«Κυνηγώντας τον δολοφόνο μου» στο αυτοδιαχειριζόμενο σινεμά της ΕΡΤ3

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου

Η κοινωνική προσφορά των απολυμένων της ΕΡΤ-3 έχει βρει την πλήρη ανταπόκριση από την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Πάνω από 300 άτομα μαζεύονται σε κάθε προβολή στον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ,  μετά την προβολή ακολουθούν συζητήσεις με τους θεατές, ενώ προηγείται και μουσικό χάπενινγκ. Η φήμη της λέσχης έχει απλωθεί σε όλη τη Θεσσαλονίκη και συνεχώς προστίθενται και νέοι θεατές.

Ένα καλτ αμερικανικό φιλμ – νουάρ, που όσο περνούν τα χρόνια αποχτάει και περισσότερη αξία, προβάλλουν οι απολυμένοι των τριών ραδιοφώνων της ΕΡΤ-3 (102 FM, 9,58, βραχέα) στο αφιέρωμα Στις ομίχλες του νουάρ.

Τη Δευτέρα 11 Νοεμβρίου στις 21:00 στον Αλέξανδρο (Εθνικής Αμύνης1) με δωρεάν πάντα είσοδο παρουσιάζουν με τη συμπαράσταση του ΚΕΜΕΣ, τη χορηγία της ταινίας από τη New Star και την ευγενική παραχώρηση του Αλέξανδρου από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας –Τομέας Πολιτισμού το Κυνηγώντας το δολοφόνο μου (D.O.A., 1950).

Σε σκηνοθεσία Ρούντολφ Ματέ και στο βασικό ρόλο τον Έντμοντ Ο’ Μπράιαν  το φιλμ χαρακτηρίζεται από την εκπληκτική ατμοσφαιρική φωτογραφία του Έρνεστ Λάσλο και τη λειτουργική μουσική του Ντμίτρι Τιόμκιν.

Η ταινία είναι σε πρώτη προβολή για τη Θεσσαλονίκη σε επίπεδο επανεκδόσεων  σε νέα κόπια.

Ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου- του οποίου θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση- σε σύντομο πρόλογο θα διαπραγματευθεί το θέμα Η κοινωνία συντηρητικοποιείται και αυτό αντανακλάται στο φιλμ- νουάρ.

Τη δεκαετία του `80 έγινε το έγχρωμο ριμέικ του Κυνηγώντας το δολοφόνο μου, αλλά δεν έφθασε την αξία του  αρχικού. Η υπόθεση είναι η ακόλουθη:

Ένας άνδρας εισβάλλει σ’ ένα αστυνομικό τμήμα και καταγγέλλει τη δολοφονία του, μια και θα πεθάνει σε 24 ώρες, καθώς δεν υπάρχει αντίδοτο για το δηλητήριο που του έδωσαν. Η ένταση που ακολουθεί είναι πρωτοφανής.

Με το τέλος του φιλμ θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό.

Ακολουθεί η έντυπη ανάλυση του Αλέξη Ν. Δερμεντζόγλου:

«Ένας άντρας καταγγέλλει προκαταβολικά τη δολοφονία του, δεδομένου ότι τον έχουν ποτίσει με ένα δηλητήριο που θα δράσει 24 ώρες μετά και για το οποίο δεν υπάρχει αντίδοτο. Ακολουθούν αναδρομές στο παρελθόν.

Ένας μέτριος επαγγελματίας, ο Ματέ, σ’ ένα κορυφαίο νουάρ, σημείο αναφοράς πλέον. Η φωτογραφία του μεγάλου μετρ Λάσλο είναι ένα επίτευγμα. Κολλώδης, αχνίζουσα, ζέουσα, σε τυλίγει με υπερρεαλισμό, μυστικισμό, με μια αίσθηση αργής απώλειας. Ναι, είναι μια διαδικασία αργού θανάτου με μίνι διακοπή αυτό το ζοφερό εφιάλτη ηδονικών στιγμών του παρελθόντος.

Εδώ βρίσκεται και ο μίτος του μυστηρίου αυτής της τόσο παράξενης ταινίας: Η αναζήτηση ηδονών από τον ήρωα που λέει ψέματα στην πιστή γυναίκα που τον αγαπάει και το σκάει για λίγο να διασκεδάσει στην Καλιφόρνια (Σαν Φρανσίσκο).

Είναι βαθύτατος ο συντηρητικός χαρακτήρας του φιλμ. Ηδονές, περάσματα στο χωροχρόνο, μυστική ευφορία και απόκλιση από την ηθική κλίμακα τού να κάνεις οικογένεια, που ταιριάζουν όλα αυτά σε μια Αμερική που μάχεται εκτός συνόρων με τον «ψυχρό», αλλά και το θερμό (Κορέα), πόλεμο και εντός με την επιτροπή Μακάρθι.

Ο ήρωας, λοιπόν, πρέπει να αποσυρθεί προς γνώση και συμμόρφωση και δεν είναι τυχαίο πως το δηλητήριο το «εισέπραξε» σε μια φάση παραίσθησης και ευφορίας, που οπτικά δίνεται υπέροχα. Όχι μόνον αποσύρεται ο άνδρας, αλλά παράλληλα  και μετανιώνει.

Έχω την εντύπωση, εν πάση περιπτώσει ρισκάρω να σκεφθώ, πως λίγο χρόνο μετά ο Χίτσκοκ θα αξιοποιήσει αυτό το δίπολο στον Δεσμώτη του ιλίγγου. Εκεί η πιστή γραμματέας συνεχώς συμβουλεύει τον Σκότι (Τζέιμς Στιούαρτ) να είναι φρόνιμος, αλλά εκείνος όχι μόνον δεν ακούει, αλλά αφήνεται στον ίλιγγο της πλαστότητας. 

Το Κυνηγώντας το δολοφόνο μου είναι τελικά αριστουργηματικό ως δομή, στιλ, ματιά, αισθητική και κινείται μ’ έναν ασθμαίνοντα ρυθμό.

Τις ταινίες δεν τις αγαπάμε μόνο για τον προοδευτικό χαρακτήρα τους, αλλά και για τη δυναμική τους: Μπορούμε με τη λογική να κρίνουμε ιδεολογικά, ταυτόχρονα είναι επιτρεπτό και να απολαμβάνουμε. Το Κυνηγώντας το δολοφόνο μου παραμένει ιδανικό παράδειγμα για το πώς βλέπει η Αμερική του `50 την κοινωνική κάθαρση και απόσυρση, αλλά και την απόκλιση από τη γραμμή της οικογένειας».