Μνήμη Νίκου Κατσάνου. Του Κώστα Δεσποινιάδη

(κείμενο του Κώστα Δεσποινιάδη στη μνήμη του θεσσαλονικιού εκδότη Νίκου Κατσάνου που έφυγε πριν λίγες μέρες από κοντά μας. Η φωτογραφία είναι επίσης του Κ. Δεσποινιάδη)

Σκηνή 1η

Λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ’90, με τον φίλο μου τον Θεόπα ξεθάβουμε στο «Συνεταιριστικό βιβλιοπωλείο» της Κοζάνης ένα μικρό άσπρο βιβλιαράκι με κόκκινα γράμματα. Είναι το «Προς τους Νέους» του Κροπότκιν, το πρώτο μας αναρχικό ανάγνωσμα, αμούστακα παιδιά ακόμα. Ανακαλύπτω τις εκδόσεις Κατσάνος. Ακολουθούν στα χρόνια της εφηβείας και μετεφηβείας πολλά άλλα αναγνώσματα από τις ίδιες εκδόσεις: «Θεός και κράτος», «Για την κατάργηση του κράτους», «Αναρχισμός και οργάνωση», «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού», «Το αλφαβητάρι του αναρχισμού», «Το επαναστατικό πνεύμα» κ.ά.

Σκηνή 2η

Στη Θεσ/νικη πια, τους πρώτους μήνες της εκεί διαμονής μου, βλέπω στη θρυλική κολώνα της Αριστοτέλους και μετά στην έκθεση της παραλίας τη μορφή του Νίκου. Μακρύ μαλλί, κοτσίδα, τσιγάρο μονίμως στο χέρι, ροκ μουσική και ουίσκι. Αγοράζω από το περίπτερο στην έκθεση κάποιο αναρχικό βιβλίο κι ο Νίκος δίχως να με ξέρει μου χαρίζει δύο βιβλία του Ιβάν Ίλιτς που είχε εκδώσει: «Ευτραπελία» και στο «Σοσιαλισμό φτάνεις με ποδήλατο». «Πάρτα», μου λέει, «δώρο από μένα. Αφού διαβάζεις τέτοια είσαι σοβαρό παιδί».
Γνωριζόμαστε.

Σκηνή 3η

Έχω ξεκινήσει πια το Πανοπτικόν. Του πηγαίνω το περιοδικό και τις πρώτες μου εκδόσεις και ο Νίκος τα πουλάει στην κολόνα. Κάποια στιγμή, σχολιάζοντας τις «Θύρες της αντίληψης» του Χάξλεϋ που είχε εκδώσει, του λέω πως υπάρχει και ένα βιβλίο που κατά κάποιον τρόπο είναι η συνέχειά του, το «Παράδεισος και κόλαση».
Ο Νίκος με κοιτάει με το διαπεραστικό του βλέμμα και με τον χαρακτηριστικό του τρόπο με ρωτάει: «Καουμπόι, ξέρεις εγγλέζικα;» Απαντάω ναι, κάπως διστακτικά.
Βγάζει από την τσέπη του 200 ευρώ, μου τα δίνει: «Ξεκίνα να το μεταφράζεις», μου λέει, «και θα τα βρούμε». Κάπως έτσι έγινα μεταφραστής…
Πράγματι «τα βρήκαμε». Κάναμε μαζί καμιά δεκαπενταριά βιβλία, μεταφράσεις και σελιδοποιήσεις της παλιάς σειράς με τα άσπρα εξώφυλλα, που ουσιαστικά την ξαναστήσαμε από την αρχή, εκσυγχρονίζοντας την παλαιική της στοιχειοθεσία: Κροπότκιν, Μπακούνιν, Μαλατέστα, Μπερνέρι, Ντάριο Φο, Μπέρκμαν, Ε.Π Τόμσον, Καμύ (τα περισσότερα σε μετάφραση Βασίλη Τομανά), αλλά και καινούργια σε δικές μου μεταφράσεις ή επιμέλειες: Προυντόν, Χάξλεϋ, Θορώ, Ντε Σαντ, Νταριέν…
Σε χρόνια δύσκολα για εμένα, ο Νίκος μου έδωσε δουλειά, πάντοτε τίμιος και γενναιόδωρος, και οι συναλλαγές του πάντα σε «δολάρια», ποτέ σε δραχμές ή ευρώ.

Σκηνή 4η

Σεπτέμβρη του ’19 τον βλέπω έξω από το βιβλιοπωλείο Κεντρί. Ο Νίκος είναι εμφανώς αδυνατισμένος. Του το λέω. Δεν ξέρω αν γνώριζε ήδη ότι η αρρώστια δούλευε μέσα του, αλλά στρέφοντας το βλέμμα του αλλού, μου λέει απλώς ότι είναι κουρασμένος. Του λέω να ξεκουραστεί. «Μην ανησυχείς μωρό μου, ο Κατσάνος αντέχει», απαντά με το σταθερό του χαμόγελο.
Διαπιστώνω πως εκείνη ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Λίγες εβδομάδες μετά μαθαίνω για την αρρώστια του και προχθές η Εύη Κουτρουμπάκη, με ενημέρωσε για το δυσάρεστο.

Ο Νίκος, αμετανόητος ροκάς και ταυτόχρονα άνθρωπος της πιάτσας, ακούραστος πότης και αρειμάνιος καπνιστής, πνεύμα γνήσια αναρχικό και γενναιόδωρο, άνθρωπος με ανοιχτή καρδιά και χιούμορ, δεν ζει πια. Δύο τουλάχιστον γενιές ανήσυχων εφήβων στη Θεσσαλονίκη, του χρωστάμε σε κάποιον βαθμό αυτό που γίναμε, χάρη στα βιβλία που εξέδωσε.

«Μπορώ να μάθω τι δουλειές κάνουμε;», συνήθιζε να ρωτάει αντί για καλημέρα.
«Μπορώ να μάθω τι δουλειές θα κάνουμε χωρίς εσένα Νικόλα;», ρωτάω με τη σειρά μου.

Πηγή: alerta.gr