Οι αποκλεισμένοι, οι απλήρωτοι και οι αόρατοι της καραντίνας

«Αν κάποιος είναι μακροχρόνια άνεργος 30 μήνες, 40 μήνες, 50 μήνες και δεν παίρνει κανένα επίδομα από το κράτος, με κάποιον άλλο τρόπο επιβιώνει», δήλωσε πριν λίγες μέρες ο υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, προσπαθώντας να δικαιολογήσει το γεγονός ότι το επίδομα των 400 ευρώ που εξήγγειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης δίνεται μόνο στο 1/3 του συνόλου των μακροχρόνια ανέργων.

Είναι χαρακτηριστική αυτή η κυνική αντιμετώπιση της φτώχειας εκ μέρους της κυβέρνησης, παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες διασκέδασής της με διαγγέλματα που δήθεν «βλέπουν» τους αόρατους πίσω από τις μάσκες.

Οι κατά τα άλλα «ήρωες» της καθημερινής ζωής, από τις καθαρίστριες, τους εργαζόμενους σε σουπερμάρκετ μέχρι και τους ντελιβεράδες, ζουν μέσα στον φόβο και το άγχος της επόμενης ημέρας, ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης του κορονοϊού. Εξαρτώμενοι από ένα ημερομίσθιο εργάζονται καθημερινά εκτεθειμένοι σε όλους τους κινδύνους, χωρίς ουσιαστική προστασία, για να ακούσουν το κυβερνητικό «χειροκρότημα» στο τέλος της βραδιάς, ενώ δεν θα εξασφαλίσουν ούτε τη δυνατότητα να καλύψουν τα βασικά έξοδα επιβίωσης μέχρι το τέλος του μήνα.

Είναι, όμως, και άλλοι που δεν εργάζονται, ξεχασμένοι εδώ και καιρό, ήδη πριν την πανδημία, για τους οποίους δεν ρωτάει κανείς, δεν αποτελούν παραγωγικό κλάδο, δεν «κάνουν τίποτα». Είναι αυτοί στους οποίους αναφέρονται επίσης υποκριτικά πολλοί, αλλά εμφανίζονται μόνο ως αριθμοί που και αυτοί πάλι δεν αντιστοιχούν στα πραγματικά μεγέθη του προβλήματος. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι οι όποιες εξαγγελίες δεν επηρεάζουν καθόλου την πραγματικότητα των ανέργων, μια πραγματικότητα που αλλάζει μόνο προς το χειρότερο.

Η πανδημία του κορονοϊού στην χώρα μας, με τη συνεπαγόμενη υγειονομική κρίση, προκαλεί ήδη προβλήματα βιοπορισμού σε πολλούς ανθρώπους για τους οποίους δεν έχει προβλεφθεί η παραμικρή βοήθεια και στήριξη από το κράτος. Παράλληλα, αποκάλυψε και όξυνε διαχρονικά προβλήματα επιβίωσης ανθρώπων που εργάζονται με μερική απασχόληση σε επαγγέλματα που από την φύση τους βρίσκονται σε καθεστώς επισφάλειας. Μιλήσαμε με ορισμένους από αυτούς για να καταγράψουμε ένα μέρος αυτής της τεράστιας οικονομικής, εργασιακής και κοινωνικής κρίσης που διανοίγεται μπροστά μας.

Στην αβεβαιότητα παραμένουν οι καλλιτέχνες

«Μετά την κρίση του 2010 έκλεισαν πολλές μουσικές σκηνές, με αποτέλεσμα να μειωθούν πάρα πολύ οι εργασιακές θέσεις και τα μεροκάματα. Το επάγγελμά μας έχει υποστεί πλήγματα ήδη από τότε» λέει η Μαρία Φωτίου, τραγουδίστρια στη Θεσσαλονίκη, που βιώνει την κρίση του κλάδου εδώ και χρόνια. Τα προβλήματα που προέκυψαν εν μέσω πανδημίας έρχονται να προστεθούν σε άλλα που προϋπήρχαν σε μία καλλιτέχνιδα, που όπως και πολλοί άλλοι-ες, επιβιώνει με πολύ χαμηλά εισοδήματα.

