Το κόμμα και τα μάτια μας; Του Χρήστου Λάσκου

Μόντυ Τζωνστόουν, Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και η έννοια του κόμματος, Εκδόσεις Έξοδος, σελ. 98 (μετάφραση: Σωτήρης Γιαννέλης)

Πώς γίνεται άνθρωποι σαν κι εμάς, που αποφεύγουν τις επίσημες θέσεις σαν την πανούκλα, να ταιριάξουμε με ένα κόμμα;

Ο Καρλ Μαρξ στον Φρίντριχ ‘Ενγκελς, 13 Φεβρουαρίου 1851

Τι σημαίνει, άραγε, η παραπάνω «αντικομματική» -με την πιο ευρεία έννοια του όρου- διατύπωση του Μαρξ; Η οποία, μάλιστα, επεκτείνεται σε: «Τι καλό μπορεί να είναι για μας, που φτύνουμε τη δημοσιότητα, ένα «κόμμα», δηλαδή μια ομάδα από ζωντόβολα…».

Ποιος που δεν έχει γνώση της συγκεκριμένης τοποθέτησης του Μαρξ, ιδίως αν είναι διαπαιδαγωγημένος στην τριτοδιεθνιστική –και όχι μόνο- κομματολατρεία, δεν θα εκπλήσσονταν, τουλάχιστον, με μια τέτοια διατύπωση;

Ξαναθέτω, όμως, το ερώτημα: τι σημαίνει;

Θα μπορούσε να υποτεθεί πως είναι δείκτης μιας ορισμένης ελευθεριακής τροπής της σκέψης του Μαρξ, η οποία θα εκδηλωθεί πολύ συχνά στο μέλλον ως αδιάλλακτος αντικρατισμός και εδώ παίρνει τη μορφή άρνησης της οργάνωσης στο όνομα της ελευθερίας. Νομίζω, όμως, πως παραείναι στιρνερικό, για να είναι αληθινό, για όσους ξέρουν το Μαρξ.

Θα μπορούσε, επίσης, στο πλαίσιο μιας παρόμοιας, αλλά σαφώς μετριοπαθέστερης, εκδοχής, να δηλώνει απλώς ό,τι και το σοφό: «Η μεγαλύτερη αρετή του αριστερού «ηγέτη» είναι η απροθυμία (να ηγείται)».

Δύσκολα, ωστόσο, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως ο Μαρξ δεν αντιλαμβάνονταν την στρατηγική αξία της οργάνωσης για την επίτευξη του σκοπού της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και, δι’ αυτής, της καθολικής χειραφέτησης. Πολύ περισσότερο, όταν ήδη είναι μέλος της Ένωσης των Κομμουνιστών, μετεξέλιξης της πρότερης Ένωσης των Δικαίων, και, ακόμη, έχει συγγράψει το μανιφέστο της, το περίφημο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Ενός «κόμματος», δηλαδή.

Νομίζω, λοιπόν, πως, μαζί με την δεδομένη «καλή απροθυμία», αυτό που εξηγεί τον εντυπωσιακό αρνητισμό είναι αυτό που επισημαίνει ο Τζωνστόουν: «Απηχ[εί] τις απογοητεύσεις από την πρώτη δύσκολη περίοδο της εξορίας, μετά την ήττα της επανάστασης [του 1848] και την παραδοχή ότι καμιά νέα επανάσταση δεν είναι επικείμενη. Αντιπροσωπεύ[ει] την αντίδραση […] στους «μικροκαβγάδες» της εμιγκράτσιας…» (σελ. 31-32).

Πρόκειται, άρα, για συγκυριακή αντίδραση ανθρώπων, οι οποίοι όχι απλώς αντιλαμβάνονται τη μεγάλη αξία της εργατικής (πολιτικής) οργάνωσης, αλλά θα αφιερώσουν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους σε αυτό το έργο. Και οι οποίοι, σε μια διάρκεια μεγαλύτερη των πενήντα χρόνων θα εξελίξουν τις απόψεις τους, ενώ θα είναι πάντοτε έτοιμοι να τις προσαρμόσουν στην πραγματική κατάσταση του κινήματος.

«Τα μείζονα «πρότυπα» του κόμματος μέσα στο έργο τους, καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε ένα στάδιο ή σε στάδια εξέλιξης του κινήματος της εργατικής τάξης σε μια ορισμένη περίοδο ή σε ορισμένες χώρες [είναι] τα εξής: α) η μικρή διεθνής οργάνωση κομμουνιστών στελεχών (η Ένωση των Κομμουνιστών, 1847-1852), β) το «κόμμα» δίχως οργάνωση (κατά τη διάρκεια της υποχώρησης του εργατικού κινήματος, τη δεκαετία του 1850 και στις αρχές της δεκαετίας του 1860), γ) η πλατιά διεθνής ομοσπονδία εργατικών οργανώσεων (η Πρώτη Διεθνής, 1864-1872), δ) το μαζικό εθνικό μαρξιστικό κόμμα (Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, κατά τη δεκαετία του 1870 και του 1880 και στις αρχές της δεκαετίας του 1890), ε) το πλατύ εθνικό εργατικό κόμμα (Βρετανία και Αμερική, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880 και στις αρχές της δεκαετίας του 1890), που βασιζόταν στο χαριστικό μοντέλο» (σελ. 11).

