Κορονοϊός και νεοφιλελευθερισμός

Από υγειονομικής απόψεως οφείλουμε να τονίσουμε ότι αν η κρίση δεν πληρωθεί από το κεφάλαιο και το τελευταίο κατορθώσει να τη μετακυλήσει στην εργασία, η δραματική υποβάθμιση των συνθηκών ζωής, μέσα από τη νέα φτωχοποίηση που θα προκύψει, θα εκφραστεί τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και -κυρίως- μεσοπρόθεσμα με μεγάλη αύξηση της συνολικής νοσηρότητας και θνησιμότητας των λαϊκών στρωμάτων, πολύ μεγαλύτερης από την οφειλόμενη στον Covid-19 και επίσης μεγαλύτερης από αυτή που προέκυψε τα χρόνια των μνημονίων.

Των Θοδωρή Ζδούκου* και Νίκου Γιαννόπουλου**, πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Η μέχρι τώρα διαχείριση της κρίσης του κορονοϊού από τις κυβερνήσεις σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του πληθυσμού αλλά και στην οικονομία με τρόπο που, από τη μια μεριά, θα περιοριστεί η εκατόμβη θυμάτων και, από την άλλη, δεν θα θιγεί η ηγεμονία των κυρίαρχων ελίτ επί των υποτελών τάξεων, όσες προσωρινές παραχωρήσεις και αν γίνουν προς πιο κεϊνσιανές πολιτικές. Η δε κυβέρνηση Μητσοτάκη, εκμεταλλευόμενη τον απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ και την αρχική αίγλη που της προσέδωσε η σχετικά έγκαιρη (παρά τις συνεχείς παλινωδίες με την Εκκλησία) λήψη των μέτρων καραντίνας, αρνείται πεισματικά να προχωρήσει σε σοβαρά μέτρα στήριξης τόσο του εισοδήματος των εργαζομένων όσο και του ΕΣΥ, κινούμενη μεταξύ απροκάλυπτων ψεμάτων, φίμωσης και καταστολής των μαχόμενων υγειονομικών, ξεδιάντροπης εκροής κρατικού χρήματος προς τους επιχειρηματίες της Υγείας και ανοχής στην εργοδοτική αυθαιρεσία.

Η οικονομική κρίση, που εκδηλώνεται παγκόσμια, ομολογείται από όλους πως θα είναι πολύ χειρότερη από αυτήν του 2008-9. Από υγειονομικής απόψεως, οφείλουμε να τονίσουμε ότι αν η κρίση δεν πληρωθεί από το κεφάλαιο και το τελευταίο κατορθώσει να τη μετακυλήσει στην εργασία, η δραματική υποβάθμιση των συνθηκών ζωής, μέσα από τη νέα φτωχοποίηση που θα προκύψει, θα εκφραστεί τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και -κυρίως– μεσοπρόθεσμα με μεγάλη αύξηση της συνολικής νοσηρότητας και θνησιμότητας των λαϊκών στρωμάτων, πολύ μεγαλύτερης από την οφειλόμενη στον Covid-19 και επίσης μεγαλύτερης από αυτή που προέκυψε τα χρόνια των μνημονίων.

Με βάση τις γνώσεις μας από την επιδημιολογία και την εμπειρία που είχαμε στην Ελλάδα της κρίσης μετά το 2009, θα αυξηθούν πρώτα τα λεγόμενα νοσήματα-φαινόμενα κοινωνικής παθολογίας (αλκοολισμός, χρήση τοξικών ουσιών, σεξουαλική κακοποίηση, μπούλινγκ, ενδοοικογενειακή βία) και οι ψυχικές νόσοι, θα ακολουθήσουν τα καρδιαγγειακά και έπονται οι διάφορες νεοπλασίες. Υπάρχει δε σοβαρή πιθανότητα να υποτροπιάσουν και άλλα λοιμώδη νοσήματα, όπως το AIDS και η φυματίωση. Θα κατακρημνιστούν τόσο το προσδόκιμο επιβίωσης όσο και η όποια ποιότητα ζωής έχει απομείνει στον λαό την εποχή του νεοφιλελευθερισμού. Γι’ αυτό και απαιτείται μια εντελώς διαφορετική πολιτική από αυτή που εξακολουθούν να προωθούν οι κυρίαρχες ελίτ, η οποία θα αναστρέφει ταυτόχρονα την εκμετάλλευση των εργαζομένων και τη γενικευμένη περιβαλλοντική υποβάθμιση στα όρια της μη αντιστρέψιμης οικολογικής καταστροφής.