«Με βάση τα εισοδήματά μου δικαιούμαι ΚΕΑ αλλά επειδή το σπίτι της 95χρονης μητέρας μου είναι γονική παροχή - και εγώ ζω σε δικό μου σπίτι - φαίνεται ότι έχω υψηλά περιουσιακά στοιχεία και έτσι δεν μπορώ να λάβω ούτε αυτό», σημειώνει ακόμη περιγράφοντας πως η κρίση του κορονοϊού ήρθε να κάνει την κατάσταση ακόμη δυσκολότερη.

«Λόγω της μείωσης της κίνησης που επέφερε ο αντικαπνιστικός νόμος οι μουσικές σκηνές υπέστησαν νέα πλήγματα, δεν είχα μεροκάματα ούτε τα Χριστούγεννα. Παρόλ’ αυτά την Τσικνοπέμπτη που θα είχαμε δουλειά πολλά μαγαζιά δεν δούλεψαν. Κάποιες εμφανίσεις τον Φλεβάρη και τον Μάρτη ακυρώθηκαν λόγω απαγόρευσης μεγάλων συναθροίσεων - ήταν τα πρώτα μέτρα για το κορονοϊό. Σαν να μην έφτανε αυτό, στις 25 Φεβρουαρίου μου έκοψαν το ρεύμα λόγω χρεών. Με κάρτα ανεργίας 14 μηνών μου είπαν, δηλαδή, να “μείνω στο σπίτι” χωρίς ρεύμα. Δεν γίνεται εν μέσω πανδημίας να αφαιρούν μετρητές, είναι απάνθρωπο».

«Το σύστημα της Εργάνης αναγνωρίζει την επιχείρηση και τον υπάλληλο. Πολλοί από εμάς, όμως, με τον εκάστοτε εργοδότη δουλεύουμε με ημερήσιες προσλήψεις, δεν έχουμε μηνιαίο μισθό. Αποτέλεσμα αυτού είναι πολλοί καλλιτέχνες να εξαιρούμαστε από τα μέτρα στήριξης», προσθέτει ακόμη η Μαρία.

Ο Σύλλογος Μουσικών Βορείου Ελλάδος εδώ και εβδομάδες έχει επισημάνει με τρεις επιστολές του προς την κυβέρνηση ότι ακόμη και όσοι έχουν σχέσεις μισθωτής εργασίας και όχι εργοσήμου θα αντιμετωπίσουν προβλήματα για να λάβουν την στήριξη «καθώς οι ματαιώσεις συναυλιών και παραστάσεων ξεκίνησαν για εμάς από το τέλος Φεβρουαρίου με την ακύρωση όλων των εκδηλώσεων της Αποκριάς και στη συνέχεια όσο περνούσαν οι ημέρες ακυρώνονταν καθημερινά όλες οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, με αποτέλεσμα να είναι πάρα πολλοί οι συνάδελφοι που δεν έχουν εργαστεί μέσα στον μήνα Μάρτιο».

Στις προϋποθέσεις οικονομικής στήριξης (μέχρι και την στιγμή που γραφόταν το κείμενο το ζήτημα δεν είχε λυθεί*) δεν συμπεριλαμβάνονται μουσικοί και καθηγητές μουσικής, που πολλοί από αυτούς εργάζονται με εργόσημο, δεν υπάρχει καμία αναφορά στους πλανόδιους μουσικούς και στους μουσικούς του δρόμου (για όσους εξ αυτών μπορεί να πιστοποιηθεί η επαγγελματική τους ιδιότητα).

«Με απλά λόγια πρόκειται για κακή πολιτική. Θα μπορούσαν να δώσουν μία εφάπαξ βοήθεια για όλους όσοι έχουν ένα ελάχιστο ή και καθόλου εισόδημα, για όλο τον κόσμο που πλήττεται, αλλά δεν το κάνουν», σχολιάζει η Μαρία Φωτίου υπενθυμίζοντας ότι «δεν είμαστε μόνο, όμως, εμείς: ο ηχολήπτης, οι μουσικοί, οι ηθοποιοί, γιατί υπάρχουν και ηθοποιοί που παίζουν σε ένα παιδικό θέατρο τις Κυριακές, φοβάμαι ότι δεν θα πάρουν τίποτα».

