Ο ξένος, ο στασιαστής, ο πρόσφυγας. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Δημήτρης Χριστόπουλος, Αν το προσφυγικό ήταν πρόβλημα, θα είχε λύση, Πόλις 2020, σ. 224

Υπάρχουν πολλοί ειλικρινείς αγωνιστές που έχοντας ζήσει αλλά και ενεργά πολεμήσει τον φασιστικό εφιάλτη, κατατρύχονται απ’ αυτόν, σε σημείο που συχνά υποχωρούν αυτόματα, βλέποντας το φάσμα να ξεπηδά στο τέλος της διαδρομής. Αντίθετα, είναι επίσης σωστό, αν λιγάκι έχουμε διδαχθεί από την ιστορία, ότι το ζήτημα του φασισμού είναι επίκαιρο, ότι πρέπει να το δούμε σοβαρά και να το χειριστούμε σωστά

Νίκος Πουλαντζάς, Φασισμός και δικτατορία 2006 [1970], σ. 401

 

Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, οι φοιτητές της Φιλοσοφικής παίρναμε στο δεύτερο έτος ένα μονόχρωμο γαλάζιο βιβλίο με τίτλο Παθολογία Πολιτευμάτων. Ο συγγραφέας του, ο Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης, το είχε γράψει όλο στην καθαρεύουσα, και με εκτενή παραθέματα αρχαίων κειμένων, επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο, προς εμπέδωση, ότι τα πολιτεύματα κακοπαθαίνουν εξαιτίας των ίδιων πάντα πολιτικών κακών: του στασιαστή και του ξένου.

Ήταν, από κάθε άποψη, ένα αφόρητο βιβλίο. Αλλά στα επόμενα χρόνια, καθώς το προσφυγικό γινόταν βασικό κεφάλαιο στην εγχώρια και τη διεθνή πολιτική, μπορούσες να εκτιμήσεις την αλήθεια του: ο φόβος του στασιαστή και του ξένου –ένας φόβος δημόσιας τάξης ή «ασφάλειας» (securitization ο διεθνής όρος – βλ. σ. 111), και μαζί ένας φόβος πολιτισμικός, για την «ταυτότητα» και τον «τρόπο ζωής» μας–, στοίχειωνε πάντα τον αστικό κόσμο, τους διανοούμενους και το πολιτικό προσωπικό του. Με λίγες εξαιρέσεις, αυτή η πολιτική ψυχοπαθολογία έγινε φάρος για την πολιτική στο προσφυγικό για τις περισσότερες κυβερνήσεις στην Ευρώπη. Ειδικά στην Ελλάδα, το κράτος δεν ξέχασε πως ο στασιαστής και ο ξένος ενοποιήθηκαν πράγματι σε μια στιγμή κρίσης, όταν δηλαδή το ΕΑΜ μεγαλούργησε στις προσφυγογειτονιές της Αθήνας, όπου οι πρόσφυγες δεν είχαν να χάσουν πολλά. Όσοι από τους «τουρκόσπορους», όπως τους έλεγαν, δεν είχαν αξιωθεί τα «ωφελήματα» της Επιτροπής Αποκαταστάσεως –πληθυσμός που έφτασε το 1/10 της πρωτεύουσας–, ζούσαν σε «άθλιες παραγκούλες από παληόξυλα κατασκευασμένες, από σκουριασμένους τενεκέδες και ποικίλα υλικά που ανασύρονται συνήθως από σωρούς σκουπιδιών»1.

«Δεν μπορούμε», παρατηρεί ο Χριστόπουλος, «να περιμένουμε, σε μαζικό επίπεδο, συμπεριφορές που θα υπαγορεύονται αποκλειστικά από αυτή τη μνήμη» (σ. 53). Αυτή η μνήμη, όμως, τονίζει πόσο ανυπόστατος είναι ο ιδεολογικός μύθος του αυτοχθονισμού, που αποδομεί ο ο συγγραφέας: το ελληνικό έθνος υπήρξε, λέει, ακριβώς επειδή «αλλοιώθηκε». Τότε γιατί ο ξένος θεωρείται απειλή για την ταυτότητα και τον τρόπο ζωής μας; Γιατί ο στασιαστής είναι κίνδυνος για την ασφάλεια, που στοιχειώνει ακόμα στην ενδοχώρα ή τα νησιά;

