Ο ελευθεριακός κομμουνιστής Νίκος Γιαννόπουλος. Του Δημοσθένη Παπαδάτου Αναγνωστόπουλου

Νίκος Γιαννόπουλος, Ω, λε φιλαλάκο!, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019, 688 σελ.

Ο Φιλαλάκος μου θύμισε τo Φραγκοσυκιές και Σκορπιοί του Άμπελ Παζ, βιογράφου του Ντουρούτι: Όχι τόσο για τον φιλοαναρχισμό του – όσο γιατί οι πρώτες σελίδες είναι και για τους δύο μια ξεκαρφωματική εισαγωγή πριν τη θεματική: «η σχέση με τις γυναίκες». Ιδίως δε με τη γιαννοπούλεια περιγραφή των «απογειώσεων εφηβικής δειλίας και μπακουριάς» (σ. 41) ξεναγούμαστε, με μια υψηλής λογοτεχνικής αξίας μεταφορά, στη νεανική θητεία του συγγραφέα στον κόσμο των κατά μόνας ηδονών. Από την άλλη, η προσήλωση του βιβλίου στη δράση –με αποκορύφωμα το ’84-’85, τη σύλληψη στο Αμάν και τα γεγονότα στην Ανκόνα–, συναγωνίζεται επάξια το Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (και όχι, αυτό το τελευταίο δεν το λέω για καλαμπούρι).

Όπως οι περισσότεροι που μίλησαν για το βιβλίο, δεν θα είμαι προφανώς «αντικειμενικός». Και γιατί πολιτικά είμαι «παιδί» του χώρου. Και γιατί ο Νίκος –το λέω όπως ωραία το γράφει στην εισαγωγή ο καλός μου φίλος ο Στρατής Μπουρνάζος– είναι από τους δύο ή τρεις ανθρώπους στους οποίους οφείλω βασικά στοιχεία της πολιτικής μου «φτιαξιάς».

Υποψιάζομαι πως αυτά τα περί «παιδιών» και (συμβολικών) γονέων ανοίγουν περίεργα ζητήματα: σε καιρούς υποχώρησης της αριστερής πολιτικής και των επαναστατικών θεωριών, είναι πολύ συνηθισμένο να υποκαθίσταται η πολιτική από την ψυχολογία. «Για να κυβερνήσεις καλά ένα έθνος», λέει κάπου στον Λεβιάθαν ο Χομπς, «πρέπει να γνωρίζεις τις ψυχές των ανθρώπων». Αυτά όμως γράφονταν από το 1651 – αυτός, δε, που τα έγραφε ήταν συντηρητικότατος φιλελεύθερος. Παλιό και κακό πράγμα, θέλω να πω, η ψυχολογικοποίηση. Από την άλλη, σκέφτομαι, είναι προφανές ότι γράφουμε γιατί απευθυνόμαστε κάπου, γράφουμε για να συνδεθούμε με κάποιους. Και, από ένα σημείο και μετά, γράφουμε για να κληροδοτήσουμε. Ο Φιλαλάκος δεν είναι μόνο αποτίμηση μιας διαδρομής: είναι, με τον τρόπο του, κληροδότημα. Εδώ, λοιπόν, νομίζω πως έχει κάτι να πει η σκέψη ενός Ιταλού ψυχαναλυτή, του Μάσιμο Ρεκαλκάτι:

Ούτε ο Οιδίποδας –λέει– καταφέρνει να είναι γιος, ούτε ο Νάρκισσος […] Ο Οιδίποδας παραμένει αιχμάλωτος του, [συγ]καλυμμένου με αγάπη, μίσους του για τον πατέρα –ο πατέρας ως ιδεώδες κι ο πατέρας ως αντίζηλος είναι οι δύο χαρακτηριστικοί πόλοι αυτού που ο Φρόιντ αποκαλεί «οιδιπόδειο σύμπλεγμα»–, ενώ ο Νάρκισσος δεν καταφέρνει να αποχωριστεί την εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του […] Η αντιπαλότητα (Οιδίποδας) και η αυτιστική απομόνωση (Νάρκισσος) καθιστούν αδύνατη την εξατομικευμένη κίνηση του κληρονομείν […]1.