«Για να επιβιώσω παίρνω τρόφιμα από την εκκλησία και έχω δανειστεί από φίλους. Δεν ξέρω τι κάνουν τα άλλα κράτη στους πολίτες τους, αλλά εμείς εδώ δεν μπορούμε να βρούμε ηρεμία πουθενά. Μιλάμε για κράτος - δολοφόνο που δε νοιάζεται. Αν ένα κράτος έχει πολιτισμό αυτό φαίνεται όταν και ο τελευταίος πολίτης, ο πιο φτωχός θα είναι καλυμμένος ως προς τις βιοτικές του ανάγκες» λέει ακόμη. «Οι άστεγοι δε θα μπορούσαν να ζήσουν σε άδεια κτίρια του δημοσίου, να γίνουν δομές στις οποίες να εργάζονται υπάλληλοι και εκείνοι να μπορούν να εργαστούν προσφέροντας από την πλευρά τους κάτι; Το “Μένουμε Σπίτι”, όπως και όλα τα πράγματα, αφορά τελικά μόνο αυτούς που μπορούν να το αντέξουν» καταλήγει.

Κάτω από τα όρια της φτώχειας και χωρίς στήριξη εργαζόμενες στην καθαριότητα

Η κυρία Μιράντα είναι 55 ετών, εργάζεται ως καθαρίστρια σε σπίτια της Αθήνας και ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. «Δουλεύω όπου βρω εδώ και είκοσι χρόνια. Έξι εβδομάδες τώρα δεν έχω πάρει κανένα μεροκάματο. Ζω με τα 200 ευρώ που μου δίνουν από το ΚΕΑ, 100 στην τράπεζα και 100 για supermarket». Στην ερώτηση αν έχει δουλέψει ασφαλισμένη ποτέ απαντάει: «Ποτέ, εδώ και είκοσι χρόνια».

«Δεν με άφησε και η αρρώστια να βρω άλλη δουλειά, έχω περάσει δύο φορές καρκίνο. Πέρυσι πάλι έκανα θεραπείες για τον καρκίνο του θυρεοειδούς στο ογκολογικό στους Αγ. Αναργύρους. Τώρα, το Πάσχα έπρεπε να κάνω και άλλη θεραπεία επειδή δεν βγήκαν καλές οι εξετάσεις αλλά μου την ακύρωσαν λόγω κορονοϊού. Η ακύρωση έγινε από το νοσοκομείο Αμαλία Φλέμινγκ στο οποίο με παρακολουθεί γιατρός και από εκεί κλείνεται ραντεβού για το ογκολογικό στους Αγ. Αναργύρους. Μετά την ακύρωση αυτή δεν ξέρω πότε θα κάνω την επόμενη. Έξι εβδομάδες είμαι σπίτι, φοβάμαι και εγώ, δε θέλει κανείς τώρα τέτοιες υπηρεσίες. Όπως καταλαβαίνετε, έχω πληρώσει την κρίση πολύ ακριβά».

Δεν έφταναν όμως όλα αυτά τα προβλήματα, πλέον απειλείται και η δυνατότητά της να έχει μια στέγη. «Αυτόν τον μήνα κατέθεσα μόνο 200 από τα 320 ευρώ στον ιδιοκτήτη του σπιτιού που μένω στο Νέο Ηράκλειο. Και τι δεν μου είπε! Με απείλησε ότι σε έξι μήνες πρέπει να φύγω».

«Πώς επιβιώνετε κα Μιράντα;» ήταν η ερώτηση που αυθόρμητα βγήκε ακούγοντας όλα αυτά, με την ίδια να απαντάει: «Φυσικά και δεν θα πάρω τίποτα από την ενίσχυση αυτή που εξαγγέλλουν. Ζω με αυτά που έχω μαζέψει και με την τελευταία βοήθεια που πήραμε σε τρόφιμα από τον Δήμο τον προηγούμενο μήνα. Είμαι αδύνατη και δεν τρώω πολύ, να σου πω την αλήθεια».

