Οι Ιταλοί και ο Covid-19- Κάτι παραπάνω από μια υγειονομική κρίση

Αυτή τη στιγμή, η Ιταλία φαίνεται να βρίσκεται ανάμεσα στις πρώτες χώρες στον κόσμο όσον αφορά τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν προσβληθεί από τον Covid-19 και δεύτερη πίσω από την Κίνα στον αριθμό θανάτων εξαιτίας της επιδημίας του ιού. Αυτά τα δεδομένα είναι αποσπασματικά και εξελίσσονται συνεχώς, και προφανώς εξαρτώνται από τον αριθμό των εξετάσεων που γίνονται σε άτομα που παρουσιάζουν συμπτώματα τα οποία αποδίδονται στον ιό.

του Antonio Vesco*

Από τις 10 Μαρτίου, ολόκληρη η Ιταλία έχει ανακηρυχθεί «προστατευμένη περιοχή». Με διάταγμα του Προέδρου του υπουργικού συμβουλίου λήφθηκαν εκτεταμένα μέτρα πρόληψης της εξάπλωσης του κορωνοϊού σε ολόκληρη την επικράτεια.

Τα μέτρα πρόληψης δημιουργήθηκαν για να αποφευχθεί το να ασθενήσουν ταυτόχρονα άνθρωποι παντού την ίδια χρονική περίοδο. Σε αυτή την περίπτωση, οι κλίνες σε μονάδες εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) δεν θα επαρκούσαν για την ταυτόχρονη θεραπεία όλων των ασθενών. Αυτή η παραδοχή εγείρει ένα ερώτημα σχετικά με τη δημόσια υγεία. Όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι περικοπές στη χρηματοδότηση τα τελευταία χρόνια ήταν αδυσώπητες και έχουν εξαναγκάσει πολλές δημόσιες υγειονομικές μονάδες να μειώσουν πολλές από τις παροχές τους. Οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι μια εξαιρετική δοκιμασία για τις πολιτικές μιας χώρας. Ο ιός είναι μια λυδία λίθος για καλές ή κακές κυβερνήσεις και τη διαχείριση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στην περίθαλψη, και τις υπηρεσίες γενικότερα. Στην Ιταλία, οι γεωγραφικές ανισότητες (διαχωρισμός Βορρά/Νότου) και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που υποστηρίζουν τον ιδιωτικό τομέα υπηρεσιών υγείας, βγαίνουν αναμφίβολα στο προσκήνιο. Οι πολιτικές λιτότητας χτύπησαν πολλές χώρες σαν την Ιταλία, το Εθνικό Σύστημα Υγείας της οποίας, γνωστό για την αποτελεσματικότητά του, βρίσκεται σε κρίση εδώ και μια δεκαετία. Η δημόσια συζήτηση στην Ιταλία εστιάζει κυρίως σε συγκρίσεις με άλλα λιγότερο ελλειμματικά συστήματα, όπως της Γερμανίας, που έχει πέντε με έξι φορές περισσότερες κλίνες ΜΕΘ.

Στην πραγματικότητα, η εδαφική επέκταση του ιού δημιουργεί κάποια πρώτα ερωτήματα σχετικά με το διαχρονικό οικονομικό χάσμα ανάμεσα στον Βορρά και τον Νότο της χώρας. Από τη μία θεωρήθηκε «ευτυχές» ότι ο ιός εξαπλώθηκε πρώτα σε περιοχές με επαρκέστερες δομές υγείας και όπου το σύστημα υγείας φαίνεται γενικότερα πιο ανεπτυγμένο. Από την άλλη, οι πλουσιότερες περιοχές είναι και οι πιο πολυπληθείς· για πολλές δεκαετίες οι περιοχές όπου εξαπλώθηκε ο ιός υπήρξαν προορισμός εσωτερικής μετανάστευσης από τη νότια Ιταλία (το 1/6 του συνολικού πληθυσμού της χώρας ζει στη Λομβαρδία).

