Οι Έλληνες μικρομεσαίοι μέσα στην Κρίση. Του Χρήστου Λάσκου

Βάλια Αρανίτου, Η μεσαία τάξη στην Ελλάδα την εποχή των Μνημονίων -Μεταξύ κατάρρευσης και ανθεκτικότητας, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 268

Η τάξη είναι μια κομμουνιστική έννοια

Μάργκαρετ Θάτσερ

Η Μάργκαρετ Θάτσερ έχει απόλυτο δίκιο: η (κοινωνική) τάξη είναι μια κομμουνιστική έννοια. Έννοια, δηλαδή, με εγγενές ανατρεπτικό δυναμικό. Μεροληπτική έννοια. Γι’ αυτό, άλλωστε, η κατεστημένη κοινωνική «επιστήμη» έχει εφεύρει χίλιες δυο παρακαμπτήριες προκειμένου να την αποφύγει.

Το βιβλίο της Αρανίτου αξίζει και μόνο για το γεγονός πως επαναφέρει την έννοια στο προσκήνιο. Από αυτήν την άποψη, η εγχειριδιακή διάσταση του βιβλίου είναι πολύτιμη. Επαναφέρει μια εν πολλοίς ξεχασμένη συζήτηση και ορολογία. Επιτρέπει, έτσι, την αυτεπίγνωση σχετικά με το πολύ χαμηλό επίπεδο σχετικής αναλυτικής δυνατότητας που διαθέτει η πλειοψηφία της ελληνικής Αριστεράς.

Επιπλέον, παρουσιάζει μια μεγάλη γκάμα μεθοδολογικών -και «μετρητικών»- εργαλείων, που αξιοποιούνται στη εμπειρική διερεύνηση της ταξικής «διαστρωμάτωσης». Κι όσο κι αν η αδιαφοροποίητη χρήση τους δεν βοηθάει τον αναγνώστη να αντιληφθεί ποια είναι η επιλογή της συγγραφέως και γιατί, η χρήση τους αποτελεί, στην πράξη, μια εξαιρετικά περιεκτική έκθεσή τους. Ως προς αυτό, δεδομένης της προφανούς ένδειας της ελληνικής βιβλιογραφίας στον τομέα, αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, σημαντική συνεισφορά.

Η εργασία της Αρανίτου, ωστόσο, στοχεύει σε κάτι διαφορετικό. Επιχειρεί, όπως το λέει και ο τίτλος, να παρακολουθήσει την πορεία της «μεσαίας τάξης» στην Ελλάδα στην περίοδο των Μνημονίων. Στην πραγματικότητα, αναπτύσσει την προβληματική της στο σύνολο της μεταπολεμικής περιόδου επιχειρώντας να διαπιστώσει κατά πόσο τα χρόνια μετά το 2010 αποτελούν κάποιο είδος τομής, μια, περισσότερο ή λιγότερο ουσιώδη, ασυνέχεια. Για να καταλήξει, εν πολλοίς, πως δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο.

Η ελληνική «μεσαία» τάξη μπορεί να πιέστηκε ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, μπορεί να συρρικνώθηκε σε ένα βαθμό, εν τέλει, ωστόσο, «άντεξε». Κάθε άλλο παρά εξαφανίστηκε, κάθε άλλο παρά μείωσε το βάρος της στην ελληνική κοινωνική δομή.

Εύρημα ιδιαίτερα σημαντικό, στο μέτρο που «η ανθεκτικότητα της μεσαίας τάξης καταδεικνύει την κεντρικότητα της θέσης της στην ελληνική κοινωνική δομή, γεγονός που, όπως γνωρίζουμε, έχει πολύ σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές επιπτώσεις» (σελ. 212). Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η «μεσαία» τάξη ξαναγίνεται το μήλο της έριδος στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι. Όχι μόνο η Δεξιά και το ακραίο Κέντρο, αλλά και ο Τσίπρας είναι εδώ και καιρό πεπεισμένος πως η προοπτική της κυβέρνησης περνάει μέσα από την προνομιακή σχέση με τους μικρομεσαίους. Εξ ου, άλλωστε, και η διαρκής πρόταξη των προβλημάτων της «επιχειρηματικότητας», ακόμη περισσότερο μέσα στην πανδημία, και η ανάγκη -προς όφελος «του λαού και του τόπου»- της προστασίας της.

Δεν είναι τυχαίο, μάλιστα, το γεγονός πως, από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διαρκώς επισημαίνεται -η έκθεση Πισσαρίδη υποτίθεται πως είναι αποκαλυπτική, από αυτήν την άποψη- ότι ένα από τα βασικά αποτελέσματα, ίσως και στόχους, της ασκούμενης πολιτικής θα είναι η μεγάλη συρρίκνωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας προς όφελος των μεγαλοκαρχαριών.

