Να πληρώσουν οι πλούσιοι –αυτή είναι η μόνη λύση. Του Χρήστου Λάσκου

Emmanuel Saez – Gabriel Zucman, O θρίαμβος της αδικίας. Πώς οι πλούσιοι αποφεύγουν τους φόρους και πώς θα τους κάνουμε να πληρώσουν (μετάφραση: Α. Δ. Παπαγιαννίδης), Πόλις 2020, σελ. 324

Ο Emmanuel Saez και ο Gabriel Zucman είναι από τους νεότερους εκπροσώπους μιας φουρνιάς οικονομολόγων που έχουν κάνει κύριο ερευνητικό τους αντικείμενο την κατανόηση και αποτύπωση των διεθνών εξελίξεων στη διανομή του εισοδήματος – όλο και πιο άνιση, σε βάρος της εργατικής τάξης. Ταυτόχρονα, στρατεύονται με τον τρόπο τους στην καταπολέμηση των ανισοτήτων: μπορούμε να πούμε πως ανήκουν σε ένα νεοσοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, του οποίου η κύρια καινοτομία είναι η… επιστροφή, εν πολλοίς, στις ιδέες της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας πριν από την έλευση του «τριτοδρομικού» σοσιαλφιλελευθερισμού.

Είναι, δηλαδή, αρνητές της, τόσο χαρακτηριστικής για τον μπλερισμό, αλλά και τον «σημιτισμό», ιδέας του trickle-down effect: της αντίληψης πως, όταν πλουτίζουν οι πλούσιοι, μαζί τους πλουτίζει και η σύμπασα κοινωνία. Που σημαίνει πως θεωρούν ότι, όταν πληρώνουν οι πλούσιοι, τότε κερδίζουν όλοι οι υπόλοιποι – ειδικά, μάλιστα, σήμερα.

Είναι, επομένως, οπαδοί μιας ευρείας αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, επίμονοι στην ιδέα της προοδευτικής φορολογίας και, φυσικά, ενός εύρωστου και καθολικού κοινωνικού κράτους. Μαζί με τον Άτκινσον, τον Στίγκλιτς και τον Πικετύ επιχειρούν εδώ και κάποια χρόνια να επηρεάσουν τμήματα του πολιτικού κόσμου προς έναν τέτοιο προσανατολισμό, πιστεύοντας ακράδαντα πως «αυτά γίνονται». Όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά:

Τα καλά νέα είναι ότι μπορούμε να επανορθώσουμε τη φορολογική αδικία – αμέσως τώρα (σελ. 15).

Η ισχυρή αυτή πεποίθηση βασίζεται στο γεγονός ότι, κατά την άποψή τους, καμιά οικονομική νομοτέλεια δεν οδηγεί, κατ’ ανάγκη, σε μεγαλύτερη κοινωνική ανισότητα. Είναι συνειδητές πολιτικές επιλογές που τη δημιουργούν. Γι’ αυτό και το βιβλίο, σε ένα μεγάλο του τμήμα,

είναι μια εξιστόρηση του πώς υπονομεύθηκε το φορολογικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε με το Νιου Ντηλ. Σε κάθε βήμα αυτής της κατάρρευσης συναντάμε το ίδιο μοτίβο. Ξεκινάμε με μια έκρηξη φοροαποφυγής. Συνεχίζουμε με τους πολιτικούς που επιτρέπουν να ανθήσει αυτή η φοροαποφυγή, έχοντας παραλύσει μπροστά σε δήθεν ακατανίκητους εχθρούς –τα φορολογικά καταφύγια, την παγκοσμιοποίηση, τους φορολογικούς παραδείσους, την αδιαφάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Και καταλήγουμε με τις κυβερνήσεις που περικόπτουν τους φορολογικούς συντελεστές των πλουσίων, με το πρόσχημα πως η φορολόγηση των πλουσιότερων ανάμεσά μας είχε πλέον καταστεί αδύνατη (σελ. 13).

Έτσι στις ΗΠΑ κατέληξε το 2018 οι δισεκατομμυριούχοι να καταβάλλουν στα δημόσια ταμεία λιγότερα από τους εργάτες χαλυβουργίας, τις δασκάλες και τους συνταξιούχους, ενώ το 1970 οι πλούσιοι πλήρωναν πάνω από το 50% του εισοδήματός τους σε φόρους. Στην πραγματικότητα, για μια σειρά από λόγους που επεξηγούνται πληρέστατα στο βιβλίο, οι υπερπλούσιοι υπόκεινται πολλές φορές σε φορολογικούς συντελεστές μηδενικούς (σελ. 46, για την περίπτωση Ζάκερμπεργκ της Facebook). Την ίδια στιγμή, η εργατική τάξη πληρώνει αβάσταχτες ασφαλιστικές εισφορές και μεγάλους φόρους κατανάλωσης, ενώ ο κατώτατος μισθός, από 50% του μέσου εισοδήματος το 1950 έφτασε στο 20% μόλις το 2019!