Βλέποντάς τα απ’ έξω, τα μέτρα πρόληψης μπορεί να φαίνονται πιο περιοριστικά απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Σίγουρα, η καθημερινή ζωή έχει επηρεαστεί: κλειστές βιβλιοθήκες, γυμναστήρια και αθλητικές εγκαταστάσεις, κινηματογράφοι και θέατρα· κλειστά σχολεία και πανεπιστήμια (τουλάχιστον για τους φοιτητές και τους μαθητές), ακυρώσεις ή αναβολές μαθημάτων, εξετάσεων, συνεδρίων, σεμιναρίων· ακυρωμένες συναυλίες και εκδηλώσεις, αθλητικές διοργανώσεις· ανοιχτά σούπερ-μάρκετ, φαρμακεία, πρατήρια εφημερίδων και άλλα καταστήματα ειδών πρώτης ανάγκης, αλλά με την παράδοξη υπόδειξη της τήρησης απόστασης ενός μέτρου από τους άλλους ανθρώπους. Αυτά διαβάζουμε στο διάταγμα του Προέδρου του υπουργικού συμβουλίου. Μέχρι χθες (11 Μαρτίου) η βάση της καθημερινότητας δεν είχε επηρεαστεί, όπως διατυπώθηκε επίσημα, και οι άνθρωποι συνέχισαν να ζουν και να προσπαθούν να κάνουν ό,τι μπορούσαν. Σε πολλές πόλεις τα δημόσια πάρκα ήταν γεμάτα. Στην πόλη που κατοικώ, το Τορίνο (πολύ κοντά στη Λομβαρδία), οι κάτοικοι συνέχισαν να εκμεταλλεύονται τις πρώτες μέρες της άνοιξης μετά από έναν ήπιο αλλά μακρύ χειμώνα, πηγαίνοντας βόλτα στα πάρκα και τους δημόσιους κήπους για να μη μένουν μέσα για πολύ καιρό. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι οι υπόλοιποι δρόμοι ήταν σχετικά άδειοι και οι άνθρωποι περπατούσαν κρατώντας αποστάσεις μεταξύ τους, χωρίς να κρύβουν την ανησυχία τους.

Στις 11 Μαρτίου, η ιταλική κυβέρνηση ενέδωσε στην πίεση των προέδρων των επαρχιών που είχαν πληγεί περισσότερο από την επιδημία και επέβαλε πιο σκληρά μέτρα, όπως τη διακοπή όλων των εμπορικών δραστηριοτήτων που δεν χαρακτηρίζονται «άκρως αναγκαίες». Από εκείνη την ημέρα έκλεισαν και όλα τα μπαρ και νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, που προηγουμένως παρέμεναν ανοιχτά για μισή μέρα. Όλοι οι κάτοικοι κλήθηκαν να μείνουν στο σπίτι τους (τουλάχιστον όσοι έχουν σπίτι) και να μη μετακινούνται πάρα μόνο για συγκεκριμένες ανάγκες. Οι μετακινήσεις από τον έναν δήμο στον άλλο απαγορεύτηκαν, εκτός αν συντρέχει λόγος εργασίας (για όσους συνεχίζουν να εργάζονται). Αυτά τα νέα μέτρα αφορούν ολόκληρη την επικράτεια.

Ήταν μια προοδευτική απώλεια προσωπικών ελευθεριών που έγινε αποδεκτή σταδιακά και ετερογενώς. Οι πρώτες αντιδράσεις φυσικά εστίασαν στην δυνάμει ανελευθερία των επιβεβλημένων μέτρων, ξεκινώντας την αντιπαραβολή με τα μέτρα που λήφθηκαν στην κινεζική επαρχία Hubei, και ως εκ τούτου ανάμεσα στα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο και σε ένα, ουσιαστικά, δικτατορικό. Μία θέση που εμφανίστηκε στη συζήτηση στις εφημερίδες, υποστηρίχθηκε και από κάποιους διανοούμενους, όπως ο γνωστός φιλόσοφος Giorgio Agamben. Η κατηγορία του ενάντια στην κυβέρνηση είναι ότι χρησιμοποιεί «την κατάσταση εξαίρεσης ως παράδειγμα κανονικής διακυβέρνησης», περιορίζοντας ατομικές ελευθερίες λόγω μιας «υποτιθέμενης κατάστασης έκτακτης ανάγκης». Το κείμενο δέχθηκε κριτική από πολλούς άλλους διανοούμενους, που υποστηρίζουν ότι η ανάγνωση της παρούσας κατάστασης μέσα στα όρια θεωριών συνωμοσίας μάς αποτρέπει απ’ το να πάρουμε στα σοβαρά έναν αληθινό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ένας αληθινός ιός που εξαπλώνεται και θέτει τις ζωές των ανθρώπων σε κίνδυνο. Το σίγουρο είναι ότι αυτά τα έκτακτα μέτρα θέτουν υπό αμφισβήτηση κάποιες συνταγματικές ελευθερίες και η συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα συνεχίζεται με ένταση.

