Ο Τρότσκι του ελευθεριακού Βικτόρ Σερζ. Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Βικτώρ Σερζ, Λεών Τρότσκι (μτφρ.: Σοφία Σκουλικάρη), Κοχλίας 2004

Μηδενικά όπως ο Ραμόν Μερκαντέρ, ο πράκτορας του ρωσικού Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (ΝKVD) με το ψευδώνυμο Τζάκσον Μορνάρ, που δολοφόνησε τον Τρότσκι στο Μεξικό τον Αύγουστο του 1940, οφείλουν τη θέση τους στην ιστορία μόνο σε αυτό που υπήρξαν τα θύματα των εγκλημάτων τους.

Γιατί όμως έπρεπε να δολοφονηθεί στα εξήντα του ο «Γέρος», ήδη έντεκα χρόνια εξόριστος από τη Ρωσία; Γιατί, ενώ η πολιτισμένη ανθρωπότητα έδινε μάχη ζωής και θανάτου απέναντι στους ναζί;

Ο Βικτόρ Σερζ, ο Βελγορώσος αναρχικός που υπερασπίστηκε με το σώμα και τη γραφή του τη ρωσική επανάσταση –προτού κλειστεί σε στρατόπεδο, από τα πρώτα χρόνια του εκφυλισμού της, και συνδεθεί με τον Τρότσκι–, εξηγεί:

Τον σκότωσαν […] γιατί μπορούσε να ξαναγίνει στ’ αλήθεια πολύ σπουδαίος αν ξανάβρισκε μια μέρα τη γη και τους ανθρώπους της Ρωσίας, τους οποίους ένιωθε σε εξαιρετικό βαθμό. Είχαν αγωνιστεί λυσσαλέα, πριν, για να σκοτώσουν τον μύθο του, έναν μύθο επικών διαστάσεων, θεμελιωμένο ολοκληρωτικά στην αλήθεια (σ. 24).

Η βιογραφία του Τρότσκι, που υπογράφει ο Σερζ, δεν είναι αγιογράφημα: ο Γάλλος εκδότης Φρανσουά Μασπερό έλεγε πως το έργο του Σερζ «είναι απαραίτητο για όποιον δεν θέλει να πεθάνει ηλίθιος από υπερβολική δόση πολιτικά ορθών δευτεραναγνώσεων της Ιστορίας». Ακόμα περισσότερο, ο Σερζ είναι κάποιος που έχει συγκρουστεί με τον Τρότσκι: έχει διαφωνήσει με την καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, τις αγριότητες της πολιτικής αστυνομίας στη Ρωσία, την κριτική του Τρότσκι στο ισπανικό διεθνιστικό POUM. Ο Σερζ είναι ένας ακέραιος συγγραφέας – όχι αγιογράφος: η βιογραφία του Τρότσκι στηρίχθηκε στα απομνημονεύματα της συντρόφισσας του «Γέρου», της Ναταλία Ιβάνοβνα, και μόνο γιατί το θέλησε η ίδια, το βιβλίο φέρει τη δική του υπογραφή. Κάποια απ’ όσα γράφτηκαν εκεί, λέει ο Σερζ, θα είχαν γραφτεί αλλιώς, αν το βιβλίο ήταν μόνο δικό του.

Το θέμα μας, όμως, είναι η δολοφονία του Τρότσκι, η «στρογγυλή» επέτειος της οποίας απασχόλησε φέτος ακόμα και τα πιο ανύποπτα Μέσα (το Πρώτο Θέμα, τη Ναυτεμπορική, το protagon): γιατί ο «Γέρος» δεν μπόρεσε να βρει ησυχία ούτε καν στο Μεξικό; Γράφει η Ναταλία Ιβάνοβνα – παραθέτει ο Σερζ:

Κοντεύει τα εξήντα. Είναι μόνος. Νιώθει πως είναι ο τελευταίος πολεμιστής μιας εξολοθρευμένης λεγεώνας. Με τον τρόπο αυτό, γίνεται για πολλούς ένα σύμβολο, και το ξέρει. Καθήκον του είναι να διατηρήσει […] μια ιστορική αλήθεια, μια αποφασιστική προσδοκία. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι καταδικασμένος. Οι εκτελέσεις της Μόσχας, της Σιβηρίας, του Τουρκεστάν, της Ουκρανίας, οι δολοφονίες της Βαρκελώνης, της Λοζάνης, του Παρισιού καταδικάζουν τον εξόριστο του Μεξικού. Το ξέρει, το ξέρουμε κι εμείς. Από την πρώτη δίκη της Μόσχας, δηλαδή πάνω από τρία χρόνια τώρα, περιμένουμε τους δολοφόνους, είμαστε σίγουροι πως θα έρθουν (σ. 299-300).

