Ποια δυστοπία μας ταιριάζει; Του Χρήστου Λάσκου

Douglas Kellner, Από το 1984 στον Μονοδιάστατο άνθρωπο, Ύψιλον, σελ. 84

(μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης, Γεράσιμος Λυλιαρδόπουλος)

Αν υπάρχει ελπίδα, βρίσκεται στους προλετάριους

Λόγια του Ουίνστον Σμιθ από το 1984 του Όργουελ

 

Αν. Αν υπάρχει ελπίδα, που μάλλον δεν υπάρχει, σύμφωνα με τον Όργουελ.

Αν υπάρχει πάντως, ελπίδα, αυτή βρίσκεται στους προλετάριους.

Επέλεξα να ξεκινήσω το κείμενο με τη συγκεκριμένη φράση ως ένα είδος προεισαγωγικής απάντησης στους δεξιούς «φίλους του Όργουελ», οι οποίοι πολύ καιρό τώρα τον θεωρούν δικό τους. Δικός τους κάποιος που, σ’ έναν κόσμο όπου σχεδόν έχει χαθεί κάθε ελπίδα, ψάχνει το αμελητέο, έστω, υπόλειμμά της στους «μη έχοντας ιδιοκτησία»; Δύσκολο.

Αυτό που ισχύει, ωστόσο, είναι πως ο συγγραφέας του 1984, κάποιες στιγμές, ιδίως μετά το 1940, προσεγγίζει ιδιαίτερα πλευρές της συντηρητικής άποψης για τον κόσμο και το μέλλον του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό, από αυτήν την άποψη, το παρακάτω παράθεμα, που γράφεται το 1941:

«Είναι αναπόφευκτο ότι  το σχεδιασμένο, συγκεντρωτικό κράτος θα διαδεχθεί το laissez faire του καπιταλισμού […]  αυτό που συμβαίνει παντού είναι η αντικατάσταση των ανταγωνιστικών κοινωνιών όπου το άτομο έχει απόλυτα δικαιώματα πάνω στην περιουσία του από τις σχεδιασμένες κοινωνίες στις οποίες η εξουσία είναι συγκεντρωτική»[1].

Όπως επισημαίνει ο Ντάγκλας Κέλνερ, ο Όργουελ, έχοντας υπόψη τους τρομερούς «ολοκληρωτισμούς» της εποχής του -τον φασισμό και τον σταλινισμό- τους αντιμετωπίζει ως τον απόλυτο εχθρό, στο μέτρο που θέτουν υπό εκμηδένιση ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις κατακτήσεις των χειραφετητικών αγώνων επί αιώνες. Τρέμει μπροστά στη πρόγνωση πως θα κυριαρχήσουν απόλυτα στον κόσμο, θεωρώντας πως η ίδια η δομική τάση των σύγχρονων κοινωνιών είναι προσανατολισμένη στην κατίσχυση μιας άτεγκτης γραφειοκρατίας, μιας κάστας η οποία, εφαρμόζοντας εκτεταμένη τρομοκρατία, θα διαμορφώσει ως μόνιμη συνθήκη εκείνη που αντιστοιχεί στο πασίγνωστη διατύπωση από το 1984: “Αν  θέλεις μιαν εικόνα του μελλοντικού κόσμου, φαντάσου μια μπότα να πατά ένα πρόσωπο -για πάντα”.

Δεν παύει, όμως, να είναι αντικαπιταλιστής. Στο ίδιο άρθρο του 1941[2], σημειώνει πως ο καπιταλισμός είναι εγγενώς κακός και επιχειρηματολογεί σχετικά:

«Δεν έχει περάσει πολύ περισσότερος χρόνος από έναν αιώνα που έβαζαν παιδιά έξι χρονών να δουλεύουν μέχρι θανάτου στα ορυχεία και τα νηματουργεία, σκληρότερα από όσο δουλεύει τώρα ένα υποζύγιο […] [Ο]ι άνθρωποι που έβαζαν εκείνα τα παιδιά να δουλεύουν έως θανάτου τα θεωρούσαν ως απλές μονάδες εργασίας, ως «πράγματα», ενώ ο ισπανός ιεροεξεταστής [τουλάχιστον] θα τα θεωρούσε ως ψυχές. Σύμφωνα με την καπιταλιστική ηθική δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το άδικο στο να πετάς στη λιμοκτονία έναν άνθρωπό μετά από σαράντα χρόνια που σου δούλεψε -αντίθετα, μπορεί να αποτελεί μια «σωστή κίνηση», μια απαραίτητη ανανέωση…».

