμηνεία για ό,τι υπέστη η οικονομία και η κοινωνία τη δεκαετία των μνημονίων. Είναι ο απόηχος του παγκάλειου «μαζί τα φάγαμε», του οποίου ποικίλες εκδοχές, λίγο πιο περίτεχνες και επιστημονικοφανείς, ακούμε και σήμερα. Οι ψηλές συντάξεις, άρα οι συνταξιούχοι φταίνε για τα ελλείμματα του ασφαλιστικού συστήματος. Ο εφησυχασμός των ανέργων στα ανεπαρκή προσόντα τους φταίει για την ανεργία τους. Η διοχέτευση των δημόσιων πόρων σε καταναλωτικές δαπάνες φταίει για το παραγωγικό και επενδυτικό έλλειμμα της χώρας.

Κι είναι αληθινά εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία η έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη επαναλαμβάνει τον κανόνα της μαρμελάδας, αποτελώντας υπόδειγμα επιστημονικοφανούς λαϊκισμού: αυτά που περιγράφει ως «πληγές» της ελληνικής οικονομίας -οι χαμηλές επενδύσεις, το αποταμιευτικό κενό, η τεράστια πιστωτική επέκταση, τα ελλείμματα, η χαμηλή παραγωγικότητα, η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό- παρουσιάζονται όχι ως το αποτύπωμα των επιλογών των κυβερνήσεων των τελευταίων δεκαετιών, των κυρίαρχων επιχειρηματικών καρτέλ και του πελατειακού καπιταλισμού α λα ελληνικά, αλλά ως προϊόντα «αυθόρμητων» επιλογών της κοινωνίας, των μικροεπιχειρηματιών, των καταναλωτών, των εργαζόμενων και των κηφήνων. Ητοι, ως προϊόν μιας απληστίας για υπερβολική, μέχρι διαβητικού κώματος, κατανάλωση μαρμελάδας που τώρα υποχρεούμαστε να τη στερηθούμε προκειμένου να ξανάχουμε μαρμελάδα αύριο, στο εγγύς ή στο απώτατο μέλλον.

Ο σχεδόν μισός αιώνας που έχει περάσει από τη Μεταπολίτευση είναι μια διαδοχή επεισοδίων της πολιτικής οικονομίας της μαρμελάδας. Στο όνομα ενός επικίνδυνα σακχαρώδους παρελθόντος και της προσδοκίας για ένα υγιεινά γλυκύτερο μέλλον πολιτεύτηκαν οι κυβερνήσεις σχεδόν όλου του πολιτικού φάσματος. Η πρώτη καραμανλική οκταετία επικαλούνταν την καταστροφική χούντα και την προσδοκία της ΕΟΚικής ευημερίας. Η πρώτη παπανδρεϊκή οκταετία επικαλέστηκε την «καμένη γη» της Δεξιάς και την ανάγκη δημιουργίας «νέων τζακιών» που θα μετέτρεπαν την Ελλάδα σε παράδεισο νέας επιχειρηματικότητας. Η τετραετία Μητσοτάκη πατρός υποσχέθηκε την κάθαρση της οικονομίας από το βουλιμικό για μαρμελάδα κράτος. Η σημιτική οκταετία έταξε πολύ μαρμελάδα αύριο, με την ένταξη στην ευρωζώνη, επιβάλλοντας στέρηση μαρμελάδας σήμερα, υπέρ των κριτηρίων σύγκλισης. Και η δεύτερη καραμανλική (του ανιψιού) εξαετία, αφού επέτρεψε μια γερή δόση ολυμπιακής μαρμελάδας, μας βούτηξε στην πίσσα του χρέους.

Ετοιμαζόμαστε για την τελευταία, μητσοτάκεια εκδοχή του κανόνα της μαρμελάδας. Ολη η πολιτική της κυβέρνησης, οικτρά διαψευσμένη στον πρώτο κιόλας χρόνο θητείας της, χτίζεται γύρω από τη μετάθεση της προσδοκίας για «άφθονη μαρμελάδα αύριο» στα 70 δισ. κοινοτικών επιδοτήσεων και δανείων. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι και το ποσό θα αποδειχτεί ανεπαρκές μπροστά στην έκταση και την ένταση ανεργίας και λουκέτων, και οι όροι του σκληροί, και οι χρόνοι εκταμίευσής του αργοί. Ετσι, το σενάριο μιας εκλογικής φυγής του Κυρ. Μητσοτάκη κατά το φθινόπωρο θα έχει βέβαια πολύ «μαρμελάδα αύριο», αλλά το μόνο που θα εγγυάται πραγματικά είναι μερικά δάχτυλα στο μέλι σήμερα. Οσα και όσο προλάβουνε.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ 

 
«Είναι πολύ καλή η μαρμελάδα», είπε η Βασίλισσα.
«Οπωσδήποτε, δεν θέλω μαρμελάδα σήμερα».
«Δεν θα 'παιρνες έτσι κι αλλιώς», είπε η Βασίλισσα. «O κανόνας είναι μαρμελάδα αύριο και μαρμελάδα χτες - αλλά ποτέ μαρμελάδα σήμερα».
«Πρέπει να φτάνει καμιά φορά στο μαρμελάδα σήμερα», είπε η Αλίκη.
«Οχι, δεν γίνεται», είπε η Βασίλισσα. «Είπαμε μαρμελάδα μέρα παρά μέρα: σήμερα δεν είναι κάποια παρά μέρα, ξέρεις!»

Λιούις Κάρολ, «Μες στον καθρέφτη και τι είδε η Αλίκη εκεί»