Ο Τζωνστόουν μας παρουσιάζει μια πολύ περιεκτική περιοδολόγηση αυτών των τοποθετήσεων, τόσο ποικίλων, που σε ένα μεγάλο τμήμα αριστερών θα φαίνονταν πολύ παράδοξες. Αυτό, όμως, που κατεξοχήν δηλώνουν είναι η απόκρουση από μέρους του Μαρξ και του Ένγκελς κάθε είδους δογματισμού. Γιατί, ενώ δεν έχουν αμφιβολία πως υπάρχει ισχυρή ανάγκη για τη διαμόρφωση των κομμουνιστών σε «θεωρητικούς της εργατικής τάξης», ωστόσο, «δεν διακηρύσσουν δικές τους σεχταριστικές αρχές» και διακρίνονται από «τα άλλα εργατικά κόμματα» μόνο ως προς το ότι στους εθνικούς αγώνες «τονίζουν και φέρνουν στο προσκήνιο τα κοινά συμφέροντα όλου του προλεταριάτου ανεξαρτήτως εθνικότητας» και ως προς το ότι, στα διαδοχικά στάδια της πάλης κατά της αστικής τάξης, «πάντοτε και παντού εκπροσωπούν τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του». Αυτά που κατεξοχήν χαρακτηρίζουν τους κομμουνιστές, επομένως, είναι ο αντισεχταρισμός, η προσήλωση στην ενότητα της εργατικής τάξης, ο διεθνισμός και η αδιάλλακτη αντίθεση στον συντεχνιασμό.

Όπως, άλλωστε, σημείωνε το «Μανιφέστο», «οι κομμουνιστές δεν σχηματίζουν ένα ξεχωριστό κόμμα που είναι αντίθετο στα άλλα εργατικά κόμματα». Επιδιώκουν να βρίσκονται όπου βρίσκεται και η τάξη, να αξιοποιούν μορφές οργάνωσης που τους επιτρέπουν να αφουγκράζονται διαρκώς τη μεγάλη προλεταριακή πλειονότητα. Γι’ αυτό, εκείνη την περίοδο, το Χαρτιστικό Κόμμα, με όλα του τα προβλήματα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως είναι το κόμμα της εργατικής τάξης και οι κομμουνιστές έχουν χρέος να ανήκουν στις τάξεις του.

Αυτή η ανοικτότητα της οργανωτικής τους αντίληψης έγινε προφανής, παρά τα θρυλούμενα, στο εγχείρημα της Α΄ Διεθνούς, όπου ιδίως ο Μαρξ έδωσε όλη του την ψυχή. Δεν είδαν ποτέ τη Διεθνή ως το Κομμουνιστικό Κόμμα, ούτε επιχείρησαν να λειτουργήσουν ως φράξια ή μυστική εταιρία στο εσωτερικό της. Έτσι, ο Μαρξ, όπως του ανατέθηκε, διατύπωσε το πρόγραμμα της Διεθνούς «με μια μορφή αποδεκτή από τη σημερινή σκοπιά του κινήματος», όπως λέει ο Ένγκελς.

«Αυτό το κίνημα έπρεπε να συμπεριλάβει τους φιλελεύθερους ηγέτες των βρετανικών τρέιντ γιούνιονς, τους Γάλλους, τους Ιταλούς και τους Ισπανούς προυντονιστές και τους Γερμανούς λασσαλικούς. Σύμφωνα με το καταστατικό, στη Διεθνή μπορούσαν να προσχωρήσουν τόσο μεμονωμένα μέλη όσο και οργανώσεις. Η αρχή σύμφωνα με την οποία «κάθε τμήμα πρέπει να αφεθεί να διαμορφώσει το δικό του θεωρητικό πρόγραμμα» έκανε το Μαρξ να προτείνει την αποδοχή των τμημάτων της Διεθνούς Συμμαχίας της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Μπακούνιν στη Διεθνή, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1868, παρά τις μεγάλες αντιρρήσεις που είχε για το πρόγραμμά της και τις υποψίες που είχε εξαρχής για τα κίνητρα προσχώρησης του Μπακούνιν» (σελ. 44).

