Μέρες Σεπτέμβρη. Του Βασίλη Συμεωνίδη

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που οι μέρες του Σεπτέμβρη έρχονταν με μόνη τη θλίψη της μέρας που μικραίνει και την αναμονή των μαθητών για να ζωντανέψουν οι αίθουσες. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, το μυαλό των περισσότερων εκπαιδευτικών δεν είναι στην ουσία της δουλειάς μας· δεν είναι στο γνωστικό αντικείμενο και στους τρόπους που θα το συζητήσουμε με τους μαθητές. Βεβαίως και η έγνοια μας παραμένει στους μαθητές, παιδιά μας κι αυτά, που τους σκιάζει εκείνο το ανείπωτο ποσοστό της ανεργίας των νέων ειδικά. Και 'κει κάπου συναντιέται η μοίρα των απολυμένων, των “διατεθειμένων”, των επισφαλώς εργαζόμενων εκπαιδευτικών με τους νέους της κοινωνίας μας. Με το ερώτημα για ποιον λόγο, όλο και περισσότερο, ο δάσκαλος της σχολικής αίθουσας νιώθει την εκπαιδευτική πολιτική απέναντί του; Και πως μπορεί να σταθεί απέναντί της;

Σκεφτόμαστε τις κινήσεις του παρελθόντος, δικές μας ατομικά και του συνόλου, τα λάθη και τις ανεπάρκειες, τα αποτελέσματα των δημόσιων πράξεών μας, τη στάση μας στα πλαίσια του εργασιακού χώρου, του σχολείου δηλαδή. Από την άλλη είναι οι υπαρκτές διαιρέσεις που ανεπαίσθητα κομμάτιασαν το σύνολο: παλιοί με κατοχυρωμένα δικαιώματα, νέοι μεταπτυχιακοί και διδάκτορες, πολύτεκνοι και ειδικές κατηγορίες, ασεπίτες και τεχνολογικές ειδικότητες και πόσα άλλα... Πράγματα που αναφύονται συνεχώς μπροστά και που δεν συζητιούνται για να λυθούν. Βεβαίως, ο παλιότερος συνάδερφος καταλαβαίνει καλά ότι εδώ και τρία χρόνια, με το νέο βαθμολόγιο, οι νέοι συνάδερφοι αμείβονται τόσο που δεν μπορούν να 'χουν το σπίτι τους, το φαγητό τους, την ψυχαγωγία τους, δεν μπορούν να ζήσουν όπως αυτός νεοδιόριστος πριν δεκαπέντε - είκοσι χρόνια· ο διδάκτορας καταλαβαίνει καλύτερα ότι η επιστημοσύνη του δεν είναι διαχωρισμός για τη δουλειά στη δευτεροβάθμια που ζητά άλλα πράγματα· ο πολύτεκνος ξέρει καλύτερα ότι και το ένα ή δύο παιδιά είναι εξίσου παιδιά κι' αυτά, ακόμα και την θέση όσων δεν έγιναν γονείς· αυτός που διορίστηκε με τον διαγωνισμό ξέρει καλά μέσα του ότι στις λίγες ώρες που έγραφε δεν απέδειξε την αξιοσύνη, ούτε την δύναμη που χρειάζεται η διδασκαλία. Και άλλα πολλά που μπορούμε να δούμε με ανάλογη οπτική… Όμως, όλα αυτά που ξέρουμε καλά είναι ανάγκη να τα πούμε μεταξύ μας καθαρά. Κάπως έτσι, ίσως βρούμε την κοινή βάση συμφέροντος.

Εκτός και αν δεν υπάρχει... Αλλά, μήπως υπάρχει εμπιστοσύνη στον συνδικαλισμό; στις παρατάξεις; σε ποιες; γιατί; Μήπως ενίοτε υπάρχει περισσότερη εμπιστοσύνη στη διοίκηση παρά στο συνδικάτο; Μα, τι γράφω...; Γιατί ασχολείται κάποιος με τα κοινά; γιατί απέχει; ποιος ασχολείται και ποιος απέχει; Πώς δραστηριοποιείται ο καθένας μας; Πού εναποθέτει ελπίδες και πλάνες; Και άραγε, τελικά, μπορούμε να εντάξουμε το δικό μας στο ευρύτερο; Να αντιληφτούμε το συμφέρον μας ίδιο με αυτό του συναδέρφου;

Εντέλει, σύντομα αποφασίζουμε επί του πρακτέου και τα ερωτήματα συνεχίζονται: από ποια οπτική τοποθετούμαστε απέναντι στην συγκυρία; αποφασίζουμε σε καθεστώς συναισθηματικής έντασης ή έχουμε πλήρη συνείδηση; πώς αντιλαμβανόμαστε το συμφέρον μας και ποιο κόστος είμαστε “διατεθειμένοι” ή μπορούμε να πληρώσουμε;