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως το κατώτερο 50% του πληθυσμού έχει εισόδημα μόλις στο 1/4 του μέσου, με αποτέλεσμα το 1% των πλουσιότερων να παίρνουν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό του εθνικού εισοδήματος από το 50% που αποτελεί, κατά Saez –Zucman, την αμερικανική εργατική τάξη (το 1978 η σχέση ήταν ακριβώς η αντίστροφη).

Οι νεοφιλελεύθεροι ισχυρίζονται πως οι οιμωγές για την ανισότητα είναι αβάσιμες στο μέτρο που αυτή «βοηθάει» την ανάπτυξη», άρα, τελικά, όλον τον πληθυσμό, που κάτι παίρνει από τον αυξημένο πλούτο. Τα στοιχεία, όμως, δεν υποστηρίζουν καθόλου ένα τέτοιο επιχείρημα:

  1. Η περίοδος υψηλής φορολόγησης του κεφαλαίου –από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τη δεκαετία του ’80– ήταν επίσης μια εποχή όπου οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις βρίσκονταν σε ιστορικό υψηλό, άνω του 10% του εθνικού εισοδήματος (σελ. 154)

  2. Ο ρυθμός ανάπτυξης από 2%, μετά το 1980 έπεσε στο 1.4% -και μετά το 2000 στο 0.8%. Ταυτόχρονα, παρατηρήθηκε «μια τεράστια αποσύνδεση μεταξύ του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας (1.4%) και την αύξηση των εισοδημάτων των ατόμων ([… μόλις] 0.65%)» (σελ. 233) –και περισσότερο των μελών της εργατικής τάξης (0.1%).

Την ίδια περίοδο -1980 με 2019- το ανώτατο εισοδηματικά 0.1% είχε συνολική αύξηση 320%, το 0.01% έως και 430%, ενώ το 0.001%, δηλαδή οι 2300 πλουσιότεροι Αμερικανοί, είδαν εισοδηματική αύξηση της τάξης του 600%.

Οι συγγραφείς αναλύουν πώς συνέβη αυτό και γιατί συνέβη. Παρακολουθούν εμβριθώς την ιστορία αυτής της τρομακτικής εξέλιξης και περιγράφουν τα αίτια και τις καμπές της διαχρονικά. Κυρίως, όμως, προτείνουν λύσεις για την αντιμετώπισή της. Γιατί, κατά τη γνώμη τους, πρόκειται για αντιμετωπίσιμη και αναιρέσιμη κατάσταση. Η πολιτική βούληση, αν πραγματικά υπάρχει είναι επαρκής προϋπόθεση. Το παρελθόν, άλλωστε, είναι η καλύτερη απόδειξη:

Πριν θριαμβεύσει η αδικία, οι ΗΠΑ λειτουργούσαν ως φάρος φορολογικής δικαιοσύνης […] Τη δεκαετία του ’30 οι Αμερικανοί υπεύθυνοι της οικονομικής πολιτικής επινόησαν –και, εν συνεχεία, εφάρμοζαν επί περίπου μισό αιώνα- ανώτατους οριακούς συντελεστές φορολογίας εισοδήματος της τάξεως του 90% στα υψηλότερα εισοδήματα. Τα εταιρικά κέρδη φορολογούνταν με 50%, οι μεγάλες κληρονομίες με σχεδόν 80%. Με τα φορολογικά έσοδα που προέκυπταν, η χώρα έχτισε τα σχολεία που χάρισαν στους κατοίκους της ευημερία και παραγωγικότητα, ενώ επίσης χρηματοδότησε δημόσια πανεπιστήμια που εξακολουθεί να τα ζηλεύει όλος ο κόσμος (σελ. 21).

Πράγματι, από το 1930 ως το 1980, ο ανώτατος οριακός συντελεστής του φόρου εισοδήματος είχε διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 78%, ενώ στην περίοδο από το 1951 μέχρι το 1963 έφτασε το 91%. Οι δε φόροι κληρονομίας είχαν πραγματικά δημευτικούς συντελεστές. Η δήμευση, όμως, ως πρόθεση αφορούσε κάποια εποχή και το εισόδημα. Που σημαίνει πως ο φόρος εισοδήματος δεν στόχευε, πλέον, μόνο στην είσπραξη φορολογικών εσόδων. Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς,

Μετά τη [δεύτερη] εκλογή του, ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ προσέθεσε έναν καινούργιο στόχο: να εξασφαλιστεί ότι κανείς δεν θα κερδίζει περισσότερα από ένα ορισμένο ποσό. Με απλά λόγια, να δημεύονται τα υπερβάλλοντα εισοδήματα […] Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ανώτατος συντελεστής άγγιξε το 100% (σελ. 68).

Έγινε στο παρελθόν. Μπορεί να ξαναγίνει. Και είναι ο μόνος τρόπος, η βαριά φορολόγηση του πλούτου και των πλουσίων, ώστε τα πράγματα να βελτιωθούν για την κοινωνική πλειοψηφία. Γιατί, σύμφωνα με τους Saez και Zucman, σε αντίθεση με τις νεοφιλελεύθερες ανοησίες, όταν πληρώνουν οι πλούσιοι είναι οι πλούσιοι που πληρώνουν -και ευνοούνται οι φτωχοί.

Που σημαίνει πως μόνο μέσω μιας μετωπικής επίθεσης στον πλούτο με την εκτεταμένη εφαρμογή προοδευτικής φορολογίας μπορεί να αναιρεθεί το αίσχος πως οι ΗΠΑ, ενώ το 1980 είχαν προσδόκιμο ζωής 1.5 χρόνο μεγαλύτερο από τις άλλες αναπτυγμένες χώρες σήμερα υπολείπονται κατά δύο χρόνια. Μια τέτοια υποβάθμιση του προσδόκιμου μόνο σε μία περίπτωση έχει εμφανιστεί ξανά σε καιρό ειρήνης –στη Ρωσία της χαοτικής μετάβασης της δεκαετίας του ’90.

                                                                                ***

Να πληρώσουν οι πλούσιοι, λοιπόν! Και γίνεται! Δεν χρειάζονται συνολικές, δομικές αλλαγές. Αρκεί η πολιτική βούληση και συγκεκριμένες φορολογικές παρεμβάσεις, τις οποίες οι συγγραφείς είναι σε θέση να προτείνουν.

Η προσωπική μου άποψη είναι πως απαιτούνται σοβαρότατες δομικές αλλαγές, πραγματικά επαναστατικές, αν θέλουμε να κινηθούμε προς μια περισσότερο εξισωτική κοινωνία. Η αφαίρεση, στην οποία υποκύπτουν οι συγγραφείς, τους κάνει να υποτιμούν τους γενικότερους όρους υπό τους οποίους συνέβησαν όσα περιγράφουν μεταξύ 1930 και 1980. Ιδίως, δε, τα παραφερνάλια της Ρωσικής Επανάστασης και, πρώτα απ’ όλα, τον τρόμο που προκάλεσε στις κυρίαρχες τάξεις της Δύσης, οι οποίες έτσι έγιναν περισσότερο εφεκτικές σε «προοδευτικές μεταρρυθμίσεις». Σήμερα και για όσο δεν θα υφίσταται κάποια βάσιμη ανατρεπτική απειλή μάλλον είναι απίθανη μια τέτοια μετατόπιση.

Να το πω αλλιώς: όσο ο κομμουνισμός ασθενεί, η σοσιαλδημοκρατία παλαιού τύπου δεν έχει τύχη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως το βιβλίο των Saez και Zucman δεν είναι χρήσιμο. Κάθε άλλο. Τα επιχειρήματα και τα εργαλεία, με τα οποία μας εξοπλίζει, είναι πολύτιμα. Μαζί με τα άλλα, παρόμοιας ιδεολογικής κλίσης, βιβλία που μεταφράστηκαν ήδη στη γλώσσα μας –Μιλάνοβιτς, Άτκινσον, Πικετί– και όσα έργα κριτικού μαρξισμού αναφέρονται στα ίδια θέματα, συγκροτούν ένα πολύ ισχυρό εργαλείο μάχης μπροστά στους ταξικούς αγώνες, που είναι ήδη σε εξέλιξη και, με μεγάλη πιθανότητα, θα δυναμώσουν όσο η κρίση παρατείνεται και παροξύνεται. Το γεγονός πως «περιορίζονται» στα ζητήματα διανομής, χωρίς να θέτουν θέμα παραγωγικού, άρα και κοινωνικού, μετασχηματισμού, δεν ακυρώνει τη συμβολή τους.

Όποιος επιμένει πως θα πρέπει να πληρώσουν οι πλούσιοι, από όποια πλευρά κι αν το θέτει, είναι πολύτιμος.