Λίγους μήνες πριν από τον τελευταίο Αύγουστο της ζωής του, το βράδυ της 25ης Μαΐου του 1940, ο Τρότσκι ξυπνά από σφαίρες που στοχεύουν στο υπνοδωμάτιο. «Είχαν ρίξει πάνω μας, στην κρεβατοκάμαρα, εξήντα σφαίρες σε διασταυρούμενα πυρά που έρχονταν από τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις» (σ. 307). Επικεφαλής των επίδοξων δολοφόνων, ο σταλινικός Μεξικανός ζωγράφος Νταβίδ Αλφάρο Σικέιρος, που αναλαμβάνει αργότερα την ευθύνη στο δικαστήριο. Να εξαλειφθεί, όπου κι αν βρίσκεται, το μόνο δυνατό αντίπαλο κέντρο για την ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνισμού: αυτό ήταν το στοίχημα της σοβιετικής γραφειοκρατίας που έπρεπε να κερδηθεί πάση θυσία. 

Κανείς, φυσικά, δεν ξέρει πώς θα ήταν τα πράγματα αν η πρώτη γενιά Ρώσων επαναστατών, και μαζί της η τροτσκιστική εσωκομματική και διεθνής αντιπολίτευση, δεν είχε αντιμετωπιστεί με διοικητικά και στρατιωτικά μέσα, με εκτοπίσεις και δολοφονίες. Αυτό για το οποίο μπορεί να είναι βέβαιος, είναι για το πού είχαν φτάσει τα πράγματα με τον φρικαλέο μηχανισμό εξουσίας στον οποίο είχε μεταβληθεί το άλλοτε επαναστατικό κόμμα:

[…] μια από τις συγκρούσεις του με την τρόικα [σ.σ.: με τους Στάλιν, Ζινόβιεφ, Κάμενεφ] ξέσπασε έπειτα από διαμαρτυρίες που ήγειρε [ο Τρότσκι] «ενάντια στη συστηματική διαφθορά των ηγετών του δυτικοευρωπαϊκού εργατικού κινήματος», τους οποίους οι Ζινόβιεφ, Κάμενεφ και Στάλιν είχαν αρχίσει να «πληρώνουν» στη διάρκεια της αρρώστιας του Λένιν. «Μα, του απαντούσαν ο Στάλιν και ο Ζινόβιεφ, η μπουρζουαζία αγοράζει κι αυτή τους συνδικαλιστές ηγέτες, τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους! Γιατί να μην κάνουμε κι εμείς το ίδιο;». (σ. 163).

Ένα χρόνο πριν από την εξορία του Τρότσκι στην Άλμα Άτα, το Δεκέμβρη του 1927, το 15ο  Συνέδριο του κόμματος ξεκινά με πανηγυρικούς τόνους στον Τύπο:

Στους 1.669 αντιπροσώπους των τοπικών υπαλλήλων δεν υπάρχει ούτε ένας αντιπολιτευόμενος· ο Στάλιν μιλάει κοντά εφτά ώρες (σ. 193).

Προφανώς, η αθλιότητα των αντιπάλων του Τρότσκι, η εξουσιομανία τους, ο μεγαλορωσικός εθνικισμός τους, ο μυωπικός απομονωτισμός τους μπροστά στην άνοδο του φασισμού, δεν καταξιώνουν αυτόματα τον Τρότσκι. Τον Δεκέμβρη του 1922, όταν ο άρρωστος Λένιν αποφασίζει να ανοίξει ο ίδιος το ζήτημα της διαδοχής του, γράφει εμπιστευτικά στην Κεντρική Επιτροπή τις κρίσεις του για τους δυνητικούς διαδόχους: για τη συγκέντρωση εξουσιών από τον Στάλιν ως γραμματέα, που χρησιμοποιείται κάθε άλλο παρά με σύνεση – αλλά και για την κλίση του Τρότσκι στη διοικητική επίλυση των πολιτικών διαφορών:

Είναι σίγουρα ο πιο ικανός άνθρωπος της σημερινής Επιτροπής, αλλά έχει υπερβολικά μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιπλέον την τάση να παρασύρεται από την καθαρά διοικητική πλευρά των πραγμάτων (σ. 148).

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ασφαλέστερο κριτήριο για να αποτιμήσει κανείς τι χάθηκε με την ήττα του τροτσκισμού. Και το κριτήριο αυτό, νομίζω, κάνει να μας αφορά σήμερα μια ιστορία που, αλλιώς, μας φαίνεται πολύ μακρινή – υπόθεση των ιστορικών ή των σεναριογράφων ταινιών εποχής:

Ο Τρότσκι επαναλάμβανε συχνά μια παρατήρηση του σερ Όστιν Τσάμπερλεν, που είχε αναφέρει η The Nation της Νέας Υόρκης: «Δεν θα μπορούσαμε», εκτιμούσε ο Βρετανός πολιτικός, «να εδραιώσουμε καλές σχέσεις με την ΕΣΣΔ παρά μόνο αφού τουφεκιζόταν ο Τρότσκι…». Η Αριστερή Αντιπολίτευση θεωρούνταν φανατικά επαναστατική, οπαδός της εξέγερσης, ρομαντική. Ακόμα και σοσιαλιστές πίστευαν πως αναγνώριζαν στον Στάλιν έναν πολιτικό ηγέτη πιο μετριοπαθή, πιο συνετό, λιγότερο επιρρεπή στις διεθνείς περιπέτειες (σ. 211).