Οι οικονομικές επιπλοκές είναι προφανώς πολλές. Βραχυπρόθεσμα, έχουν εμφανιστεί οι πρώτες επιπτώσεις, αν και θα πρέπει να περιμένουμε λίγο παραπάνω για να αντιληφθούμε τον πραγματικό οικονομικό αντίκτυπο αυτής της δύσκολης περιόδου. Ο τομέας του πολιτισμού, υποχρηματοδοτούμενος από τα δημόσια κονδύλια, ήδη υποφέρει, ο τουριστικός τομέας εξίσου. Οι εικόνες από πόλεις όπως η Βενετία και η Φλωρεντία είναι εντυπωσιακές και ανησυχητικές: μέρη που είναι συνήθως γεμάτα με τουρίστες εμφανίζονται άδεια. Πριν ακόμα από τα πρόσφατα διατάγματα, όταν πολλοί τουρίστες είχαν ήδη ακυρώσει το ταξίδι τους, οι κάτοικοι αυτών των πόλεων μπορούσαν να περπατήσουν για μερικές μέρες στους δρόμους χωρίς να χρειάζεται να αποφεύγουν τους επισκέπτες, και να χρησιμοποιήσουν χώρους με τρόπους που πιθανώς να είχαν ξεχάσει.

Πολλές οικονομικές δραστηριότητες έχουν σταματήσει και σε άλλους τομείς. Οι επαγγελματίες με υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ ζουν στο πετσί τους τις συνέπειες. Δεν υπάρχει καμία προστασία για αυτούς τους εργαζόμενους. Τα μέτρα που σχεδιάστηκαν από την κυβέρνηση για τη στήριξη των εταιρειών δεν συμπεριλαμβάνουν αυτού του τύπου επαγγελματίες. Μιλώντας για οικονομική στήριξη, στις 11 Μαρτίου η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα δώσει 25 δισεκατομμύρια ευρώ για την κάλυψη του έκτακτου ελλείμματος. Αλλά αναμένουμε την απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου για ένα πρόγραμμα στήριξης που θα αφορά όλη την Ένωση.

Όλα τα μέτρα πρόληψης ελήφθησαν σε κυβερνητικό επίπεδο και υπό την εποπτεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ). Η διαχείριση του κινδύνου έχει ανατεθεί κυρίως στην κυβέρνηση, η οποία, μετά από κάποιες αντιπαραθέσεις με προέδρους των επαρχιών, προχωρά στη λήψη αποφάσεων σε συνεργασία με τις αυτοδιοικητικές αρχές. Όμως, η κυβέρνηση χρειάζεται την συμβολή ειδικών του τομέα υγείας (ειδικά του ΠΟΥ). Το Υπουργείο Υγείας αποφάσισε το διορισμό ενός συμβούλου του ΠΟΥ, που επιτρέπει επίσης την ευκολότερη νομιμοποίηση των ειλημμένων αποφάσεων.