Οι φόβοι, δεν σταματούν στο παρόν, οι μεγαλύτεροι αφορούν το πολύ άμεσο μέλλον: «Δεν ξέρω σε πόσα σπίτια θα δουλέψω μετά. Τώρα όλοι έχουν πάθει μεγάλη ζημιά και δεν ξέρω αν θα με θέλουν για καθαριότητα».

«Στους παιδικούς σταθμούς-ΚΔΑΠ επικρατεί πλήρης σύγχυση για το τι θα γίνει»

Ο Μ.Κ. εργάζεται ως μουσικός σε επιχείρηση η οποία από την αρχή της κρίσης του κορονοϊού έκλεισε και του έκανε αναστολή σύμβασης. Παράλληλα, για να συμπληρώσει ένα μηνιάτικο, δούλευε με μερική απασχόληση σε ένα Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης (ΚΔΑΠ) στη Θεσσαλονίκη.

«Προσπάθησα να κάνω την αίτηση για τα 800 ευρώ και μου απάντησαν ότι δεν το δικαιούμαι γιατί φαίνεται ότι εργάζομαι σε ΚΔΑΠ, το οποίο αν και είναι κλειστό φαίνεται ότι λειτουργεί και ότι εγώ εργάζομαι. Και αυτό γιατί; Επειδή πολλά ΚΔΑΠ επιδοτούνται από ΕΣΠΑ και για να μη χάσουν την επιδότηση παρουσιάζουν πλασματική απασχόληση ενώ έχουν κλείσει από τις 15 Μαρτίου. Αποτέλεσμα αυτού είναι ότι εγώ αυτό το μήνα θα λάβω 280 ευρώ το μήνα ως σαν εργαζόμενος στα ΚΔΑΠ, ενώ δεν δουλεύω, και όχι τα 800 ευρώ λόγω αναστολής της κύριας εργασίας μου. Εκτός από εμένα πρόβλημα αντιμετωπίζουν και νηπιαγωγοί που εργάζονται για μερικές ώρες σε ΚΔΑΠ και θα λάβουν ένα πενιχρό εισόδημα, το οποίο φυσικά δεν φτάνει να καλύψει σχεδόν καμία από τις ανάγκες τους».

Η Λ.Π. δουλεύει ως νηπιαγωγός στην πρωινή ζώνη του ίδιου παιδικού σταθμού που τα απογεύματα λειτουργεί ως ΚΔΑΠ. «Όταν έκλεισε ο σταθμός, νομίζαμε ότι θα πάρουμε όλοι το επίδομα. Αυτό, όμως, δεν έγινε λόγω του ότι το ΕΣΠΑ προέβη σε ανακοίνωση πως δεν θα δώσει τη χρηματοδότηση στους παιδικούς σταθμούς που θα προχωρήσουν σε αναστολή». Εκεί, όπως μας εξηγεί, έγινε η μεγάλη ανατροπή· πολλοί εργοδότες, των οποίων οι παιδικοί σταθμοί λειτουργούν τα απογεύματα ως ΚΔΑΠ, ακύρωσαν τις αιτήσεις για το επίδομα. «Έτσι, μείναμε προσωρινά χωρίς επίδομα και μας ενημέρωσαν ότι πρέπει να ξανακάνουμε τις αιτήσεις στην επόμενη περίοδο υποβολής, προκειμένου να το λάβουμε καθυστερημένα τον Μάιο. Οι εργοδότες πρέπει να σκεφτούν τώρα ποιοι θα πάρουν επίδομα και ποιοι θα πληρωθούν με μισθό. Πρόκειται για απόλυτη σύγχυση» συμπληρώνει.

«Αυτό που δεν γνωρίζουμε εμείς οι εργαζόμενοι είναι αν οι ιδιοκτήτες των παιδικών σταθμών οφείλουν να κρατήσουν μια γραμμή ή ο καθένας θα κάνει ό,τι θέλει και περιμένουμε τις ανακοινώσεις τους. Μέχρι στιγμής το μόνο που έχουμε λάβει είναι ένα ποσοστό του Δώρου Πάσχα και την αμοιβή για τις 10 πρώτες μέρες του Μαρτίου, όταν και ο παιδικός σταθμός ήταν ανοιχτός», λέει ακόμη.

«Είναι δυνατόν εδώ και ένα μήνα να μην έχουν κατασταλάξει κράτος και εργοδότες πως και αν θα πληρωθούμε;» διερωτάται για να απαντήσει: «Νιώθουμε ότι παίζουν το παιχνίδι του καλού και του κακού, οι μεν κατηγορούν τους δε και εμείς προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει».

«Επιβιώνω με τη βοήθεια της κόρης μου»

Στις συνθήκες της πανδημίας αποκαλύπτεται και ο παραλογισμός των συστημάτων πρόνοιας στη χώρα μας, που δεν δείχνουν καμία κατανόηση στις πληγές που άφησε και συνεχίζει να αφήνει η οικονομική κρίση στην χώρα μας. Έτσι, στην παροχή επιδομάτων από τα κοινωνικά μερίσματα μέχρι και το ΚΕΑ διαπιστώνονται περιπλοκότητες, με αποτέλεσμα άνθρωποι που έχουν πραγματικά ανάγκη για βοήθεια να μην μπορούν να λάβουν καμία. Οι ίδιοι άνθρωποι στις συνθήκες της πανδημίας θα στηριχθούν στους φίλους και τους συγγενείς, αν έχουν και μπορούν να βοηθήσουν.

Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του κ. Χρήστου Γεωργίου, πρώην ασφαλιστή, ο οποίος αν και 72 ετών περιμένει να υποβάλει τα χαρτιά του για σύνταξη, λόγω χρεών που είχε στο πρώην ΤΕΒΕ, από επιχείρηση την οποία προσπαθεί να κλείσει.

«Για πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα, αν και τα εισοδήματά μου είναι μηδενικά, δεν έχω πάρει κανένα επίδομα. Ως ελεύθερος επαγγελματίας ασφαλιστής δεν μπορούσα να καταγραφώ ως άνεργος. Η πρώτη δικαιολογία για την απουσία οποιουδήποτε επιδόματος ήταν ότι είμαι φιλοξενούμενος στο σπίτι της κόρης μου. Στη συνέχεια όταν μου έκανε παραχώρηση η κόρη μου το 50% του σπιτιού, επειδή φαίνεται ότι συγκατοικώ με την άλλη κόρη μου, τα εισοδήματα ήταν μεγαλύτερα από αυτά που πρέπει να έχει κάποιος και έτσι πάλι δεν το έλαβα» μας εξηγεί.

«Ο μόνος τρόπος για να επιβιώσω είναι η βοήθεια της κόρης μου. Δεν έχω τίποτα στο όνομά μου και, όσο παράλογο και αν φαίνεται, δεν λαμβάνω καμία βοήθεια. Αν δεν είχα το σπίτι της κόρης μου θα ήμουν στο δρόμο. Εν μέσω πανδημίας έτυχε να ζήσω και ένα ακόμη παράλογο, να μου κόψουν το Κοινωνικό Τιμολόγιο στο νερό με τη δικαιολογία ότι δεν έχω Κοινωνικό Τιμολόγιο στη ΔΕΗ, ενώ το δικαιούμουν. Και όλα αυτά χωρίς καμία ενημέρωση. Η συμπεριφορά τους είναι απαράδεκτη, είναι θέμα αρχής», προσθέτει.

«Ενώ θα έπρεπε να είναι κριτήριο για κάθε τύπου βοήθεια τα εισοδήματα, μάς λένε ότι μπορούμε να ζήσουμε δύο άτομα με 3.600 ευρώ το χρόνο, επειδή το ένα ακόμη δουλεύει. Δεν ξέρω ποιοι δικαιούνται τελικά κάποια ενίσχυση», μας λέει στη συνέχεια ο κ Γεωργίου.

Όσον αφορά στα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, εκτιμά ότι ήταν σωστά εκ του αποτελέσματος που προς το παρόν δείχνει μικρή εξάπλωση του ιού. Όσον αφορά όμως στις οικονομικές επιπτώσεις που θα έχουν στις ζωές των ανθρώπων, σύμφωνα με τον ίδιο, «θα είναι καταστροφικές και μετά θα αρχίσουμε να μετράμε τις πληγές».

«Τους ήρωες δεν τους πληρώνεις με 300 ευρώ»

Ο Δημήτρης εργάζεται σε σουπερμάρκετ της ανατολικής Θεσσαλονίκης και μας περιγράφει την ενταντικοποίηση που βιώνει ο ίδιος και οι συνάδελφοι του από τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση του κορονοϊού. «Δουλεύουμε σαν τρελοί, προσπαθούμε να εφοδιάσουμε τα ράφια και τα ψυγεία και τρέχουμε στις αποθήκες», λέει και σημειώνει ότι αυτό που αγχώνει τους εργαζόμενους στο σουπερμάρκετ είναι η μεγάλη αυτή πίεση που διαρκεί ήδη αρκετές εβδομάδες και έχει αντίκτυπο στην ψυχική και σωματική τους υγεία.

Τραγελαφικό φαντάζει, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι οι διοικήσεις των καταστημάτων ζητούν επιτακτικά από τους υπαλλήλους τους να είναι ευδιάθετοι και χαμογελαστοί απέναντι στους πελάτες, ενώ βιώνουν καθημερινά εδώ και εβδομάδες αυτή την μεγάλη ψυχολογική και σωματική πίεση.

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία εργασιακής επισφάλειας για τον χώρο των σουπερμάρκετ είναι το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εργαζομένων σε αυτά απασχολείται με τετράωρες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, κάτι που σημαίνει ότι εργάζονται για 300 με 400 ευρώ καθαρά. «Τώρα τελευταία μας λένε ήρωες επειδή δουλεύουμε σε αυτές τις συνθήκες, έναν ήρωα όμως δεν τον πληρώνεις με 300 ευρώ», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης.

Σε σχέση με τα μέτρα ασφαλείας εντός των καταστημάτων η κατάσταση μοιάζει απελπιστική για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες σε αυτά. «Εδώ και επτά εβδομάδες δεν έχουν γίνει απολυμάνσεις στα καταστήματα και τις αποθήκες», σημειώνει ο Δημήτρης, μεταφέροντας παράλληλα την ενημέρωση που έχει από το Συνδικάτο του ότι υπήρξαν υπάλληλοι με συμπτώματα κορονοϊού σε αποθήκες τροφίμων. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ γνωστό. «Τους είπανε να κάτσουν σπίτι για 14 μέρες και να μην το πουν πουθενά».

Δεν είναι λίγα τα σουπερμάρκετ που, ακόμα και σήμερα, δεν παρέχουν μάσκες στους εργαζομένους και δεν έχουν προχωρήσει στην τοποθέτηση προστατευτικών στα ταμεία. Σε σχέση με τα μέτρα που έχει εξαγγείλει ο ΕΟΔΥ για τις εν λειτουργία επιχειρήσεις, ο Δημήτρης λέει κατηγορηματικά ότι δεν τηρείται το μέτρο «ένας πελάτης ανά 15 τετραγωνικά μέτρα», με αποτέλεσμα να δημιουργείται συνωστισμός στα ψυγεία τυριών και κρεάτων, καθώς και στις ουρές στα ταμεία.

Παράλληλα έχουν υπάρξει απειλές των εταιρειών να μην γίνει χρήση της ειδικής γονικής άδειας, επειδή τα καταστήματα έχουν πολλή δουλειά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχουν κοπεί ρεπό και άδειες, σε συνδυασμό με πολλές απλήρωτες υπερωρίες.