Ίσως χρειάζεται να σκεφτούμε ποιος δίνει τον τόνο αυτού του διπλού φόβου για τον ξένο/στασιαστή. Τα πανό στη Μυτιλήνη και την Αθήνα, «είμαστε οι ιδιοκτήτες της χώρας», δίνουν μια πρώτη απάντηση. Το πρόσφατο «Σχέδιο Αγνοδίκη», για την αντιμετώπιση της επιδημικής κρίσης στα κέντρα υποδοχής προσφύγων στα νησιά, κωδικοποιεί το φόβο των «ιδιοκτητών»: με τα πρώτα κρούσματα στην Ελλάδα, η βασική ανησυχία του ελληνικού κράτους δεν ήταν πώς θα προστατευτούν οι πρόσφυγες από τον κορονοϊό – αλλά πώς θα αποτραπούν πιθανές εξεγέρσεις, δηλαδή «στάσεις», καθώς οι εγκλωβισμένοι παρέμεναν με το ζόρι συνωστισμένοι σε άθλιες συνθήκες.

Έτσι που κάθε στιγμή μπορεί να γίνει «στιγμή κρίσης», είναι από την κρίση του περασμένου Φλεβάρη στον Έβρο που ξεκινά το βιβλίο του ο Δημήτρης Χριστόπουλος. Ενώ ακόμα και στην Αριστερά διολισθαίνουν στη θεωρία του «τουρκικού δάκτυλου» («κερασάκι», εδώ, τα συγχαρητήρια Τσίπρα και Μουζάλα στην κυβέρνηση, στις αρχές Μαρτίου), ο συγγραφέας θυμίζει νηφάλια πως η εργαλειοποίηση των προσφύγων από τον Ερντογάν είναι έργο πρωτογενώς ευρωπαϊκό:

Το χέρι του Τούρκου Προέδρου είναι οπλισμένο από την ευρωπαϊκή ποταπότητα που του επέτρεψε να μετατρέψει την παρουσία των Σύρων και άλλων προσφύγων στο μεγαλύτερο διπλωματικό του όπλο (σ. 16-17).

Η προφανής αυτή θέση παραμένει εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην Ελλάδα. Να, λοιπόν, ο πρώτος λόγος που μας αφορά το βιβλίο του Χριστόπουλου: Για όσους τοποθετούνται από αυτή την πλευρά, το προσφυγικό προσφέρει χρόνια τώρα ματαιώσεις. Όχι γιατί αυτά που λένε –που λέμε– είναι «ακραία». Αλλά γιατί, ιδίως μετά το 2008, το προσφυγικό –όπως η ιθαγένεια και το Μακεδονικό, όπου ο Χριστόπουλος συνέβαλε τα μέγιστα με λόγο και πράξη–, έγιναν τα προνομιακά πεδία για δυνάμεις από τα δεξιά της Κεντροαριστεράς ως την Ακροδεξιά: πεδία διεκδίκησης της ηγεμονίας, με όρους μαζικής προπαγάνδας και μαζικής κινητοποίησης –πεδία ανασυγκρότησης των κρατικών μηχανισμών, από τη διοίκηση ως την αστυνομία και το στρατό. Μια συμβολή, λοιπόν, ξανά σε δύσκολη στιγμή, είναι σημαντική από μόνη της. Εξηγεί ο συγγραφέας:

Με ενοχλεί πολύ το γεγονός ότι σε κάποια ελληνικά νησιά, το 2020, «οι μετανάστες κάνουν ουρές για ψωμί, ενώ οι τουρίστες απολαμβάνουν χταπόδι στα κάρβουνα» (σ.σ.: τίτλος φετινού άρθρου της Washington Post) […] Με τρομάζει το ότι ομάδες ένοπλων πολιτών περιπολούν στον Έβρο για να συνδράμουν, σε κλίμα ομοψυχίας, τον ελληνικό στρατό και την αστυνομία […] Και ο φόβος μου αφορά όχι μόνο το μέλλον των προσφύγων, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο: τη δυνατότητά μας να ζούμε με ασφάλεια σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου (σ. 19).

Αν κρίνεται όντως κάτι τόσο σοβαρό, τότε ό,τι έχουμε να πούμε πρέπει να το ακούσουν, αν γίνεται, όλοι: ακόμα και κάποιοι στις τάξεις των αντιπάλων μας. Γι’ αυτό και «οι σελίδες του [βιβλίου] απευθύνονται στο ευρύτερο δυνατό κοινό και, γι’ αυτό γράφτηκε χωρίς πολλές ή μεγάλες υποσημειώσεις» (σ. 19).