Για να κληρονομείς, συμβολικά μιλώντας, χρειάζεται να ξεπερνάς μυθοποιήσεις και αυτάρκειες. Τι κληρονομούμε όμως από κάποιον που, τουλάχιστον στο Χρηματιστήριο Κυρίαρχων Αξιών, δεν έχει και κανένα μερίδιο της προκοπής; Ο Νίκος υπογράφει απλά με την ιδιότητα του διορθωτή, δεν έκανε λεφτά ή μεγάλο συγγραφικό έργο (αντίθετα: υπήρξε και παραμένει ειρωνικός με τους …πολύ επιστήμονες), ούτε «ολοκληρώθηκε» πολιτικά μέσω βουλευτικών ή άλλων κρατικών θέσεων. Το δε Δίκτυο, για λόγους που δεν είναι τώρα της ώρας, δεν κατάφερε να εξαιρεθεί από τη φθορά γενικά της Αριστεράς. Ισχύουν αυτά: Απ’ όσα λέγονται, όμως, στις παρουσιάσεις, απ’ όσα λένε οι πιο διαφορετικοί άνθρωποι που διαβάζουν μανιωδώς εδώ και ενάμιση μήνα Φιλαλάκο, και από αυτά για τα οποία έχω γνώση ο ίδιος, υπάρχει μια σημαντική κληρονομιά – και το βιβλίο είναι μόνο η πιο απτή εκδοχή της. Μιας και πρόκειται για βιβλίο που συναρμολογεί ιστορίες, με ιστορίες θα πω κι εγώ σε τι συνίσταται η κληρονομιά αυτή.

Μειοψηφίες με πλειοψηφική απεύθυνση: ούτε περιθωριακοί και φολκλόρ, ούτε «κολακευόμενοι» συνδαιτυμόνες της εξουσίας

Ο Γιαννόπουλος έχει γράψει αρκετά – η γραφή είναι αναγκαίος (αν και όχι ικανός) όρος πλειοψηφικής απεύθυνσης. Η πρώτη μας λοιπόν «συνάντηση» είναι διά της γραφής: Αφενός, μέσα από τα άρθρα του, μαζί με τον Μάκη Σέρβο, στην Ελευθεροτυπία, τον Ιούλη του 2002, ενώ σύμπασα η Αριστερά καταπίνει το αίσχος σε βάρος του πολυτραυματία Ξηρού. Την ίδια περίοδο, όμως, τον διαβάζω και στην επική στήλη ερωτικοπολιτικών επιστολών «Καρδούλες και σφυροδρεπανάκια», στην Εποχή. Δικτυακός πια, το φθινόπωρο του 2003, το χαίρομαι που ένας δικός μας σχολιάζει καθημερινά στα «Νέα» τη δίκη της «17Ν», και που ο ίδιος δικός μας βγαίνει για το ίδιο θέμα στην κρατική τηλεόραση, απέναντι στη Μπακογιάννη και τον Κύρτσο, με φούτερ κουκούλα και αράζοντας αναπαυτικά στην καρέκλα του πάνελ – σε πλήρη εγρήγορση, ωστόσο, και, όποτε χρειάζεται, ανεβάζοντας τους τόνους.

