Ο επαναστάτης Τζεπέτο επινοεί τον κληρονόμο του. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Erri De Luca, Το παιχνίδι της χήνας (μτφρ.: Άννα Παπασταύρου), Κέλευθος 2019

Τον Έρι Ντε Λούκα, πρώην εργάτη της Φίατ, τον έμαθα πρώτα ως συγγραφέα (Το βάρος της πεταλούδας, Η ιστορία της Ειρήνης), και μετά ως συνιδρυτή της ιταλικής ακροαριστερής Λότα Κοντίνουα (1969-1976). Συνήθως είμαι επιφυλακτικός με τους πολιτικά στρατευμένους που γράφουν λογοτεχνία. Όπως όμως και τα προηγούμενα βιβλία του Ντε Λούκα, το Παιχνίδι της χήνας μας αφορά πρώτα ως λογοτεχνία: ως τέχνη που αναμετριέται με ό,τι ξεβολεύει τους ανθρώπους υπαρξιακά – την πίστη και την πολιτική, τον έρωτα και τη μοναξιά, τη λογοτεχνία, τη φύση, την οικογενειακή «κληρονομιά».

Το Παιχνίδι μοιάζει με πεζό ποίημα που γράφεται σε πρώτο ενικό. Ο Ναπολιτάνος Ντε Λούκα ξαναδιαβάζει την ιστορία του Πινόκιο, που για τη Νάπολη είναι σήμα-κατατεθέν, και οργανώνει την «ύλη» του σκηνοθετώντας μια βραδινή κουβέντα με τον γιο του που δεν γεννήθηκε ποτέ. Γυρνά στην οικογενειακή «κληρονομιά»: Στον αλπινισμό, που «πήρε» από τον πατέρα του. Στο σκηνικό του πολέμου, που βρήκε τη μάνα του στην Ιταλία, και τον ίδιο τη δεκαετία του ‘90 στο Σαράγεβο. Αλλά και στις πιο ιδιαίτερες στιγμές της προσωπικής του διαδρομής, τρυφερές και επώδυνες:

Μια γυναίκα στα νιάτα μας, μου είπε πως είχε κάνει έκτρωση. Δεν είπα λέξη, δε λογαριαζόμουν καν στην απόφασή της, που εκείνη την είχε πάρει και την είχε υλοποιήσει […] Εσύ δεν είσαι κείνο το παιδί, κομμάτι απ’ τα ταξίδι της ζωής, ξεριζωμένο με το ξέστρο […] Είσαι ένας ξένος, γιε μου, όσο και το φεγγάρι το πρωί στον ουρανό, που μένει ακόμα μετά τη δύση της νύχτας. Σου διηγούμαι λίγη απ’ τη ζωή που χάθηκε […] Σ’ εσένα, γιε μου, δεν αφήνω τίποτα (σ. 12-3).

Το ιταλικό ’70 έχει, αναπόφευκτα, την τιμητική του στην κουβέντα με τον επινοημένο κληρονόμο:

Δεν εκπροσωπώ και δεν εκπροσωπούμαι ούτε εμπιστεύομαι σε κανέναν την εξουσία να ενεργεί εξ ονόματός μου. Στις συνελεύσεις της φάμπρικας, στη δεκαετία του ’70, οι εργάτες φώναζαν ομαδικά «Είμαστε όλοι εκπρόσωποι». Ήταν προνόμιο να βρεθώ εκεί όπου δηλωνόταν αυτή η βούληση απόλυτης δημοκρατίας. Με δέχτηκαν κι αυτό για μένα ήταν τιμητικό (σ. 63).

Η απόσταση από το δράμα –από την ιταλική έφοδο στον ουρανό του ’70, τη φυλακή και την «έρημο» του ‘80– δεν σημαίνει εξιδανίκευση: ακριβώς για να την αποφύγει, ο Τζεπέτο-Ντε Λούκα βάζει τον «Πινόκιο» απέναντί του σε θέση αυστηρού κριτή:

Εφαρμόζαμε μια κοινωνία αλληλεγγύης, του ενός προς τον άλλον. Σημαδεύαμε πέρα απ’ το στόχο. Έχεις δίκιο, εκείνες οι κατακτήσεις ήταν βελτιώσεις, όχι επανάσταση. Η λέξη αφορούσε τις μεθόδους μας. Δεν πετύχαινες τίποτα με τον καλό τρόπο. Το να είσαι επαναστάτης δεν είχε τίποτα το ρομαντικό (σ. 127).