Όπως τεκμηριώνει, άλλωστε, ο Τζωνστόουν, η σύγκρουση με τον Μπακούνιν δεν οφείλονταν σε θεωρητικές διαφορές, αλλά στην αντίδραση του Μαρξ απέναντι στην πρόθεση του Μπακούνιν να θέσει τη Διεθνή «κάτω από την αθέατη και μη εξουσιοδοτημένη καθοδήγηση μιας ιεραρχικά οργανωμένης κυστικής εταιρείας ή παρόμοιων μυστικών εταιρειών. “Αν εγκαθιδρύσετε αυτήν την συλλογική και αόρατη δικτατορία θα θριαμβεύσετε –η καλά καθοδηγημένη επανάσταση θα θριαμβεύσει. Αν όχι, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί”, έγραφε την 1η Απριλίου του 1870 στον υποστηρικτή του Albert Richard» (σελ. 50).

Όμοια η σύγκρουση με τους λασσαλικούς, παρόλο που αναγνώριζαν τη συμβολή τους και θεωρούσαν δεδομένη την παρουσία τους στη Διεθνή, οφείλονταν στο γεγονός πως χαρακτήριζαν το λασσαλικό κόμμα ως «εργατική σέχτα». «Θεωρούσαν την απόπειρα του Λασσάλ να υπαγορεύσει στους εργάτες την πορεία που θα ακολουθήσουν «σύμφωνα με μια ορισμένη δογματική συνταγή», καθώς και την ανεπαρκή τους κινητοποίηση (τουλάχιστον πριν από το 1868) υπέρ της πλήρους πολιτικής ελευθερίας, την λατρεία της προς την ηγεσία και την «αυστηρή» της οργάνωση […] Όντας αντίθετος σε όλα αυτά, ο Μαρξ έγραφε το 1868 στον πρόεδρο [του λασσαλικού κόμματος ADAV] Σβάιτσερ ότι ειδικά στη Γερμανία “όπου ο εργάτης είναι γραφειοκρατικά πειθαρχημένος από την παιδική του ηλικία και πιστεύει στην εξουσία και στα σώματα που τίθενται υπεράνω αυτού, το σημαντικότερο είναι πάνω απ’ όλα να μάθει να δρα ανεξάρτητα”» (σελ. 56). Για παρόμοιους λόγους, με όλη την απεριόριστη εκτίμηση που έτρεφαν για τον Μπλανκί, ποτέ δεν συγκατάνευσαν στις δικτατορικές πρακτικές των μπλανκιστών.

Στην πραγματικότητα, η οδηγητική αρχή όλων των αντιλήψεών τους ήταν πως «η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης». Γι’ αυτό και οι αντιλήψεις τους για την οργάνωση λάμβαναν πολύ σοβαρά υπόψη τους ρυθμούς, τις χρονικότητες και τις τοπικότητες της τάξης, τόσο που να θεωρούν, με απόλυτο τρόπο, πως ο δογματισμός συνιστούσε τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το κίνημα. Δεν είναι τυχαίο πως στα χρόνια της Διεθνούς, κατά την κατάρτιση των ντοκουμέντων της, ο Μαρξ «περιορίστηκε σε εκείνα τα σημεία που επιτρέπουν την άμεση συμφωνία και την συντονισμένη δράση των εργατών, την άμεση προώθηση των διεκδικήσεων της ταξικής πάλης και της οργάνωσης των εργατών σε τάξη». Χωρίς αυτά ο,τιδήποτε άλλο δεν είχε το παραμικρό νόημα. Γι’ αυτό ακόμη και η τοποθέτηση της Διεθνούς υπέρ της συλλογικής ιδιοκτησίας καθυστέρησε πολύ και διατυπώθηκε μόνο μετά από μια προσεκτική περίοδο πειθούς ως προς την αναγκαιότητά της.

Αυτό το κριτήριο –της μέγιστης ενότητας της τάξης και της εξασφάλισης της πολιτικής της ανεξαρτησίας- υπήρξε καθοριστικό σε όλες τις φάσεις. Ο Τζωνστόουν το δείχνει και σε ό,τι αφορά την περίοδο των μαρξιστικών εθνικών μαζικών κομμάτων ή, ταυτόχρονα, αλλού στον κόσμο, των πλατιών εργατικών κομμάτων, που είχαν σαν μοντέλο τον Χαρτισμό. Για τους Μαρξ και Ένγκελς και τα δύο πρότυπα ήταν εξίσου αποδεκτά, αρκεί να ικανοποιούν το βασικό κριτήριο, ανάλογα με τις συνθήκες.

Και μαζί να λειτουργούν με όρους της πληρέστερης εσωκομματικής δημοκρατίας. Όπως σημείωνε ο Ένγκελς το 1890, «[τ]ο κόμμα είναι τόσο μεγάλο που η απόλυτη ελευθερία συζήτησης στο εσωτερικό του είναι αναγκαία». Όχι σχετική, απόλυτη,