Με δεδομένη την απέχθειά του προς τον καπιταλισμό και τον τρόμο του μπροστά στο ζόφο του επερχόμενου «ολοκληρωτισμού», ο Όργουελ θα βρεθεί σε αδιέξοδο. Η αδυναμία του από ένα σημείο κι έπειτα να δείξει εμπιστοσύνη στην «καλή πλευρά» της ταξικής πάλης, τον κάνει ακραία πεσιμιστή. Σε ένα άρθρο του, άλλωστε, για τον Άρθουρ Καίστλερ, συμβουλεύει να μάθουμε να δεχόμαστε «τον επίγειο βίο ως εγγενώς δυστυχή»» (σελ. 66).

Το 1984 παρουσιάζει τη δυστοπία «μιας μελλοντικής ολοκληρωτικής κοινωνίας, η οποία χρησιμοποιεί την τρομοκρατία, την επιτήρηση και μια καταπιεστική γραφειοκρατία για να ασκεί πλήρη έλεγχο στο άτομο» (σελ. 14). Η παρουσίαση δε είναι και πρόγνωση. Η τρομακτική αυτή εξέλιξη είναι αναπότρεπτη – ο Ουίνστον Σμιθ στο τέλος όχι μόνο θα υποχωρήσει, αλλά θα προδώσει ακόμη και την αγαπημένη του Τζούλια, θα τη δώσει στεγνά.

Η δυστοπία που περιγράφει και προφητεύει ο Όργουελ είναι ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, με έναν πανίσχυρο πανοπτικό μηχανισμό, που συνθλίβει ολοκληρωτικά το άτομο μια στρατιωτική μπότα στο μούτρο για πάντα.

Δεν είναι, όμως, αυτή η μόνη δυστοπία που παρουσιάζεται εκείνα τα χρόνια με μυθιστορηματικό τρόπο[3]. Ο Κέλνερ θα αναφερθεί στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Άλντους Χάξλεϋ, που εκδόθηκε το 1932 και περιγράφει έναν ευχάριστα όσο και ακραία χειραγωγικό κόσμο, όπου τα media, το σεξ και τα ψυχοτρόπα κάνουν πολύ καλύτερα τη δουλειά του συστήματος σε σχέση με την τρομερή γραφειοκρατία του Όργουελ.  Ο εφιάλτης εδώ είναι σχεδόν αδύνατο να αναγνωριστεί ως τέτοιος. Ο κόσμος του Χάξλεϋ είναι ένας κόσμος «ευτυχισμένης καθημερινότητας» και, δι’ αυτού, μηδενικής ελευθερίας. Ο ίδιος ο Όργουελ θα παρατηρήσει σχετικά πως ο κόσμος του Χάξλεϋ ταίριαζε ως μια γελοιογραφία της ηδονιστικής ουτοπίας, «του είδους εκείνου που φαινόταν πιθανό κι ακόμα επικείμενο πριν εμφανιστεί ο Χίτλερ αλλά δεν είχε καμιά σχέση με το πραγματικό μέλλον» (σελ. 36).

Ο Κέλνερ, χρησιμοποιώντας τον Χάξλεϋ ως μετάβαση προς τον Μαρκούζε θα ισχυριστεί πως ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος αποδείχτηκε καλύτερη πρόγνωση του μεταπολεμικού μέλλοντος σε σχέση με το 1984:

«Το μυθιστόρημα του Χάξλεϋ δείχνει πώς η κυβερνητική, η συμπεριφορική επιστήμη, ο καταναλωτισμός, η μαζική κουλτούρα, η φιλελευθεροποίηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς και ο συστηματικός έλεγχος της σκέψης και της συμπεριφοράς παράγουν μια κοινωνία ικανοποιημένων κομφορμιστών που είναι ευτυχείς να παίζουν τους ρόλους που προβλέπονται γι’ αυτούς» (σελ. 38).

Ο Χάξλεϋ, όσο και ο Όργουελ, θεωρεί πως δεν υπάρχει διαφυγή από τον εφιάλτη. Η αντίφαση ανάμεσα στην «ευτυχία» και την ελευθερία είναι αντικειμενική και ανυπέρβλητη -και οι άνθρωποι δεν μπορεί παρά να επιλέξουν την «ευτυχία».

Από αυτήν την πολύ σημαντική άποψη, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, στο πολύ επιδραστικό, για μια ολόκληρη γενιά, βιβλίο του Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, διαφοροποιείται καθοριστικά. Ενώ σωστά επισημαίνεται από τον Κέλνερ πως ο Μαρκούζε βρίσκεται πολύ κοντύτερα στον Χάξλεϋ, όταν περιγράφει τη «μονοδιάστατη κοινωνία» υπάρχει η μείζων διαφορά πως για τον Μαρκούζε η επαναστατική αλλαγή του κόσμου συνεχίζει να υφίσταται ως δυνατότητα.

