Ο κυρ-Στέλιος, οι φωτορεπόρτερ και το «βαλλόμεθα πανταχόθεν» δεν είναι ντέρμπι Β’ Ισπανίας

Η αφορμή είναι η φωτογραφία του κυρ-Στέλιου που με έβαλε σε σκέψεις.

Του Δημήτρη Τοσίδη*

Ο κυρ-Στέλιος είναι ο εικονιζόμενος συμπαθής φίλαθλος του Άρη με το μηχάνημα υγρού οξυγόνου που χρησιμοποιεί λόγω προβλημάτων υγείας, ο οποίος βρέθηκε ανάμεσα σε απειροελάχιστους διαπιστευμένους λόγω των μέτρων να παρακολουθεί το σαββατιάτικο παιχνίδι Άρης-ΟΦΗ.

Η φωτογραφία διακινήθηκε νομίμως μέσω πρακτορείου, παρανόμως (κοινώς απαλλοτριώθηκε) από site αθλητικού περιεχομένου, βρέθηκε σε προσωπικά προφίλ, σε χορηγούμενα προφίλ, σε έντυπα, σε blog μαζί με την ενδιαφέρουσα ιστορία για κάποιους, αδιάφορη για κάποιους άλλους, δεν έχει σημασία. Όπως μάλλον σημασία δεν έχει ότι την φωτογραφία την τράβηξα βιαστικά, την κάδραρα τσαπατσούλικα, μαζί με εκατοντάδες άλλες φωτογραφίες που προκύπτουν για την κάλυψη ενός αθλητικού γεγονότος στην ποδοσφαιρική μιντιακή πιάτσα.

Για την ιστορία μόνο, η φωτογραφία τραβήχθηκε με Canon 1DX μηχανή, Canon 400mm 2.8 φακό, επεξεργάστηκε και στάλθηκε με laptop με χρήση router δεδομένων, κουβαλημένα στο γήπεδο σε βαλίτσα με 2 άλλες μηχανές και 2-3 άλλους φακούς, μπαίνοντας με διαπίστευση που δικαιούνται τα μέλη της Ένωσης Φωτορεπόρτερ, της οποίας για να είναι κάποιος μέλος πρέπει εκτός από συνδρομή να είναι αυτασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ με κωδικό φωτορεπόρτερ και ό,τι άλλο συνεπάγεται στο ελληνικό φορολογικό καρναβαλάκι. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό προκύπτει ότι η φωτογραφία του κυρ-Στέλιου απαιτεί περίπου 20.000 ευρώ επένδυση και γυμνασμένη μέση για κουβάλημα. Η φωτογραφία του κυρ-Στέλιου είναι μία πολύ εύκολη δουλειά, δεν απαιτεί σπουδές, ταλέντο, βύσμα, διδακτορικό. Απαιτεί, όμως, όλα τα παραπάνω και ίσως μία κάποια οξυδέρκεια και αγάπη προς το αθλητικό ρεπορτάζ. Δεν ευλογώ τα γένια μου που με τόση ευλάβεια διατηρώ ούτε ζητάω συντεχνιακή συμπόνια εκ μέρους των συναδέλφων μου. Να σας εξηγήσω. Πάμε στο δεύτερο κεφάλαιο.