Για δεύτερη φορά μετά το 2018 –μετά, δηλαδή, το βιβλίο που έγραψε ο Χριστόπουλος για το Μακεδονικό, μαζί με τον Κωστή Καρπόζηλο–, ένας πανεπιστημιακός δεν θεωρεί πλήγμα στο ακαδημαϊκό πρεστίζ του, ή έκπτωση στις απόψεις του, να γράψει για πολύ κόσμο. Η έκδοση το πιστώνεται ήδη: το βιβλίο είναι εβδομάδες τώρα στα ευπώλητα – και έντυπα ακραιφνώς συντηρητικά θεωρούν υποχρέωσή τους να ασχοληθούν, ενίοτε μάλιστα ευμενώς.

Το βλέμμα στην «εφαρμοσμένη πολιτική»: τη διοίκηση

Μπορείς να είσαι θυμωμένος, ενοχλημένος και τρομαγμένος, και εντούτοις να γράφεις νηφάλια; Αυτός είναι ο στόχος του βιβλίου: αν το προσφυγικό εξάπτει πάθη, επιδίωξη του Χριστόπουλου είναι ο εξορθολογισμός των παθών – η ένταξη του προσφυγικού στο πλαίσιό του, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές. Αυτό ακριβώς είναι που δεν επιτρέπει η μιντιακή διαχείρισή του και ο κυρίαρχος «παροντισμός»: να σκεφτούμε διαχρονικά, δηλαδή να σκεφτούμε το πλαίσιο.

Υποστηρίζοντας ότι «Το καλοκαίρι του 2015 δεν έπεσε, λοιπόν, από τον ουρανό» (κεφάλαια 3, 4 και 5), ο Χριστόπουλος εξηγεί ότι οι δραματικές αναλύσεις περί προσφυγικής κρίσης δεν έχουν τίποτα το πειστικό: η ελληνική διοίκηση κράτησε σε θέση ανασφάλειας τους νεοεισερχόμενους μετανάστες τη δεκαετία του ’90, έκανε ό,τι μπορούσε για να εγκλωβίσει σε Πάτρα και Ηγουμενίτσα τη δεκαετία του 2000, και απέφυγε όπως ο διάβολος το λιβάνι να οργανώσει την υποδοχή των προσφύγων πολύ πριν τις μαζικές αφίξεις του 2015. Τουλάχιστον μια δεκαετία πριν, μια κυνική «Ευρώπη» συμμαχούσε, την ίδια περίοδο, με το διάβολο –με αυταρχικά καθεστώτα της Αφρικής, όπως το λιβυκό, και εντέλει με την Τουρκία–, για να σταματήσει το δρομολόγιο των απελπισμένων στην εκκίνηση. Και για να τους κατευθύνει, για τις «πρώτες βοήθειες», στον ευρωπαϊκό Νότο. Αυτό είναι το περίγραμμα της κρίσης υποδοχής. Και την Άνοιξη του 2015, οι προϋποθέσεις αυτής της κρίσης στην Ελλάδα συνοψίζονταν ως εξής:

Ελάχιστα κέντρα κράτησης και σχεδόν κανένα κέντρο υποδοχής, απολύτως κανένα κέντρο φιλοξενίας αιτούντων άσυλο ή αναγνωρισμένων προσφύγων, υποτυπώδης διαλογή και σήμανση των νεοεισερχόμενων, μια Υπηρεσία Ασύλου εγκλωβισμένη στη γραφειοκρατία της συγκρότησής της (σ. 140).

Ο ανθρωπισμός δεν αρκεί

Η εικόνα αυτή ήταν η υλοποίηση ενός αφελώς καθησυχαστικού ανθρωπιστικού ισχυρισμού: «εφόσον οι άνθρωποι αυτοί [σ.σ.: οι πρόσφυγες] ήρθαν εδώ για να φύγουν, οι υποχρεώσεις μας απέναντί τους περιορίζονται σε τούτο μόνο: να μην πνιγούν καθώς έρχονται και, κατόπιν, να τους διευκολύνουμε να φύγουν» - σ. 141). Το περίφημο: «να τους δώσουμε χαρτιά».