Η συζήτηση στα ΜΜΕ διαμοιράζεται ανάμεσα στην γενικευμένη ανησυχία που δημιουργείται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και τις πιο φανταστικές εικασίες που προήλθαν από τα κοινωνικά δίκτυα. Τα τελευταία, στη συζήτηση αυτή εστιάζουν περισσότερο στην αντίθεση μεταξύ του πώς μπορούμε να ορίσουμε ως «αυτούς που λειτουργούν υπεύθυνα» για την προστασία της δημόσιας υγείας και αυτούς που τείνουν να υποβαθμίζουν το πρόβλημα της επιδημίας και οι οποίοι θεωρούν ότι τα μέτρα που έχουν παρθεί είναι υπερβολικά και εγείρουν μερικές φορές ακόμη και αιτιολογημένα ερωτηματικά σχετικά με τις αναπόφευκτες αντιφάσεις των ίδιων των μέτρων.

Η κάλυψη της επείγουσας κατάστασης από τα ΜΜΕ θα αποτελέσει αντικείμενου αναστοχασμού στο μέλλον. Η πρώτη στιγμή γενικού συναγερμού ακολουθήθηκε από μια στιγμή διαβεβαίωσης. Η τελευταία, όμως, βασιζόταν στην επικοινωνία που σχετιζόταν με τις ομάδες του πληθυσμού που εκτίθενται περισσότερο στον κίνδυνο του θανάτου, π.χ. οι γηραιότεροι και όσοι υπέφεραν από προηγούμενες παθολογίες. Οι τελευταίες μέρες χαρακτηρίζονται από την επιμονή, τόσο της κυβέρνησης όσο και των κυρίαρχων μίντια στην ατομική ευθύνη για την προστασία της υγείας των αδύναμων. Η κεντρική συμβουλή στους νέους ανθρώπους είναι να προστατεύσουν τους γονείς, τις γιαγιάδες και τους παππούδες τους από έναν ιό που θα μπορούσε να είναι θανατηφόρος για αυτούς. Αυτή η ηθική άποψη φαίνεται να έχει κάποιες θετικές επιδράσεις στην αχαλίνωτη εξάπλωση της μόλυνσης, με την αποφυγή μαζικών συγκεντρώσεων όπως τις προηγούμενες μέρες και την σταδιακή μείωση της εξάπλωσης του ιού. Αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση είναι χρήσιμο να σκεφτόμαστε τα αποτελέσματα του κοινωνικού ελέγχου που επέφερε η καμπάνια των μίντια.

Τελικά, στην Ιταλία όπως και αλλού, η επιδημία είχε ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις φωτίζοντας κάποιες πτυχές του πολιτικού, διοικητικού, οικονομικού, πολιτιστικού και ιατρικού συστήματος σε διαφορετικές περιοχές της χώρας. Όλες αυτές οι διαστάσεις τέθηκαν στην δημόσια συζήτηση τις τελευταίες εβδομάδες. Εφημερίδες, τηλεόραση, διαδικτυακά περιοδικά προτείναν αναλύσεις για διαφορετικές πλευρές του προβλήματος. Αναπόφευκτα, η υποχρέωση να μείνει κανείς σπίτι (για όσους έχουν σπίτι) ενθάρρυνε διανοούμενος και ακαδημαϊκούς να εκφράσουν απόψεις για τις πλευρές εκείνες που εξειδικεύονται και θεωρούν πιο επείγουσες. Για διάφορους τύπους εργασίας, προτάθηκε η «έξυπνη εργασία», που αρχικά συζητήθηκε για τους εργαζόμενους σε ακαδημαϊκά ιδρύματα, εκπαιδευτικούς, ερευνητές και καθηγητές πανεπιστημίων. Μια πτυχή που αποκαλύπτει τις αναπόφευκτες κοινωνικές ανισότητες στην πρόσβαση στα εργαλεία για εργασία ή, στην περίπτωση των σπουδαστών, στην δυνατότητα για τηλε-εκπαίδευση (δεν έχουν όλες οι οικογένειες εύκολη πρόσβαση σε αυτά τα εργαλεία).