Επάγγελμα Φωτορεπόρτερ

Στην σύντομη επαγγελματική μου εμπειρία ως φωτορεπόρτερ, βαλλόμεθα πανταχόθεν. Πότε μας κυνηγούν οι μεν, πότε οι δε, πότε σε μία θάλασσα από κινητά ψάχνουμε να βρούμε καθαρές εικόνες με κυρ-Στέλιους και άλλες μικρές και μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες και δράσεις. «Κάπως έτσι μάλλον ήταν πάντα», «γνωστό» θα πουν κάποιοι και θα έχουν δίκιο. Λίγο με την πανδημία τα πράγματα έχουν σφίξει. Μας τραμπουκίζουν γιαγιάδες σε εκκλησίες, περιπατητές στην παραλία, ματατζήδες, διαδηλωτές σε συγκεντρώσεις, γραφεία τύπου πολιτικών που, με πρόσχημα τα μέτρα, βρήκαν ευκαιρία να απαλλαγούν από τους αδιάκριτους φακούς μας. Κατηγορούμαστε συχνά πυκνά για χαφιεδισμό, για συστημικές πλεκτάνες, για τσιράκια του Σόρος. Παρ' ολα αυτά είμαστε αυτοί/αυτές που θεωρούμε χρέος να είμαστε να είμαστε σε απόσταση αναπνοής από ο,τιδήποτε άξιο καταγραφής συμβαίνει, δυσκίνητοι και ευδιάκριτοι λόγω του εξοπλισμού, εύκολος στόχος για οποιονδήποτε θέλει να πει ή να κάνει κάτι. Η εικόνα μας έχει όνομα και επίθετο, είναι προϊόν δημιουργίας και προσωπικής έκθεσης για όσους από εμάς σεβόμαστε τη δουλειά μας. Έχει αποστολή να πιστοποιήσει την αλήθεια. Παρ`ότι ανήκω μάλλον στη νέα γενιά φωτορεπόρτερ, συχνά νιώθω σαν «παλαιολιθικός δεινόσαυρος» όταν φωτογραφίζω ανάμεσα σε 15 αγαπητούς συναδέλφους δημοσιογράφους με κινητά. Δεν αποδέχομαι ότι η τεχνολογία έχει αλλάξει, η νοοτροπία της είδησης έχει αλλάξει σε βάρος της αισθητικής και της ταχύτητας λόγω ανταγωνισμού με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα φωτοειδησεογραφικό fastfood αποτέλεσμα. Δεν λέω, ωραίο και τίμιο το fastfood, όμως η συνήθεια του παραμορφώνει.

Πρόσφατα η ΕΣΗΕΜΘ καινοτόμησε και άνοιξε τις πόρτες της Ένωσης σε εργαζόμενους σε διαδικτυακά ΜΜΕ. Και καλά έκανε. Είναι το μέλλον. Υπάρχει μία σιγή ασυρμάτου, όμως, για τα εργασιακά δικαιώματα και το καθεστώς των νέων αυτών μελών, για τους μισθούς που είναι κατώτεροι και από ανειδίκευτο εργάτη, με πλήρη ωράρια και χωρίς αργίες, με την ασφάλεια να μοιάζει με ουτοπία και με την αποστολή να τρέχουν με το κινητό, κάνοντας πρόχειρη βιαστική δουλειά τριών επαγγελμάτων (δημοσιογράφου, φωτογράφου, εικονολήπτη). Και όλα αυτά κόντρα στην όποια αισθητική, στη δεοντολογία και στην ποιότητα της είδησης άρα και στην κοινωνία και στην ελευθερία του Τύπου. Όχι, δεν προσπαθώ να μιλήσω συντεχνιακά, χρέος είναι να διεκδικούμε εργασιακά δικαιώματα για όλους τους εργαζομένους ανεξαρτήτως κλάδου, όχι όμως για τους «υβριδικού» τύπου εργαζόμενους χωρίς συλλογική συνείδηση και δεοντολογία «παπαράτσι» σε ζητήματα που προκύπτουν π.χ. στις πορείες, κάτι που σε μια βαθύτερη ανάλυση καταλήγει σε επικίνδυνα μονοπάτια για τους «παλαιολιθικούς δεινόσαυρούς», δηλαδή τους φωτορεπόρτερ που δηλώνουν παρουσία απλά και μόνο με τον εξοπλισμό τους.

Επίσης, πολύ πρόσφατα πάλι, η επίσκεψη πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη ήταν κατά 80% κλειστή για τους τρεις - τέσσερις ντόπιους φωτορεπόρτερ και ανοιχτή σε μεγαλύτερο ποσοστό σε δημοσιογράφους με κινητά ανα χείρας, κάτι που έχει αρχίσει να γίνεται συνήθεια με αφορμή τον κορονοϊό. Κλάιν θα σκεφτεί κάποιος. Όχι δεν είναι κλάιν, ένας από τους κορυφαίους δημοκρατικούς θεσμούς οφείλει να καλύπτεται φωτογραφικά από τους αντίστοιχους φωτορεπόρτερ με όρους δημοσιογραφικούς/δεοντολογικούς, όχι διαφημιστικούς με μοίρασμα ωραίων εικόνων με ασφάλεια.

Κούρασα τελικά. Το «σεντόνι» μου το αφιερώνω με αγάπη σε όσους άγγιξε η φωτογραφία του κυρ-Στέλιου και την μοίρασαν με οποιοδήποτε τρόπο, με ελπίδα να συνεχίζω να ψάχνω κυρ-Στέλιους στο πλήθος εκεί έξω με αξιοπρέπεια και πάθος.

* Ο Δημήτρης Τοσίδης είναι φωτορεπόρτερ