                                                                                                                                            

Το ΕΣΥ ήδη πριν από την κρίση, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη δραματική συρρίκνωση που υπέστη τα πέντε πρώτα χρόνια των μνημονίων, δεν μπορούσε να καλύψει τις πραγματικές λαϊκές ανάγκες σε πρόληψη, περίθαλψη και αποκατάσταση, αν δεν τριπλασιαζόταν ο κρατικός προϋπολογισμός για την υγεία-πρόνοια. Απαιτούνται, λοιπόν, μαζικές προσλήψεις, ανανέωση εξοπλισμού και ξενοδοχειακών υποδομών, ένταξη στη δωρεάν παροχή της ολοκληρωμένης οδοντιατρικής φροντίδας και αποκατάστασης, επείγουσα αναβάθμιση των δομών ψυχικής υγείας και πολλά άλλα.

Καθώς τέτοια αύξηση της χρηματοδότησης δεν μπορεί να εξασφαλιστεί εύκολα σε συνθήκες δημοσιονομικής πίεσης, η μόνη λύση για να γίνει πράξη το «η υγεία δεν είναι εμπόρευμα, αλλά βασικό και καθολικό κοινωνικό δικαίωμα» είναι η επίταξη του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι δεσμεύονται όλες οι δομές και λειτουργίες του για να καλύψουν τα κενά του ΕΣΥ. Το κράτος αναλαμβάνει φυσικά όλα τα λειτουργικά έξοδα και σταματά οποιαδήποτε διαδικασία κερδοφορίας και πληρωμής των ασθενών από την παροχή υπηρεσιών στις επιταγμένες δομές.

Οι ιδιοκτήτες δεν αποζημιώνονται, καθώς το κράτος προβάλλει λόγο ύψιστου δημοσίου συμφέροντος, που δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση της ολοκληρωμένης φροντίδας υγείας του συνόλου του πληθυσμού της επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων και των μεταναστών. Τα ίδια ισχύουν για την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία και τις εταιρείες παραγωγής και εμπορίας βασικών αναλώσιμων και ιατρικού εξοπλισμού. Προβάλλουμε την ανάγκη να επιταχθούν τώρα με βάση τις απαιτήσεις της συγκυρίας της μάχης ενάντια στην επιδημία του Covid-19 και επαναφέρουμε τη συζήτηση για την ανάπτυξη κρατικού οργανισμού παραγωγής βασικών φαρμάκων και αναλώσιμων.

Φυσικά, όλα αυτά μπορεί να φαίνονται από δύσκολα έως αδύνατα στις συνθήκες του εγχώριου και διεθνούς νεοφιλελεύθερου ζόφου. Ωστόσο, η οδυνηρή εμπειρία του κορονοϊού, εκτός από τον σεβασμό στο δημόσιο σύστημα υγείας, που ελπίζουμε να μην ξεχαστεί μετά τη λήξη της καραντίνας, οφείλει να μας αφυπνίσει ως προς τις κοινωνικές ανάγκες και τα επίδικα της ζωής μας. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλες οι πανδημίες και οι καταστροφές στην Ιστορία ακολουθήθηκαν από έξοχες επιστημονικές ανακαλύψεις και υπέροχα κοινωνικά πειράματα. Γιατί ακριβώς ο άμεσος κίνδυνος της ζωής αναδεικνύει δραματικά την αξία της…

*Γιατρός
 **Διορθωτής κειμένων, μέλη του Δικτύου για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα