Οι Αγανακτισμένοι του 2011 δεν ήταν Μακεδονομάχοι του 2018

Οι πλατείες των «Αγανακτισμένων» ξεκίνησαν στο Σύνταγμα στις 25 Μαΐου του 2011: ήταν λίγες μέρες μετά τα (ανενόχλητα) χρυσαυγίτικα πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας, που ακολούθησαν τη δολοφονία του Μανόλη Καντάρη. Εκείνες τις μέρες είχαμε κάθε λόγο να ανησυχούμε μήπως οι κινητοποιήσεις του Συντάγματος ήταν συνέχεια των πογκρόμ με άλλα μέσα: τις πρώτες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα τις υποστήριζε θερμά ο ΣΚΑΪ (καθότι τάσσονταν κατά του «Τζέφρι» [sic] Παπανδρέου…), οι συγκεντρωμένοι κρατούσαν ελληνικές σημαίες και, στην πλειοψηφία τους, οι ίδιοι ήταν εχθρικοί στην παρουσία κομμάτων και συνδικάτων. Το πανό των εναεριτών της ΔΕΗ και, αν θυμάμαι καλά, και του ΚΚΕ μ-λ, είχαν άσχημη τύχη.

Γράφει ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

Αν τα πράγματα άλλαξαν ριζικά, ήταν χάρη στη δραστική παρέμβαση τμημάτων της Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου – τμημάτων: ούτε όλη η Αριστερά συμμετείχε στο Σύνταγμα, ούτε όλοι οι αναρχικοί. Όσοι ήμασταν, μοιράσαμε και σηκώσαμε σημαίες της Ισπανίας, για να θυμίζουν τους Ισπανούς της Πουέρτα ντελ Σολ, και αραβικές, γιατί το 2011 ήταν η χρονιά των εξεγέρσεων της αραβικής Άνοιξης. Ο κόσμος που πρωταγωνιστούσε στην αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας της Υπατίας, μετά τη νίκη του αγώνα εκείνου ανέβηκε στο Σύνταγμα. Χάρη στην πολύωρη παρουσία του στην πλατεία, ένα μήνα μετά οι «Αγανακτισμένοι» συναντιούνταν με τα συνδικάτα, την Αριστερά και τους αναρχικούς, σε μια εμβληματική απεργιακή διαδήλωση ενάντια στο Μεσοπρόθεσμο, στις 28 και 29 Ιουνίου: ήταν η κινητοποίηση που ανάγκασε σε παραίτηση τον Παπανδρέου, πνίγηκε στα χημικά, και υπέστη κτηνώδη βία από τους ένστολους ναζί της ΔΕΛΤΑ. Ήταν η κινητοποίηση που έθεσε με μαζικούς όρους το κοινωνικό, όχι το «εθνικό», ζήτημα.

Σε όλες τις φάσεις των Αγανακτισμένων, η Χρυσή Αυγή ήταν άφαντη. Στην αρχή πέταξε κάποια τρυκάκια – και έφυγε. Όπως σημείωνε εκείνες τις μέρες το Βήμα (5.6.2011), οι χρυσαυγίτες τη θεωρούσαν «καρναβάλι προοδευτικών»: ανάλογες δηλώσεις της Χρυσής Αυγής θύμισε το καλό βίντεο του Infowar. Πολύ αργότερα, το Νοέμβρη του 2012, ο Κασιδιάρης εξηγούσε: «Επίτηδες η Χρυσή Αυγή δεν κατεβάζει οργανωμένα μπλοκ στις συγκεντρώσεις του Συντάγματος. Επίτηδες, γιατί αν κατέβουμε εμείς οργανωμένα, θα εμφανίσουν ένα ρεμάλι, ξέρουν αυτοί ποιούς, να μας πετάξει μια μολότοφ, θα κάνουμε έναν από αυτούς κομμάτια και μετά θα λένε για μήνες μακριά απ’τη Χρυσή Αυγή…» (OMNIA, 6.2.2018). Οι πλατείες είχαν εθνικιστές και πρώην ψηφοφόρους των κομμάτων εξουσίας που φώναζαν «κρεμάλα στους πολιτικούς»: ήταν, όμως, έδαφος απόλυτα εχθρικό για τους ναζί. Διόλου τυχαία, οι Αγανακτισμένοι ανέβασαν την τότε αντιμνημονιακή Αριστερά: το Πολιτικό Βαρόμετρο της Public Issue για τον Ιούλιο του 2011 έδινε στον ΣΥΡΙΖΑ 9% - δηλαδή άνοδο κατά 2,5 μονάδες. Στην ίδια έρευνα, η Χρυσή Αυγή ήταν ανύπαρκτη.

Από πού ξεκίνησε το ψέμα ότι οι ναζί …«αγανάκτησαν» το 2011; Σε ένα άρθρο του στα «Ενθέματα» της Αυγής (16.9.2012), ο Αντώνης Λιάκος αποδίδει την πατρότητα του ψεύδους στον ιστορικό Νίκο Μαραντζίδη: «Η Χρυσή Αυγή γεννήθηκε στον Άγιο Παντελεήμονα, αλλά μεγάλωσε και νομιμοποιήθηκε πολιτικά στην πλατεία Συντάγματος», έγραφε εκείνος στην Καθημερινή (20.5.2012). Τη σκυτάλη θα έπαιρναν και άλλοι στην Κεντροαριστερά, όπως ο Γιάννης Βούλγαρης, καταγγέλλοντας τη «συνύπαρξη επί εβδομάδες “Αγανακτισμένων” ακροδεξιών και ακροαριστερών στην Πλατεία Συντάγματος» («Γιατί είναι επικίνδυνη η Χρυσή Αυγή», Τα Νέα, 15.9.2012).

Όλοι τους ήθελαν να ξεχάσουν την ενοχλητική αλήθεια: η δημοσκοπική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής άρχισε τον Φεβρουάριο του 2012, όταν δηλαδή ο ακροδεξιός ΛΑ.Ο.Σ προσκλήθηκε να συγκυβερνήσει με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υπό τον Παπαδήμο, και συγκεκριμένα, όταν η Βουλή ψήφιζε το δεύτερο μνημόνιο. Όπως εξηγούσε ο Γιάννης Μαυρής, «στις πρώτες εκλογές, 4 στους 10 ψηφοφόρους του νεοπαγούς κόμματος (41%) προήλθαν από τη ΝΔ, 2 στους 10 (20%) από το ΠΑΣΟΚ  και 1 στους 10  (9%) από τον ΛΑΟΣ». («Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής», Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.2013). Η Χρυσή Αυγή ήταν μέρος του λαού της Δεξιάς, δηλαδή του λαού της ιδιοκτησίας: γι’ αυτό συνομιλούσε συστηματικά με τον Μπαλτάκο, γι’ αυτό είχε πλήρη κάλυψη από την Αστυνομία, γι’ αυτό η ίδια διαδήλωνε με τη ΝΔ στις «πλατείες» του Μακεδονικού, γι’ αυτό και ο Κασιδιάρης βρέθηκε στις ίδιες συγκεντρώσεις με βουλευτές της Δεξιάς επί Ποντιακού ή στη Βικτώρια. Η Χρυσή Αυγή δεν ήταν «λαός» ή «λαϊκισμός», όπως επιμένουν στη Δεξιά να την προβιβάζουν, για λόγους ψηφοθηρίας ή απλά αντικομμουνιστικής αλληλεγγύης: ήταν λαός-παρακράτος.

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα σταμάτησε πρόσκαιρα το κρατικό ψέμα ότι οι ναζί ήταν μέρος της αντιμνημονιακής Αγανάκτησης. Κι όμως, λίγα εικοσιτετράωρα πριν από την απόφαση, το επανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο γνωστό αφιέρωμα της Εφημερίδας των Συντακτών για το «Τείχος της Δημοκρατίας»: «Ο πολιτικός κόσμος [α]δράνησε μπροστά στον κίνδυνο που αναπτυσσόταν στα θολά νερά των "αντιμνημονίων" […] και στις πλατείες των "αγανακτισμένων"» (3.10.2020). Αποκεί, μέχρι το πρωτοσέλιδο του Πρώτου Θέματος μετά την ιστορική καταδίκη των ναζί, απείχαμε απλά λίγες μέρες.

Αφορμή για το σημείωμα αυτό είναι η αθλιότητα του Πρώτου Θέματος. Η αθλιότητα αυτή, ωστόσο, δεν κάνει λιγότερο ενοχλητικές τις κοκορομαχίες ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ γύρω από τη Χρυσή Αυγή, την αυτάρεσκη φλυαρία του Σταύρου Κοντονή, τις απαράδεκτες δηλώσεις Λαφαζάνη, ή το ανόητο πρωτοσέλιδο της Κυριακάτικης Αυγής. Αν και διαφορετικής τάξης, όλα αυτά είναι πολύ ενοχλητικά, γιατί κρύβουν το μείζον: αφενός μια ιστορική καταδίκη – αφετέρου τη φασιστική τάση μέσα στο κράτος και την κοινωνία, που είναι επείγον να αντιμετωπιστεί, γιατί θα την ξαναβρούμε μπροστά μας: ως δύναμη κρούσης εναντίον καταλήψεων, ως τάγματα εναντίον μεταναστών, ως μονάδες επιχειρησιακής στήριξης της Αστυνομίας, ως μηχανισμό εκτροπής κοινωνικών αντιστάσεων στη νέα φάση της κρίσης.