Οι εργαζόμενοι στα σουπερμάρκετ καταγγέλλουν τους εργοδότες τους για μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας για τους ίδιους αλλά και για τους πελάτες. Όπως επίσης σημειώνουν, πρόκειται για επιχειρήσεις που έχουν κερδίσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, ωστόσο έχουν πραγματοποιήσει ελάχιστες προσλήψεις με συμβάσεις ορισμένου χρόνου λίγων ημερών ή μηνών, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται καθημερινά. Παράλληλα καταγγέλλουν την κυβέρνηση για απουσία ελέγχου των συνθηκών εργασίας και των παραβιάσεων της εργατικής νομοθεσίας.

Οι φροντιστηριάρχες έχουν διπλά κέρδη εν μέσω πανδημίας

Για «κοροϊδία» των ιδιοκτητών φροντιστηρίων στις πλάτες των εργαζομένων κάνει λόγο από την μεριά του ο αντιπρόεδρος του Σωματείου Μισθωτών Εκπαιδευτικών Θεσσαλονίκης Γιώργος Γεωργιάδης καθώς, όπως λέει, η συντριπτική πλειοψηφία των φροντιστηρίων φαίνεται ότι έχουν περάσει σε καθεστώς αναστολής λειτουργίας, ωστόσο το σύνολο των μαθημάτων τους συνεχίζεται κανονικά μέσω τηλεμαθημάτων. Έτσι, έχουν βγάλει τους εργαζόμενους τους σε αναστολή εργασίας και παράλληλα συνεχίζουν να πληρώνονται τα δίδακτρα από τους πελάτες τους.

Αυτό σημαίνει πως οι καθηγητές δεν έχουν διαβεβαιώσεις για το αν θα πληρωθούν τις ώρες για τις οποίες εργάστηκαν.

Την συγκεκριμένη «κοροϊδία» φαίνεται πως διαπίστωσε και το υπουργείο Παιδείας, το οποίο με νέα εγκύκλιο του κάλεσε τα ιδιωτικά φροντιστήρια να δηλώσουν εκ νέου αν έχουν μπει σε διαδικασία αναστολής ή όχι, χωρίς βέβαια να έχει υπάρξει κάποιος σχετικός έλεγχος. Έτσι οι φροντιστηριάρχες, παρά την νέα εγκύκλιο, μπορούν να συνεχίσουν με την ίδια λογική.

Όπως μας λέει ο κ. Γεωργιάδης, σε αυτή τη συνθήκη της πανδημίας όπου οι εργοδότες προχωρούν σε παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων, το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας υπολειτουργεί ακόμα περισσότερο, αντί να προχωρά σε ελέγχους στις επιχειρήσεις.

Το Σωματείο Μισθωτών Εκπαιδευτικών Θεσσαλονίκης ζητά να σταματήσουν τα μαθήματα μέσω του διαδικτύου, καθώς, όπως τονίζει, η συγκεκριμένη διαδικασία δεν αναπληρώνει την δια ζώσης διδασκαλία. Παράλληλα υπενθυμίζει ότι για ακόμη μια χρονιά οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου λήγουν τον Ιούνιο, με αποτέλεσμα να αισθάνονται πιο ανασφαλείς απέναντι στους εργοδότες τους, καθώς η στάση τους απέναντι στην εργασιακή αυθαιρεσία της περιόδου μπορεί να κρίνει το αν θα έχουν εκ νέου εργασία από τον Σεπτέμβρη. Τέλος, το Σωματείο ζητά να ενταχθούν όλοι οι μισθωτοί εκπαιδευτικοί στο ταμείο ανεργίας για τους καλοκαιρινούς μήνες, ανεξάρτητα από τη σύμβαση εργασίας τους.

Θολές οι γραμμές των οριζόντων

Ο Αλέξανδρος είναι ναυτικός και εργάζεται πέντε μήνες το χρόνο σε τουριστικό σκάφος σε νησί του Ιονίου. Ήδη και πριν την κρίση του κορονοϊού αντιμετώπιζε προβλήματα για να ενταχθεί στο ταμείο ανεργίας τους υπόλοιπους μήνες, καθώς ο ΟΑΕΔ δεν δίνει το επίδομα ανεργίας σε όσους είναι ασφαλισμένοι στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ).