«Υπάρχει μια ουτοπική παρόρμηση που διατρέχει όλη την σκέψη του Μαρκούζε, ενώ ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της είναι ο επίμονος ισχυρισμός ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ταυτόχρονα και περισσότερη ελευθερία και περισσότερη ευτυχία στην ατομική ζωή και γενικά στην κοινωνία. Αυτή η θέση αντιφέρεται προς την  πεποίθηση του Χάξλεϋ ότι η ευτυχία θα κόστιζε την απώλεια της ελευθερίας μελλοντικά, και προς την ευρύτερα διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι κοινωνίες θα έχουν να διαλέξουν μεταξύ ευτυχίας και ελευθερίας… [Το δε 1984] είναι ένα εντελώς απαισιόδοξο και αντι-ουτοπιστικό κείμενο» (σελ. 66).

Επιπλέον, στο Μαρκούζε υπάρχει μια πολύ διαφωτιστική διαύγαση του επιδιωκόμενου με τη Μεγάλη Άρνηση, με την επανάσταση:

«Οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την οικονομία, από τον κοινωνικό καταναγκασμό, που ασκείται με τις οικονομικές σχέσεις και δυνάμεις, απελευθέρωση από την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή από την ανάγκη να κερδίζου με τη ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την πολιτική αυτή που πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ….ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση της ατομικής σκέψης, πνιγμένης σήμερα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα της διαπαιδαγώγησης, κι ακόμα θα πρέπει να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευές της «κοινής γνώμης» κι ακόμα και κοινή γνώμη. Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει γιατί είναι ουτοπικές, αλλά επειδή οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται είναι ισχυρές» (σελ. 55).

Παρόλ’ αυτά, ένα είδος απαισιοδοξίας φαίνεται να κατατρέχει ακόμη και το Μαρκούζε, ο οποίος, όπως είναι γνωστό αμφισβήτησε τη δυνατότητα του προλεταριάτου να ανατρέψει την κατάσταση και έψαξε τα υποκείμενα της επανάστασης «εκτός» -στον Τρίτο Κόσμο, στους φοιτητές ή στο «περιθώριο». Φαίνεται σαν η καταθλιπτική επίδραση του υπάρχοντος να είναι -στον έναν ή στον άλλο βαθμό- μια σταθερά της αγωνιώσας σκέψης μετά την Τρίτη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα.

Η έκδοση του βιβλίου αποδεικνύεται πολύ επίκαιρη. Η συζήτηση μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, μέσα στην πρωτόγνωρη για γενιές παγκόσμια πανδημία και με μεσοχρόνιο φόντο την επιφερόμενη από τον καπιταλισμό κλιματική κατάρρευση είναι ήδη μια συζήτηση με κύριο περιεχόμενο απειλές, καταστροφές και δυστοπίες. Το βιβλιαράκι του Κέλνερ μπορεί να συντελέσει στον προβληματισμό σχετικά με το πού πάει ο κόσμος.

Αν και η γνώμη μου είναι πως περισσότερο από τον Όργουελ, τον Χάξλεϋ και τον Μαρκούζε είναι ο Μαρξ που βοηθάει να δούμε το μέλλον μας. Ειδικά μετά το ’80, νομίζω πως ούτε ο τρομαγμένος μέχρι θανάτου Σμιθ, ούτε ο ικανοποιημένος κομφορμιστής ούτε και ο μονοδιάστατος άνθρωπος περιγράφει την κατάσταση στην καπιταλιστική μητρόπολη -όσο κι αν η περιγραφή του Μαρκούζε είναι κοντύτερα στην πραγματικότητα.

Αυτό που έχουμε είναι κοινωνίες διαρκώς ανικανοποίητων κομφορμιστών, που κάθε άλλο παρά «ευτυχείς», έστω και με την έννοια του Χάξλεϋ, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Πράγμα που, όμως, ελάχιστα ενοχλεί τον κομφορμισμό τους. Αγαπούν όντως «την τάξη, τη λογικότητα, την αποτελεσματικότητα», αλλά δεν είναι ικανοποιημένοι. Περισσότερο υπακούν σε έναν «αναπόφευκτο τεχνοκρατικό μηδενισμό» παρά πείθονται βιωματικά -γι’ αυτό συναινούν. Εντέλει, η ιδεολογική τους προσχώρηση συνδέεται περισσότερο με το διαρκές άγχος και την ακόμη διαρκέστερη οικονομική ανασφάλεια. Ο φόβος μπροστά στη συνεχώς επαπειλούμενη εξαθλίωση τείνει να είναι το ισχυρότερο ιδεολογικό όπλο του συστήματος. Είναι γι’ αυτό που ο Μαρξ συνεχίζει να αποτελεί την καταλληλότερη αναλυτική προσφυγή γι’ αυτά τα ζητήματα. Η ανάγνωσή του μαζί με τους μεγάλους δυστοπικούς είναι ό,τι καλύτερο.     

 

 

[1] George Orwell, Will Freedom Die With Capitalism?, The Left News, April 1941, σελ. 1683.

[2] όπ. π. σελ. 168

[3] Βλέπε, μεταξύ άλλων, και τα εξαιρετικά ρωσικά έργα του Ζαμιάτιν και του Μπουλγκάκοφ.