Είναι ακριβώς εδώ που εμφανίζεται η ταξικότητα του προσφυγικού. Κάνοντας το βίο των προσφύγων αβίωτο, το κράτος δηλώνει τη στρατηγική επιλεκτικότητά του, για να θυμηθούμε τον Πουλαντζά: οι πολιτικές μαζικής κράτησης, η μαζική απόρριψη των αιτήσεων ασύλου, είναι η άρνηση της υποδοχής – και της αναδιανομής που απαιτεί αυτή, για να ενταχθούν οι πρόσφυγες στην εργασία, να πάνε τα παιδιά τους σχολείο και να έχουν τις υπηρεσίες υγείας που χρειαζόμαστε κι εμείς. Αυτό, λοιπόν, είναι το δίλημμα που αντιμετωπίζει όποιος ασχολείται πολιτικά με το προσφυγικό: πώς να κινητοποιήσει για ένα θέμα ταξικό, όπως παραδέχεται στο βιβλίο ο Χριστόπουλος: «αν κάτι μας φταίει στο βάθος, είναι η ανισότητα» (σ. 196). Πώς, όταν πολλές «ταξικές δυνάμεις» δεν αντέχουν την αναμέτρηση με τους «νόμους της εθνικής οικονομίας» – και όταν «δημοκρατικές δυνάμεις» υποκλίνονται στα εθνικά/αντιπροσφυγικά αυτονόητα της κρατικής διαχείρισης, όπως συμβαίνει με το φράχτη στον Έβρο. Ο Χριστόπουλος επιμένει, μαζί με τον πάπα Φραγκίσκο: «Οι φράχτες διαιρούν τους ανθρώπους και, όταν οι άνθρωποι διαιρούνται, γίνεται πόλεμος». Ή φασισμός – πόλεμος μέχρις εξόντωσης κατά του στασιαστή και του ξένου. Πόλεμος εναντίον όλων.

Αντί επιλόγου: το δίλημμα του Ασουάνγκ

Το χάρηκα το βιβλίο του Χριστόπουλου: για τη μεροληψία και τη νηφαλιότητά του, την ευρεία απεύθυνση και την έγνοια για τη συγκεκριμένη πολιτική, τη μέριμνα για την «προγραμματική θέση» και την ωραία γραφή. Το χάρηκα, παρά την εντύπωση που είχα κάποτε ότι προσπαθεί να επινοήσει έναν χώρο πέρα από τις «υπερβολές» της Δεξιάς και της Αριστεράς, ως χώρο εφαρμόσιμης πολιτικής στο προσφυγικό. Λέω για «επινόηση», που είναι βεβαίως τέχνη, γιατί, όπως ξέρει κι ο ίδιος, αν δυσκολευόμαστε στο προσφυγικό, δεν είναι κυρίως λόγω άτεχνων εκατέρωθεν «υπερβολών»: είναι λόγω της «συνέχειας» και επιλεκτικότητας του κράτους. Αυτή η επίγνωση μας φέρνει διαρκώς μπροστά στο ίδιο δίλημμα: «(αντικρατική) περιθωριοποίηση ή (κρατική) ενσωμάτωση». Το ομολογεί, με τον τρόπο του, ο πρωταγωνιστής του «Ασουάνγκ», αυτού του θαυμάσιου φιλιππινέζικου ντοκυμανταίρ που παίχτηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ της συμπρωτεύουσας – και κέρδισε το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας. Μέλος της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων της χώρας, ο άνθρωπος παραδέχτηκε ότι η σύγκρουση της Επιτροπής με τον αιμοσταγή Ντουτέρτε όφειλε να είναι μετωπική, όταν ανακαλύφθηκαν σε άτυπες φυλακές δεκάδες «εξαφανισμένοι» από το φιλιππινέζικο περιθώριο. Ό,τι επέλεξε η Επιτροπή ήταν ο νομιμόφρων δρόμος της «διαμεσολάβησης», ώστε οι απαχθέντες να κρατηθούν εντέλει στις φυλακές με το γράμμα του νόμου, αντί να αρπάζονται και να αποθηκεύονται παράνομα, ως απλά «περιττοί» – αλλά και αντί απλά να απελευθερωθούν.

__________________

1 Βλ. Σταύρος Μαλαγκονιάρης, «Από τις παράγκες στα προσφυγικά», Εφημερίδα των Συντακτών, 25.9.2016.