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο, οι άνεργοι ναυτικοί έλαβαν 300 ευρώ ως Δώρο Πάσχα το οποίο, όμως, ο ίδιος δεν έλαβε, γιατί απαιτούνται τουλάχιστον πέντε χρόνια υπηρεσίας ή 24 μήνες υπηρεσίας τα τελευταία πέντε χρόνια. «Εγώ έχω καταγράψει υπηρεσία για κάτι παραπάνω από τέσσερα χρόνια και 22 μήνες τα τελευταία πέντε χρόνια και άρα δεν το δικαιούμουν», σημειώνει και συμπληρώνει πως: «Επειδή η εργασία μου ξεκινάει τον Μάιο, δεν δικαιούμαι καμία κρατική βοήθεια. Επειδή όμως δεν δικαιούμαι και επίδομα ανεργίας ως ασφαλισμένος στο ΝΑΤ, δεν μπορώ να λάβω το επίδομα του κορονοϊού ως άνεργος».

Το επάγγελμα του, όπως και όλα τα τουριστικά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα υποστεί πλήγμα. «Κανείς δε ξέρει αν και πότε θα ξεκινήσει η τουριστική περίοδος. Επιπλέον, ο κλάδος μας βρίσκεται έξω από κάθε πρόβλεψη βοήθειας που αφορά τα τουριστικά επαγγέλματα. Για εμάς ο ορίζοντας είναι πραγματικά θολός».

Απάντηση στην κρίση με αλληλεγγύη

Είναι ξεκάθαρο ότι όσο και αν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης προσπαθούν να μας πείσουν για το αντίθετο, τα μέτρα της κυβέρνησης καλύπτουν ελάχιστα, έως καθόλου, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας που για ακόμη μια φορά δέχεται επίθεση στους όρους διαβίωσής της. Οι παραπάνω μαρτυρίες των ανθρώπων που παλεύουν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν με όρους αξιοπρέπειας το αποδεικνύουν με τον πιο δυσάρεστο τρόπο.

Η πανδημία του κορονοϊού είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα χρησιμοποιηθεί από τους εργοδότες για περαιτέρω συμπίεση και αναδιάρθρωση των εργασιακών συνθηκών στη χώρα, μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης και εξαθλίωσης. Μόνη απάντηση μπορεί να είναι η από τα κάτω οργάνωση των κοινωνικών αγώνων και της αλληλεγγύης.

Σταυρούλα Πουλημένη, Ιάσων Μπάντιος

Φωτογραφία: Δημήτρης Τοσίδης

*Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος το αρμόδιο Υπουργείο ανακοίνωσε ότι για το επίδομα δεν αναφέρονται άλλες προϋποθέσεις πλην της αρνητικής, δηλαδή να μην έχουν λάβει οι δικαιούχοι τακτική επιδότηση ανεργίας.

Ο Σύλλογος συμπεραίνει «ότι θα επιδοτηθούν όλοι οι μουσικοί, τραγουδιστές, ηχολήπτες – τεχνικοί και συναφή επαγγέλματα, ανεξαιρέτως, με το επίδομα των 800€».

Με δεδομένο ότι οι σύλλογοι και τα σωματεία θα εκδώσουν τις απαιτούμενες βεβαιώσεις των μελών τους, θεωρούν ότι η καταβολή της επιδότησης είναι αυτονόητη για το χρονικό διάστημα που ξεκινά από τον Μάρτιο.

Έτσι, ο Σύλλογος περιμένει απάντηση ρωτώντας εάν υπάρχουν περαιτέρω διευκρινίσεις, διότι γίνεται αποδέκτης πληθώρας μηνυμάτων από εργαζόμενους στο θέαμα-ακρόαμα, οι οποίοι εκφράζουν την έκδηλη ανησυχία και τις απορίες τους.