Αυτό, λοιπόν, είναι το πρώτο «μήνυμα» που παίρνω: Στην ανατρεπτική πολιτική δεν μπορείς να είσαι διπρόσωπος: με τη γραφή ή με την παρουσία μας απέναντι στις εξουσίες στεκόμαστε όπως επιλέγουμε εμείς: ούτε ως περιθωριακοί και φολκλόρ, ούτε όμως ως «κολακευόμενοι» συνδαιτυμόνες. Είναι θέμα πού νιώθεις να λογοδοτείς. Για κάποιους, τόσος αντικομφορμισμός φαίνεται εκκεντρικό στυλ ή απλά παλαβομάρα. Σ’ ένα ωραίο άρθρο του από το μακρινό 1902, ο γνωστός καραφλός ηγέτης, με το προσωνύμιο «η τρέλα και η λογική της επανάστασης», γράφει πως

Μόνο άνθρωποι που μπερδεύουν την πολιτική με τον πολιτικαντισμό μπορούν να σκέφτονται ότι ο «τόνος» της πολεμικής μπορεί να εμποδίσει μια πραγματική πολιτική συμμαχία2.

Οι συμμαχίες δεν είναι θέμα στυλ: χτίζονται στα μείζονα. Με διαυγή, λοιπόν, γνώση του εκάστοτε διακυβεύματος, ο συγγραφέας βρίσκεται δίπλα στην ΟΑΚΚΕ ή την Κόντρα, συνομιλεί με το Ουράνιο Τόξο, συνεργάζεται με βουλευτές του ΚΚΕ και κεντρώους του ΣΥΝ, συσκέπτεται με εμπορικούς συλλόγους, συντηρητικούς νομάρχες και γραφειοκράτες περιωπής – όλα αυτά, με ισχυρή αυτοπεποίθηση, «μπολσεβίκικη πανουργία» και χωρίς εκπτώσεις στα μείζονα.

Σωματικό θάρρος

Αρχές πια του 2003, ενώ μαθαίνω από τα κείμενα της Αγγελικής Ξύδη στα «Σήματα Καπνού», κι απ’ όσα διηγείται για τη Μεταπολίτευση ένας ωραίος γκρινιάρης αριστεριστής, ο Γκουίντο Τσόφι, παρακολουθώ την απόπειρα να φτιαχτεί μια κοινή οργάνωση, που να ξεκινάει απ’ το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο του ΣΥΝ και να φτάνει ως την πατριωτική Α/συνέχεια: αυτό επιδιώκει τότε, με τον Γιαννόπουλο μέσα, μια ομάδα Δικτυακών με το ωραίο όνομα «Απελευθέρωση».

Το φάσμα των δυνάμεων που προσπαθεί να «ανασυνθέσει» η Απελευθέρωση γίνεται, εντέλει, ο «ΡΙΖ.Α» στον ΣΥΡΙΖΑ. Με την εξαίρεση δε του Ευρωπαϊκού Φόρουμ, το Δίκτυο νιώθω να κλείνεται στις δίκες των ένοπλων οργανώσεων: σε μια μειοψηφική πολιτική με μειοψηφική πλέον απεύθυνση. Όμως, και πριν, και μετά το 2005 (χρονιά που επιχειρώ ενοχικά –προς το Δίκτυο–, αλλά με ειλικρίνεια –απέναντι στον ΣΥΝ–, έναν …εισοδισμό στον ΣΥΡΙΖΑ, ελέω Κοκκινοπράσινου), είμαι περήφανος που έχω περάσει από το Δίκτυο. Περήφανος: στα χρόνια του Συνασπισμού –στα χρόνια μιας μαζικής πολιτικής, εν μέσω όμως παραλυτικού φραξιονισμού και εξημέρωσης των πολιτικών ηθών–, σήμαινε πολλά ο δικτυακός τρόπος να μη χάνεις από τα μάτια τον αντίπαλο, και το γιαννοπούλειο πρακτικό μάθημα ότι η «άλλη πολιτική» γίνεται πρώτα με το σώμα:

* Περιφρουρώντας την ωραία αντιεθνικιστική πρωτοβουλία του Φόρουμ «Έλληνες και Αλβανοί βλέπουμε το ματς μαζί», στην Κοτζιά, το 2005.

* Εμποδίζοντας τη ναζιστική φιέστα για τα Ίμια, το Φλεβάρη του 2008 στη Σταδίου (όπου βεβαιώνεται ότι στον αντιφασισμό χρειάζεται θεωρητικός εξοπλισμός, βοηθάει τα μέγιστα όμως η στοιχειώδης εξοικείωση με εξοπλισμούς και άλλου τύπου…).

* Διαδηλώνοντας 100 άτομα το πολύ στα Σκόπια, σε πείσμα του νεοεκλεγέντα Τσίπρα, με τη Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ πρωτοσέλιδο στο Στόχο δίπλα σε …κρεμάλα (και αργότερα τους Νίκο και Δήμο να ζορίζουν αφόρητα τον γλυκό άνθρωπο Τάσο Τσαούσογλου, γραμματέα του Συνασπισμού στη Φλώρινα).

* Στο μπλοκ του Δικτύου, τη «Μεγάλη Δευτέρα» 8 Δεκέμβρη, όταν η εξέγερση ισοπεδώνει την Πανεπιστημίου (και, κοιταζόμενοι με τον συγγραφέα, ευχόμαστε …«Merry Christmas»).

* Στη ζεστασιά των «Ενθεμάτων», όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παθαίνει «ρεαλισμό» πριν αναλάβει την κυβέρνηση. Αλλά και στην παγωμένη Τσαμαδού 15, λίγους μήνες μετά, με άλλους τρεις ή τέσσερις ακόμα, στη δύσκολη ανασυγκρότηση που επιχειρεί η «Δικτύωση».

Χωρίς οικονομία δυνάμεων και συναισθημάτων

Παραδόξως για Αθηναίο, η πρώτη επαφή εκ του σύνεγγυς με τον Γιαννόπουλο είναι στη Θεσσαλονίκη, στο μπλοκ του Φόρουμ της ΔΕΘ που τιμά με την παρουσία του ο Γιάννης Σερίφης. Επιστρέφοντας, τον βρίσκω στα Προπύλαια, σε εκδήλωση της Συσπείρωσης Ενάντια στην Κρατική Τρομοκρατία: «Σύντροφε» –λέω με ένα μείγμα ψευδο-οικειότητας και τέλειας άγνοιας σε ποιον απευθύνομαι–, «είσαι βλέπω παντού, μέσα σε όλα! Μπράβο σου!».

Τα ηλίθια συγχαρίκια αφορούν αυτό που περιγράφει κομψότερα μια φράση σήμα-κατατεθέν για το Νίκο – η πιο μεγάλη, νομίζω, παρακαταθήκη για όσους ενέπνευσε αυτά τα χρόνια: «[αγωνιζόμαστε] χωρίς οικονομία δυνάμεων και συναισθημάτων». Ας μας πουν και ανοικονόμητους, θα πρόσθετα εγώ – ας μας ειρωνευτούν και ως Πρίαπους.

Μια αυτοβιογραφία για όσους συνεχίζουμε

Γυρνάω στο βιβλίο. Τα βιβλία δεν είναι μόνο των συγγραφέων ή της εποχής που αποτυπώνουν (η Μεταπολίτευση, ως γνωστόν, έβγαλε και τέρατα). Γράφονται χάρη σε δρομολόγια: ο Φιλαλάκος συνοψίζει, ακριβώς ένα δρομολόγιο στο πλαίσιο μιας συλλογικής διαδρομής – αυτής του εν Ελλάδι «αριστερισμού με ανθρώπινο πρόσωπο». Δεν είναι, όμως, αφήγηση περασμένων μεγαλείων. «Οι νέοι», λέει ο Καμπαγέρο (και παραθέτει στην αρχή ο Νίκος), «δημιουργούν την ιστορία, οι γέροι τη διηγούνται και τα παιδιά την ακούν». Ο Γιαννόπουλος–ξαναγυρνάω στο Στρατή– «δεν είναι μουσείο, σεβάσμιος γέρων ή μοναχός για να του φιλάμε ευλαβικά το χέρι». Συναρμολογεί, μέσα από ιστορίες, δρομολόγια νέων και παλιών – μη όντας ούτε νεολάγνος, ούτε γεροντόφιλος. Το βιβλίο απευθύνεται, λοιπόν, και στους νεότερους. Και γι’ αυτό παραπέμπει στις αγωνίες δύο δικών μας, που κι αυτοί, όπως ο Νίκος, προτίμησαν να μη γράψουν βιβλία «στενά» πολιτικά ή «καθαρής» θεωρίας, αλλά βιβλία που να απευθύνονται στη λογική και στο βίωμα μαζί – σε ό,τι είναι ο άνθρωπος από την κατασκευή του: «και ορθολογών, και μυθολογών»:

Όσοι κράτησαν την ιστορική συνέχεια –γράφει στον «Μπόμπι Σαντς» ο Θοδωρής Φέστας–, πρέπει να μη σταματήσουν τώρα. Να ανοίξουν δρόμο. Οι νέοι πρέπει να εγγυηθούν τη συνέχεια αυτή. Να πάρουν τη σκυτάλη από μας, να κάνουν όσα δεν καταφέραμε και να τα κάνουν καλύτερα3.

Μιλώντας στον γιο που δεν απέκτησε ποτέ, ο συνιδρυτής της Λότα Κοντίνουα, Έρι Ντε Λούκα, παραπονιέται:

η πιο φρέσκια νεολαία είναι επιφυλακτική, εκπρόσωπος μιας άγνωστης φρονιμάδας [...] Μερικές φορές –συνεχίζει σε πιο προσωπικό τόνο– σταματάω για να δω πώς είναι ο χρόνος χωρίς εμένα. Κυλάει το ίδιο, αφήνεται να τον κλέψει ο οποιοσδήποτε. Αν τώρα σου σφίξω το χέρι, η ροή του διακόπτεται»4.

Ο Φιλαλάκος, λοιπόν, ούτε παλιακός είναι – ούτε μόνο τεκμήριο της λογοτεχνικής αξιοσύνης του συγγραφέα. Λέει κάτι για το παρόν μας ότι η ζωηρή άκρα Αριστερά της Μεταπολίτευσης, χωρίς τα σημερινά μέσα και σε δύσκολες συνθήκες, κινητοποιούνταν για το Απαρτχάιντ στην Αφρική, έβγαζε φυλλάδια για την Ασία και τη Λατινική Αμερική, διάβαζε Μαρξ, Τρότκσι, Κορς, Μαντέλ, Πέρι Άντερσον και Φουκώ (συμμετέχοντας, ταυτόχρονα, σε ξύλα…). Ανησυχούσε ποιος και πώς θα εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και μιλούσε για την εργατική τάξη, γιατί ήταν μέρος της, σφυρηλατώντας την ίδια στιγμή μια ολιστική κοινωνική οπτική (βλ. ιδίως σ. 127-135). Το σήμερα αφορά, εντέλει, ποια Αριστερά θεωρεί ο Γιαννόπουλος –κι εμείς μαζί–, άξια του ονόματός της:

[…] οι άρχουσες τάξεις και τα κράτη –γράφει– δεν παραδίδουν ειρηνικά σε καμιά κοινωνική πλειοψηφία την κυριαρχία τους. Η επανάσταση είναι μονόδρομος για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας (σ. 680).

* Η αίσθηση των ορίων, τόσο της Αριστεράς όσο και της αναρχίας, δεν αναιρεί την επιμονή στην επαναστατική υπόθεση.