Αυτή τη σταλινική ρεαλπολιτίκ, τη «μετριοπάθεια» που συνέχεε την υπεράσπιση της ρωσικής επανάστασης με την υποταγή των κομμουνιστών στην κρατική πολιτική του ρωσικού κομματικού «κέντρου», εξηγούσε αργότερα ο Πέρι Άντερσον:

Ο Στάλιν δεν εγκατέλειψε ποτέ την μπολσεβίκικη πεποίθηση ότι ο κομμουνισμός και ο καπιταλισμός είναι θανάσιμοι ανταγωνιστές. Όμως […] η αταξική κοινωνία που είχε οραματιστεί ο Μαρξ ήταν πολύ μακριά. Προς το παρόν, η ισορροπία δυνάμεων παρέμενε μονόπλευρα υπέρ του κεφαλαίου. Μακροπρόθεσμα, οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις θα φούντωναν και πάλι και θα αποδυνάμωναν τον εχθρό […] Στο ενδιάμεσο, ήταν ζωτικής σημασίας οι επαναστατικές δυνάμεις έξω από την περίμετρο του σοβιετικού μπλοκ, να μην αποτελούν απειλή για την ασφάλειά της προκαλώντας πρόωρα τον ιμπεριαλισμό, ούτε όμως και να αμφισβητούν την εξουσία του ΚΚΣΕ πάνω τους[1].

***

O Τρότσκι του Σερζ είναι γοητευτικός, όπως και ο βιογράφος του. Οι λογοτεχνικές περιγραφές της εξέγερσης που πυροδότησε την επανάσταση του 1917, η σχέση του «Γέρου» με τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία της εποχής του, τα στιγμιότυπα από τους τόπους εξορίας: ο αναγνώστης ανταμείβεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Αν αξίζει να διαβαστεί η βιογραφία, δεν είναι για να μυηθεί ο αμύητος στον «τροτσκισμό» – ούτε για να επιστρέψει στις «ρίζες» ο μυημένος. Πέρα από συναρπαστικό βιβλίο, είναι μια εξαιρετική εισαγωγή στα ίδια τα έργα του Τρότσκι: για την ιστορία της ρωσικής επανάστασης και τον εκφυλισμό της, για τα κοινωνικά/ταξικά στηρίγματα του φασισμού (στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ισπανία) και μια μη απομονωτική πολιτική της Αριστεράς μπροστά στην άνοδό του, για τη σημασία της αποτίναξης της κατοχής («της πιο αφόρητης μορφής δικτατορίας»). Πρόκειται για έργα στα οποία πάτησαν διανοουμενοι όπως ο Παντελής Πουλιόπουλος, ο Μανόλης Λαμπρίδης, ο Έρνεστ Μαντελ, ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, ο Μικαέλ Λεβί, ο Έντζο Τραβέρσο, και οργανωσεις όπως η γαλλική Κομμουνιστική Επαναστατική Λίγκα, εκτός από αναρίθμητες μικρότερες ομάδες ανά τον κόσμο.

Στα έργα αυτά, όπως άλλωστε σε όλα τα «κλασικά», δεν βρίσκει κανείς συνταγές άμεσα εφαρμόσιμες στο παρόν: το Ενιαίο Μέτωπο με τη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου, λόγου χάρη, που συστήνει στους κομμουνιστές ο Τρότσκι, δεν αντιγράφεται κατά γράμμα με τη σημερινή Κεντροαριστερά. Αντίστοιχα, ένας ορισμένος οικονομισμός, κυρίως όμως ο περιορισμός των τροτσκιστών σε ρεύματα κριτικής («ξεσκεπάσματος») της επίσημης Αριστεράς –περιορισμός άλλοτε εξαναγκασμένος από την καταστολή, άλλοτε επιλεγμένος από ομάδες διανοουμένων με συζητήσιμη κοινωνική γείωση και σχέση με την εσωκομματική δημοκρατία–, αδίκησαν για δεκαετίες μια πραγματικά σπουδαία θεωρητικο-πολιτική κληρονομιά. Αν όμως αξίζει να την ανακαλύψει κανείς, είναι πρώτα γι’ αυτή τη σπουδαία παρακαταθήκη της διαρκούς επανάστασης: τη θεωρία του Τρότσκι που συνδέει την υπεράσπιση της δημοκρατίας με την κοινωνική χειραφέτηση (χωρίς να τις θεωρεί ξεχωριστά στάδια), και την κοινωνική χειραφέτηση με την άνιση, αλλά υλοποιήσιμη –το έδειξαν οι επαναστατικές παλίρροιες του Μεσοπολέμου και του ‘68– διεθνή εξάπλωσή της[2].

 


[1] Πέρι Άντερσον, Η αμερικανική εξωτερική πολιτική και οι διανοητές της (μτφρ.: Ηρακλής Οικονόμου, επίμετρο: Κώστας Ράπτης), Τόπος 2017.

[2] H μελέτη του Μικαέλ Λεβί, της που μπορεί να βρει κανείς και διαδικτυακά, είναι μια καλή εισαγωγή: Michael Löwy, The Politics of Uneven and Combined Development. The Theory of Permanent Revolution, NLB-Verso, 1981.