Οι πωλήσεις όπλων και πυρομαχικών στις ΗΠΑ εκτοξεύονται εν μέσω πανικού του ιού

Οι πωλήσεις όπλων και πυρομαχικών εκτοξεύονται σε όλες τις ΗΠΑ καθώς ο φόβος πιθανών κοινωνικών αναταραχών στρέφει κάποιους Αμερικανούς στην αγορά πυροβόλων όπλων ως μια μορφή αυτοπροστασίας.

Μετάφραση από την εφημερίδα The Guardian -16 Μαρτίου

Μεγάλες ουρές σχηματίζονται έξω από καταστήματα πώλησης όπλων στη δυτική ακτή, όπου άνθρωποι περιμένουν για να προμηθευτούν θανατηφόρα προϊόντα. Στο κατάστημα όπλων Martin B Retting στο Culver της California, οι ουρές κατα τη διάρκεια του σαββατοκύριακου εκτείνονταν κατα μήκος ολόκληρου του οικοδομικού τετραγώνου.

Ένας πελάτης είπε στους LA Times: «Οι πολιτικοί και οι πασιφιστές μας λένε εδώ και πολύ καιρό πως δεν χρειαζόμαστε όπλα. Αλλά αυτή τη στιγμή, πολλοί άνθρωποι φοβούνται πραγματικά και μπορούν να πάρουν αυτή την απόφαση μόνοι τους ».

Ο Larry Hyatt, ιδιοκτήτης ενός από τα μεγαλύτερα καταστήματα πώλησης όπλων στη χώρα (Hyatt Guns στο Charlotte της Βόρειας Καρολίνα) είπε στον Guardian ότι η μαζική προσέλευση του κόσμου στο κατάστημά του ήταν κάτι το αναπάντεχο. «Είναι μόλις η δεύτερη φορά στα 61 χρόνια λειτουργίας της επιχείρησης που βλέπουμε κάτι τέτοιο», μας είπε, συμπληρώνοντας πως η πρώτη φορά ήταν στον απόηχο των μαζικών πυροβολισμών στο δημοτικό σχολείο Sandy Hook του Connecticut το 2012.

«Βλέπουμε μια μαζική άνοδο στις αγορές όπλων και πυρομαχικών, καθώς οι άνθρωποι νιώθουν την ανάγκη να προστατέψουν εαυτούς και τις οικογένειές τους.»

Ο Hyatt αναφέρει ότι το είδος των όπλων που πωλούνται αντανακλά τον φόβο που επικρατεί στον κόσμο. Υπάρχει μηδενικό ενδιαφέρον για κυνηγετικά όπλα. Αντιθέτως, προτιμούν όπλα στόχευσης και έχει εμφανιστεί μεγάλη ζήτηση για τυφέκια επιθετικού τύπου, όπως το ημιαυτόματο AR-15.

Ερωτώμενος για τα αίτια αυτής της απότομης ανόδου των πωλήσεων, ο Hyatt απάντησε: «Οικονομική κρίση, πανδημία, εγκληματικότητα, πολιτική... βάλε όλα αυτα μαζί και έχεις μια κόλαση».

Ένας μεγάλος online εμπορος πυρομαχικών, το Ammo.com, δημοσίευσε τους αριθμούς των πωλήσεων για το διάστημα από τις 23 Φεβρουαρίου έως τις 4 Μαρτίου που δείχνουν το μέγεθος του κύματος. Σε αυτό το διάστημα των 11 ημερών οι πωλήσεις ανέβηκαν κατά 68% σε σχέση με τις 11 ημέρες πριν από τις 23 Φεβρουαρίου.

Η άνοδος των πωλήσεων ήταν η μέγιστη στις πολιτείες της Βόρειας Καρολίνα και της Τζόρτζια, όπου εκτοξεύτηκαν κατά 179% και 169% αντίστοιχα. Πολιτείες με μεγάλη αύξηση ήταν, μεταξύ άλλων, η Πενσυλβάνια, το Τέξας, η Φλόριντα, το Ιλινόις και η Νέα Υόρκη.

Σε δήλωσή του ο Alex Horsman, διευθυντής marketing του Ammo.com, είπε: «Γνωρίζουμε ότι κάποια πράγματα έχουν αντίκτυπο στις πωλήσεις πυρομαχικών, κυρίως πολιτικά γεγονότα ή οικονομική αστάθεια, όταν ο κόσμος νιώθει ότι στο τέλος θα παραβιαστούν τα δικαιώματά του. Αυτή είναι η πρώτη μας εμπειρία με έναν ιό που οδηγεί σε μια τέτοια άυξηση στις πωλήσεις».

Πέρα από τη γενική ανησυχία που περιβάλλει τον κορονοϊό, η αύξηση στις πωλήσεις όπλων φαίνεται να έχει συγκεκριμένες αιτίες σε κάποιες περιπτώσεις. Σε ρεπορτάζ του thetrace.org αναφέρεται ότι στις πολιτείες της Ουάσινγκτον και της Καλιφόρνια, μέρη όπου πρωτοεμφανίστηκε ο ιός, οι πωλήσεις όπλων αυξήθηκαν από Αμερικάνους ασιατικής καταγωγής, οι οποίοι φοβούνται ότι οι οικογένειές τους μπορεί να πέσουν θύματα ξενοφοβικής και ρατσιστικής βίας, δεδομένου ότι η χώρα όπου ξεκίνησε η επιδημία του κορονοϊού ήταν η Κίνα.

«Οι άνθρωποι πανικοβάλλονται επειδή δε νιώθουν ασφαλείς. Φοβούνται αναταραχές ή ότι ο κόσμος θα στοχοποιήσει τους Κινέζους», είπε ο David Liu, Κινεζο-Αμερικάνος έμπορος όπλων έξω από το Los Angeles, στο The Trace.

Εν μέσω της ορμής συσσώρευσης φονικών όπλων, υπάρχουν ανησυχίες για την ασφάλεια των παιδιών. Μία ξαφνική αύξηση των όπλων στα σπίτια μπορεί να θέσει τα παιδιά σε κίνδυνο λόγω της έλλειψης χώρων ασφαλούς αποθήκευσης.

Τα πυροβόλα όπλα αποτελούν ήδη τη δεύτερη μεγαλύτερη αιτία παιδικών θανάτων στις ΗΠΑ, μετά τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα. Στις ηλικίες 14-17, οι τραυματισμοί από όπλα μάλιστα είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου, σύμφωνα με το τμήμα δημόσιας υγείας του University of Michigan.