Ό,τι στην πολιτική (πρέπει να) τίθεται σε δεύτερο πλάνο, η κληρονομιά δηλαδή των οικογενειακών «δραμάτων», και το πώς πυροδοτούνται αυτά στην ιδιωτική μας ζωή, στο Παιχνίδι της χήνας έχει τη θέση που του αξίζει:

Μια γυναίκα μου έλεγε ψέματα σχετικά με κάποιες βραδινές της εξόδους. Αφηρημένη άφησε ένα στοιχείο, εγώ το βρήκα κατά λάθος. Ταράχτηκα, έψαξα μέσα μου να βρω την οργή του ζηλιάρη και δεν τη βρήκα. Ένιωθα μια άγνωστη αποκαρδίωση […] Δεν έχω την απαίτηση να επαρκώ σε μια γυναίκα, δε με αφορά η αποκλειστικότητα. Λες ότι εξαπατώ τον εαυτό μου; Ότι λογοκρίνω τη ζήλια μου για να δείξω ανωτερότητα; Τον πόνο εκείνης της φοράς τον θυμάμαι καλά, ένας πονόδοντος σκορπισμένος σ’ όλο το σώμα: αυτόν θα ήθελα να τον είχα λογοκρίνει […] εμένα δε μου κάνει κόπο, δε νιώθω επιθυμία για μια γυναίκα που έχει δεσμό μ’ έναν άντρα. Δε χρειάζεται να συγκρατηθώ, δεν την κοιτάζω. (σ. 59-62).

***

Αποδεχόμενος τη συμβολική κληρονομιά των γονιών του, ο Ντε Λούκα μας ξεναγεί στον εικοστό αιώνα: «Ήταν», γράφει, ένας αιώνας-κύκλωπας, γιγάντιος και τυφλός» (σ. 38). Πράγματι: μπήκε με την ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκόσμιου, που κατάργησε τη διάκριση εμπόλεμων και αμάχων, και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε «ολικός». Συνεχίστηκε με τον ναζισμό και το δεύτερο παγκόσμιο σφαγείο. Έκλεισε με την ισοπέδωση της Σερβίας, το 1999.

Ο ποιητής του Σαράγεβο έλεγε για μας πως ήμασταν οι αδελφοί Γκριμ. Μες στον ορυμαγδό διηγιόμασταν παραμύθια. Μου χάρισε ένα κομμάτι από την πρόσοψη της Βιβλιοθήκης του Σαράγεβο, που το είχε περιμαζέψει από μια στοίβα ερείπια […] Στο Σαράγεβο, αν πεινούσαν, πήγαιναν τη νύχτα ν’ ακούσουν τους ποιητές, απ’ το φως των κεριών (σ. 39-42).

Υπάρχει, όμως, κάτι πραγματικά συναρπαστικό στον εικοστό αιώνα: είναι η θέληση για ζωή που απελευθέρωσε – και που μας μεταφέρουν οι άνθρωποι που κατάφεραν να σταθούν όρθιοι, ενώ θα μπορούσαν να είχαν πεθάνει οποτεδήποτε: στα «χρόνια του μολυβιού», από ναρκωτικά μετά την ήττα, αυτοκτονώντας από απαρηγόρητη αίσθηση ματαιότητας, ή σε μια αποστολή αλληλεγγύης. Ο Ντε Λούκα είναι άνθρωπος αυτού του συναρπαστικού αιώνα. Κι επινοώντας τον κληρονόμο του, σε μια γλώσσα που δεν είναι αυστηρά πολιτική, βρίσκει τρόπο να συνδεθεί με μια γενιά που ξέμαθε να «τα θέλει όλα»:

Κοιτάζουν με καχυποψία τις ταραγμένες νεολαίες του παρελθόντος. Οι επαναστάσεις τούς είναι ακατανόητες. Η πιο φρέσκια νεολαία είναι επιφυλακτική, εκπρόσωπος μιας άγνωστης φρονιμάδας (σ. 158).

Ό,τι έχει να κληροδοτήσει στη νεολαία αυτή –στους Πινόκιο του εικοστού πρώτου–είναι μια αντίληψη της ελευθερίας όχι «καθηκοντολογική», αλλά αξεδιάλυτη από το καθήκον:

Ελευθερία σήμαινε υποχρέωση να πας εκεί […] Η ελευθερία που γνώρισα ήταν το ότι πήγα κι έζησα εκεί που δεν γινόταν να μη πάω (σ. 34-5).