Οι πιο σοβαρές επιπτώσεις εξελίσσονται σε πολλές φυλακές. Τις τελευταίες μέρες, 9 κρατούμενοι πέθαναν στην φυλακή της Μόντενα στα βόρεια της χώρας. Και καθώς γράφω, μαθαίνω τον θάνατο άλλων τεσσάρων κρατούμενων, στο Ριέτι, το Λάτσιο και δύο ακόμη στην Μπολόνια. Στα νότια, στην Φότζα, 19 κρατούμενοι κατάφεραν να δραπετεύσουν. Κάποιοι από αυτούς που ανήκουν σε οργανώσεις της μαφίας παρουσιάστηκαν στην αστυνομία, κάποιοι άλλοι βρίσκονται ακόμη στο τρέξιμο [ακόμα διαφεύγουν]. Ουσιαστικά, εξεγέρσεις έχουν γίνει σε πολλές ιταλικές φυλακές εδώ και κάποιες μέρες. Οι επίσημοι λόγοι είναι κυρίως δύο: οι αποφάσεις των φυλακών να ακυρώσουν επισκεπτήρια γονέων και φίλων, και ο φόβος πολλών κρατουμένων ότι οι νέοι κρατούμενοι που μπήκαν στην φυλακή πριν λίγες μέρες θα φέρουν τον ιό και δεν θα αντιμετωπιστούν σωστά. Όπως παρατηρήθηκε, καθώς οι κρατούμενοι βλέπουν τηλεόραση, διαβάζουν εφημερίδες και ευτυχώς παραμένουν ενημερωμένοι για το τι γίνεται έξω, είναι φυσικό να τους απασχολεί και να ζητούν μέτρα πρόληψης για την προστασία τους. Επιπλέον, οι εξεγέρσεις προκλήθηκαν από ένα μικρό μέρος των φυλακισμένων, αλλά συμπεριέλαβαν όλους τους φυλακισμένους των οποίων οι συνθήκες κράτησης είναι επισφαλείς (υπερπληθυσμός, κακή υγιεινή κ.ά.). Σύμφωνα με τις καταγραφές των ΜΜΕ, οι περισσότεροι θάνατοι από υπερβολική δόση πιθανόν να προκλήθηκαν από την κακή χρήση της μεθαδόνης που κλάπηκε από τις νοσοκόμες [τα φαρμακεία των φυλακών] κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων. Αλλά είναι τόσο δύσκολη η πρόσβαση σε πληροφορίες για τη ζωή στις φυλακές για να λάβει κανείς πολύ σοβαρά την επίσημη ενημέρωση.

Αναπόφευκτα πρόκειται για μια μερική αναφορά. Η κατάσταση εξελίσσεται ραγδαία, καθώς τα μέτρα της κυβέρνησης ποικίλουν μαζί με την αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που νοσούν και την αύξηση των περιοχών που επηρεάστηκαν από έναν σημαντικό αριθμό μολύνσεων. Όπως γνωρίζουμε, άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία, στις οποίες έχει διαπιστωθεί μεγάλος αριθμός κρουσμάτων, μέχρι στιγμής έχουν επιλέξει μια διαχείριση λιγότερο επεμβατική για την έκτακτη αυτή κατάσταση.

Ο τρόπος με τον οποίο τα διεθνή μέσα καλύπτουν την κρίση στην Ιταλία επικεντρώνεται κυρίως στην διαχείριση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, που αναπόφευκτα προωθεί κλισέ και στερεότυπα για τις μεσογειακές χώρες τα οποία δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Από αυτήν την άποψη, θα ήταν χρήσιμο να ρίξουμε μια ματιά στις εφημερίδες και τα site, ειδικά αυτά των αγγλοσαξονικών χωρών, και προσεκτικά να συζητήσουμε όλες τις αντιφάσεις της κυβερνητικής διαχείρισης της έκτακτης ανάγκης από τους ιταλικούς θεσμούς και την στάση του πληθυσμού, που θεωρήθηκε ανεπαρκής (ή χειρότερα ανεύθυνη). Το γεγονός ότι παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν από διάφορους Ιταλούς πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα για την διαχείριση της κατάστασης από την Κίνα πριν ο ιός φτάσει στην Ευρώπη, καταδεικνύει ότι είμαστε αντιμέτωποι με τις συνήθεις διαδικασίες «εξωτισμού» της Δύσης απέναντι στους υπόλοιπους.

*Ο Antonio Vesco είναι ανθρωπολόγος, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο ΑΠΘ, κάτοικος του Τορίνο