Η Αρανίτου φαίνεται να ενστερνίζεται μια παρόμοια άποψη αναφορικά με τις στοχεύσεις των Μνημονίων. Η ακριβής διατύπωση είναι: «Η βαθιά κρίση του προτύπου κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης, που εκφράστηκε κυρίως ως κρίση χρέους στην Ελλάδα στο τέλος του 2009, είχε ως αποτέλεσμα την υιοθέτηση πολιτικών που αμφισβήτησαν το γενικό πλαίσιο αναπαραγωγής της μεσαίας τάξης» (σελ. 17).

Μόνο που η έκθεση αυτών των πολιτικών από την ίδια, στην επόμενη κιόλας σελίδα, ελάχιστα δείχνει «επίθεση» στους μικρομεσαίους, ιδίως δε στη «μικρή επιχειρηματικότητα». Να πώς τίθεται το ζήτημα: «Οι διαβόητες «διαρθρωτικές αλλαγές» οι οποίες και υιοθετήθηκαν αμέσως προκαλώντας ένα γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό σοκ, οδήγησαν σε συρρίκνωση της απασχόλησης και σε υιοθέτηση του ενιαίου μισθολογίου στον δημόσιο τομέα, σε μειώσεις των μισθών και της απασχόλησης, αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων, ακύρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, σε φορολογικές μεταρρυθμίσεις, «απελευθέρωση» των κλειστών επαγγελμάτων, αλλαγή του πλαισίου του ασφαλιστικού συστήματος και σε κλείσιμο δημοσίων επιχειρήσεων και εκποίηση δημόσια περιουσίας μέσω εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων» (σελ. 18).

Είναι προφανές πως το σύνολο, σχεδόν, των παρατιθέμενων μέτρων αφορούν μια ιστορικά πρωτοφανή επίθεση στην εργατική τάξη, ενώ πολλά από αυτά ωφελούν ευθέως και τη «μικρομεσαία επιχειρηματικότητα», της οποίας ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας, για όσους «έπεσαν στην ανάγκη της», είναι πραγματικά διαβόητος.

Αυτός είναι, άλλωστε, ο κυριότερος -μαζί με την φοροκλεπτική «επιτρεπτικότητα» από μέρους του κράτους, σε πολλές περιπτώσεις- λόγος που «άντεξαν».

Προφανώς και «γενικεύω», είναι βέβαιο πως υπάρχουν και μικρομεσαίοι επιχειρηματίες που ακολουθούν «καλές πρακτικές». Ωστόσο, σε μια χώρα, όπου δεν πληρώνονταν, εν έτει 2014, το 85% των υπερωριών -πολύ συχνά ούτε τα μεροκάματα-, ενώ η φοροκλοπή ΦΠΑ μας φέρνει πρώτους στην ΕΕ, το συμπέρασμά μου δεν συνιστά, πιστεύω, ασύγγνωστη αδικία.

Είναι γνωστό πως οι επαναστατικές οργανώσεις της εργατικής τάξης και οι μεγάλοι θεωρητικοί τους -του Μαρξ προεξάρχοντος- δεν είχαν σε μεγάλη εκτίμηση τις «μεσαίες τάξεις» για πλείστους όσους λόγους, εν πολλοίς βάσιμους, κατά τη γνώμη μου. Τις θεωρούσαν κοινωνικά και πολιτικά αντιδραστικές -το τελευταίο, μάλιστα, είχαν την ευκαιρία πολλές φορές να το νιώσουν ενσώματα σε όλες τους τις εξεγερσιακές προσπάθειες. Ακόμη και στο απόγειο του λαϊκομετωπισμού, ο Λεόν Μπλουμ δεν παρέλειπε να εκφράζει την άποψη πως η εργατική τάξη δεν είχε συγκλίνοντα συμφέροντα και επιδιώξεις με τον «λαό της ιδιοκτησίας και της τάξης». Και η ζωή τον δικαίωσε: «Ο φόβος των καταλήψεων των εργοστασίων, οι δυσκολίες που προκλήθηκαν στις μικρές επιχειρήσεις εξαιτίας των αυξήσεων των μισθών, οι κοινωνικοί νόμοι του καλοκαιριού του 1936, που θεωρήθηκαν ως απόπειρα νόμιμης απαλλοτρίωσης των μικρών αφεντικών και η υποτίμηση του φράγκου που μείωσε τα εισοδήματα εξηγούν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των μεσαίων τάξεων, η οποία θα οδηγούσε […] σε έναν αναπροσανατολισμό προς τα δεξιά» (σε. 79).

Αυτό το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο στην ιστορία. Οι «μεσαίες» -μικροϊδιοκτητικές τάξεις πάντοτε υπήρξαν οι κύριες τάξεις-στηρίγματα του άρχοντος συγκροτήματος.

Και όχι από λάθος. Ο λαός της ιδιοκτησίας, ακόμη κι όταν αυτή κάπως συρρικνώνεται, αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά του ως συμβατά με αυτά της κυρίαρχης τάξης πολύ περισσότερο από ό,τι με αυτά του προλεταριάτου. Δεν πρόκειται για «φαντασιακή» τύφλωση ούτε για ψευδή συνείδηση.