* Όσο αντιδημοφιλής κι αν είναι (σε καιρούς προσωπικο-πολιτικών συνθηκολογήσεων, ιδεολογικής σύγχυσης, ψυχολογικοποίησης της πολιτικής), η θέση ότι χρειαζόμαστε μια επαναστατική εξουσία είναι κρυστάλλινη – και έχει συνέπειες. Αυτά, θέλω να πω, δεν τα αποφασίζεις· αν θες να συμβούν, όμως, πρέπει να τα προετοιμάσεις, και γι’ αυτό είναι «αναντικατάστατος ο ρόλος της οργάνωσης» (σ. 70): «η ύπαρξη ενός πολιτικοργανωτικού κορμού ικανού να συλλαμβάνει και να σχεδιάζει παρεμβάσεις μεγάλης εμβέλειας, αλλά ταυτόχρονα ανοιχτού ώστε να εξασφαλίζει τις αναγκαίες συμμαχίες» (σ. 192).

.* Η ταξικότητα, που είναι θαυμάσιο πράγμα, είναι άλλο από την «κοινωνική ευαισθησία» των εξασφαλισμένων, όπως είναι άλλο και από τον αριστερίστικο εργατισμό (σ. 60 & 71).

* Η προσήλωση στην αναγκαία ενότητα των από τα κάτω δεν σημαίνει αυταπάτες, ούτε για τα όρια της θεσμικής πολιτικής, ούτε για τις ακροαριστερές καρικατούρες λενινισμού. Ο Νίκος επιμένει, με τον Φιντέλ και τον Τσε: «καθήκον του επαναστάτη είναι να κάνει την επανάσταση», όχι απλά να μιλάει γι’ αυτήν.

* Η ανάληψη ηγετικών ρόλων στο πλαίσιο της συλλογικότητας προϋποθέτει τη γνώση και την ικανότητα σύνθεσης των εσωτερικών της αντιθέσεων. Δεν είναι αυτολογοκρισία και υποταγή στην πλειοψηφία, επιτέλεση ρόλων και παιχνίδια συσχετισμών, αφ’ υψηλού «παιδαγωγική» ή «κάτσε να δούμε πού θα κάτσει η μπίλια».

* Η αφοσίωση, τέλος, στην επαναστατική υπόθεση δεν καταργεί την ανθρωπιά του επαναστάτη. Δεν λέω μόνο για την τρυφερότητα με την οποία ο Νίκος οργανώνει χρόνια τώρα την αλληλεγγύη σε έναν τρυφερό άνθρωπο: τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Τον θυμάμαι, επίσης, να τα έχει δώσει όλα στο Φόρουμ, το Μάη του 2006 – και κάποια στιγμή να παρατάει τα πάντα για να ξεναγήσει τους γονείς του στο Ελληνικό, δικαίως περήφανος για ό,τι είχε στήσει ως εκείνη τη στιγμή.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ

Προς τιμή του, ο Νίκος δεν διαγράφει τα δρομολόγια πολλών απ’ όσες και όσους το 2015 μετρήθηκαν σε μια ιστορική ταξική σύγκρουση – μετρήθηκαν, βρέθηκαν λίγοι, και έκτοτε ξέχασαν να αγανακτούν με την αδικία. Θέλω να σταθώ για λίγο εδώ: Μέχρι τον Αύγουστο του 2015, πιστεύαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να γίνει καθεστωτικό κόμμα. Κάναμε λάθος. Όμως –το λέω με τον τρόπο του αγαπημένου μου Βικτόρ Σερζ– τα λάθη μας ήταν έντιμα. Φεύγοντας, δε, απορρίψαμε την ηθικολογία και την ανοησία περί «προδοτών», γιατί ήταν μια τεμπέλικη σκέψη: ο δρόμος προς τον καθεστωτισμό, το δείχνει ο Φιλαλάκος, είχε ανοίξει από το 2012 και έπρεπε να πάρουμε αποτελεσματικότερα μέτρα. Το 2015, ωστόσο, βρεθήκαμε μπροστά σε εσωκομματικό πραξικόπημα, που δεν περιμέναμε, και που ήγειρε ζητήματα πρώτα πολιτικής και έπειτα ηθικής. Δεν αδικηθήκαμε προσωπικά, ούτε και θέσαμε τέτοια ζητήματα από «πίκα», για «ψυχολογικούς» λόγους: ό,τι συνέβη, ιδίως τον Αύγουστο του 2015, σήμανε την ανεπιστρεπτί μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ – και το γεγονός ότι ο Φιλαλάκος μένει με ευαισθησία κυρίως στο τίμημα στις ανθρώπινες σχέσεις, το θεωρώ έλλειψη. Έλλειψη, όχι όμως διαφορά: στη συμβολή του σε ένα συλλογικό βιβλίο που ετοιμάζουμε με τον Χρήστο Λάσκο, ο Νίκος γράφει ότι