Υπάρχει ένα 30-40% της ελληνικής κοινωνίας που, για τους ορθούς για το ίδιο λόγους, επιλέγει την Δεξιά και, στην παρούσα περίοδο, το νεοφιλελευθερισμό. Δεν παραπλανάται, είναι απολύτως εχέφρον ταξικά. Όπως υπάρχει κι ένα 60-70% το οποίο έχει πολύ συμβατά ταξικά συμφέροντα, τόσο που, με μια όχι και πολύ «χαλαρή» έννοια, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως συγκροτεί την ελληνική εργατική τάξη. Οι εκπαιδευτικοί και οι νοσοκομειακοί γιατροί, το «αριστερό χέρι του κράτους» σα να λέμε, ανήκουν νομίζω σε αυτήν, στο μέτρο που η επιβίωσή τους, στη πολύ μεγάλη πλειοψηφία, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την πώληση της εργατικής τους δύναμης. Ως προς αυτό, νομίζω, πως οι επεξεργασίες του Πουλαντζά αναφορικά με τη νέα μικροαστική τάξη είναι, πλέον, ελάχιστα παραγωγικές1. Το να βάζεις τον μισθωτό εκπαιδευτικό στην ίδια τάξη με τον επιχειρηματία, που εκμεταλλεύεται εργατική δύναμη, είναι σχεδόν γκροτέσκο. Το ίδιο και χειρότερα για τον «αυτοαπασχολούμενο» με μπλοκάκι, που το μόνο του όνειρο είναι να μπορούσε να είναι ένας μέτριος εισοδηματικά μισθωτός.

Αυτά φυσικά δεν συνιστούν ταξική ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας. Οι παρατηρήσεις μου έχουν ως στόχο να αμφισβητήσουν απλώς -πολύ ευθέως, όμως- το συμπέρασμα της Αρανίτου πως «[η] μεσαία τάξη αποτελεί με μεγάλη διαφορά το πολυπληθέστερο τμήμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού» (σελ. 205). Ισχυρίζομαι πως αυτό το συμπέρασμα είναι αποτέλεσμα προφανούς κατηγοριακού σφάλματος.

Επιπλέον, οδηγεί και σε εσφαλμένους πολιτικούς προσανατολισμούς, στο πλαίσιο των οποίων η «συμμαχία» με τη «μεσαία» τάξη γίνεται λυδία λίθος της αριστερής στρατηγικής, ακόμη και σε σχέση με τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό. Σε μια εποχή, μάλιστα, όπου η πολιτική «τάξη εναντίον τάξης» εμφανίζεται στην πιο καθαρή της εκδοχή, εποχή όπου ο λαός της ιδιοκτησίας δεν δέχεται την παραμικρή παραχώρηση προς τις «εργατικές τάξεις», για να θυμηθούμε τον ωραίο συμπεριληπτικό πληθυντικό του 19ου αιώνα.

Είναι φανερό πως αυτή είναι «η» συζήτηση, που πρέπει να γίνει. Έχει πολύ περισσότερη αξία από μια χιλιάδα κοστολογημένα (sic) προγράμματα.

Το βιβλίο της Αρανίτου μας δίνει πλούσιο υλικό γι’ αυτήν την απολύτως αναγκαία αντιπαράθεση.

Δεν συμφωνώ καθόλου με την θέση της πως «η ελληνική εμπειρία θα μπορούσε ενδεχομένως να αναδειχτεί ως εναλλακτικό πρότυπο σε αντίστοιχα προβλήματα ένταξης της μεσαίας τάξης στις διαδικασίες δημοκρατικής διευθέτησης του κοινωνικού ζητήματος μακριά από […] ακροδεξιές επιλογές που φαίνονται να προκρίνουν αντίστοιχα κοινωνικά υποκείμενα σε άλλες χώρες» (σελ. 20). Κατά τη γνώμη μου, κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται καν από την ανάλυση του βιβλίου.

Και είμαι βέβαιος πως, σε ό, τι αφορά το κύριο, τα συμφέροντα των εργαζόμενων στην Ελλάδα είναι ριζικά αντίθετα με αυτά των μικρομεσαίων αφεντικών. Αν, λοιπόν, η Αριστερά επιδιώξει να τα «συμβιβάσει», το πιθανότερο είναι πως θα κάνει ευεπίφορα τμήματα των λαϊκών τάξεων στο ακροδεξιό μήνυμα. Πρόκειται για στρατηγικό σφάλμα ιστορικής σημασίας.

Παρόλες τις διαφωνίες μου, ωστόσο, ίσως και εξαιτίας αυτών, προτείνω ανεπιφύλακτα την εργασία της Αρανίτου. Δεν μας δίνεται πολύ συχνά η δυνατότητα να διαφωνούμε εμπεριστατωμένα κι έντιμα.

1 Για μια κριτική των σχετικών απόψεων του Πουλαντζά βλ. Χρήστος Λάσκος, Ο Νίκος Πουλαντζάς και η έννοια της κοινωνικής τάξης στο: Χάρης Γολέμης -Ηρακλής Οικονόμου, Ο Πουλαντζάς σήμερα, Νήσος, 2012, σελ. 103-114.