εκείνο που χρειάζεται [μετά το 2015] είναι η ανάδειξη των ορίων της σοσιαλφιλελεύθερης (αστικής) πολιτικής, όχι μέσω της ισοπεδωτικής καταστροφολογίας, αλλά υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων χώρων ελευθερίας, που αποτελούν εκ των ων ουκ άνευ όρο του (διακηρυσσόμενου) κοινωνικού μετασχηματισμού5.

***

Θέλω να πω ότι είναι τύχη για όσους και όσες συνεχίζουμε, μετά το 2015, να ξαναρχίζουμε με το Νίκο (και το Φέστα, το Φώλια, το Φελέκη) από τη μέση. Γι’ αυτό και συμμερίζομαι την απορία διαφόρων: «τι θέλει και γράφει αυτοβιογραφία από τόσο νωρίς;». Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, να το θυμίσω: η Ελευθεριακή Αριστερά, το ρεύμα ιδεών στο οποίο ανήκουμε μαζί με το Γιαννόπουλο, δεν είναι λιβιδινικός αριστερισμός, να γράφει ο καθένας μόνο ό,τι τον ερεθίζει: η φάση έχει και καθήκοντα. Κάνοντας λοιπόν, τον αυτόκλητο σύμβουλο εκδόσεων, νομίζω πως είναι ώρα να εκδοθούν συγκεντρωμένα και τα αμιγώς πολιτικά κείμενα του Νικολάκη. Για να θυμούνται οι παλιοί – και για την ιστορία που γράφουνε, μαζί με τους παλιούς, οι νεότεροι.

 

Παρέμβαση στην παρουσίαση του βιβλίου «Ω, λε φιλαλάκο!», που έγινε τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου στη Θεσσαλονίκη, στον πολυχώρο «Ένεκεν», μαζί με τους Θοδωρή Φέστα, Γιώργο Τοζίδη, Χριστίνα Κυδώνα, Λίνα Κυργιαφίνη και τον συγγραφέα. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην αρχική μορφή στο τεύχος 2 του περιοδικού «Ζην», που κυκλοφορεί από την ομάδα του The Press Project.

________________________________________

Σημειώσεις

1 Massimo Recalcati, Το σύμπλεγμα του Τηλέμαχου. Γονείς και παιδιά μετά τη δύση του Πατέρα (μτφρ.: Άννα Πλεύρη, Γιοβάνα Βεσσαλά), Κέλευθος, Αθήνα 2016.

2 Β.Ι. Λένιν, «Πολιτική πάλη και πολιτικαντισμός», Ίσκρα, 15.10.1902, Άπαντα, τ. 7, σελ. 40, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.

3 Θοδωρής Φέστας, Ιστορίες με φίδια, Άγρα 2019, σ. 129.

4 Erri De Luca, Το παιχνίδι της χήνας (Άννα Παπασταύρου), Κέλευθος 2019.

5 Χρήστος Λάσκος – Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση 2015-2019: μια αποτίμηση, Τόπος (υπό έκδοση).

Φωτογραφία: Αποστολή της Αντιεθνικιστικής Αντιμιλιταριστικής Πρωτοβουλίας στην πόλη των Σκοπίων, Μάιος 2008