Ιστορίες του μπάτσου Παντοβάνι. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Φρεντερίκ Φαζαρντί, Φονιάδες Μπάτσων (μτφρ.: Γιάννης Καυκιάς), Εκδόσεις των Συναδέλφων, σσ. 170

Υπάρχουν δύο τρόποι να γνωρίσεις τον Ρολάν Μορρώ – δηλαδή τον Φρεντερίκ Φαζαρντί. Ο ένας είναι να κλέψεις. Να ξεκινήσεις, δηλαδή, από το επίμετρο του Γιάννη Καυκιά, που τον μεταφράζει στα ελληνικά (όπως, παρεμπιπτόντως, και τον Ντανιέλ Μπενσαΐντ). Εκεί θα βρεις τον Φαζαρντί δίπλα στον πατέρα του νέου γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος, του «νέο-πολάρ», που άνθισε τη δεκαετία του ’70: δίπλα στον Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ. Θα μάθεις πως ο Φαζαρντί ήταν «ένας από τους πιο λαμπρούς εκπροσώπους μιας γενιάς συγγραφέων τοποθετούμενων στην πλέον ακραιφνή Αριστερά»: την Αριστερά των επιτροπών ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, μετά του γαλλικού Μάη, της «Προλεταριακής Αριστεράς» και της «Κόκκινης Αλληλοβοήθειας», που ίδρυσε το 1970 ο Σαρτρ. Θα θαυμάσεις τον χειρώνακτα Φαζαρντί, που σπούδασε Φιλοσοφία, Ιστορία και Κοινωνιολογία, έγραψε πάνω από σαράντα μυθιστορήματα, 350 διηγήματα, κινηματογραφικά σενάρια, κείμενα στην Ουμανιτέ, κομμάτια για το Charlie Hebdo. Αν πάρεις, τέλος, τοις μετρητοίς τον ίδιο τον Φαζαρντί, θα διαβάσεις πως επρόκειτο για «τον τελευταίο αναρχο-μπολσεβίκο», που πέθανε στα 60 του – Πρωτομαγιά του 2008.

Ο άλλος τρόπος –μιας και τα βιογραφικά είναι μάλλον ο πιο τεμπέλικος– είναι να ξεκινήσεις από το πρώτο μυθιστόρημα του Φαζαρντί, τους Φονιάδες Μπάτσων, ένα από τα εφτά που έχουμε στα ελληνικά, χάρη στις Εκδόσεις των Συναδέλφων και τον Angelus Nοvus.

Γραμμένοι εφτά χρόνια μετά το γαλλικό ’68, οι Φονιάδες κρατούν στις 170 περίπου σελίδες τους όλη την οργή του γαλλικού αριστερισμού μετά την ήττα. Διαβάζεις και νιώθεις σα να περνούν στο χαρτί σκηνές Ταραντίνο.

Ο ήρωας του Φαζαρντί, ο μπάτσος Παντοβάνι –γιος μαχητή του Δημοκρατικού Στρατού της Ισπανίας, που έγινε αργότερα αστυνομικός–, καταδιώκει μια συμμορία-εφιάλτη για την παρισινή αστυνομία:

Λιανίζουν τους συναδέλφους μας, το ένα πέμπτο των ανδρών μας είναι σε άδεια λόγω ασθενείας, ο φόβος μας ταλανίζει μέρα-νύχτα, και ο υπουργός βγάζει λόγους! Απαράδεκτο!» (σ. 133)

Ο Πριμρόζ, συνάδελφος του Παντοβάνι, έχει δίκιο να αποκαρδιώνεται: η συμμορία των φονιάδων (πόσοι είναι αλήθεια;) χτυπά ανενόχλητη, και με σαδιστική βία: μεγάλα μαχαίρια, κοπίδια, συσκευές οξυγονοκόλλησης, μεταμφίεση τεράστιων αρπακτικών πουλιών – ακόμα και σφαίρες ντουμ ντουμ. Το κλίμα στην αστυνομία θυμίζει 1961 και OAS, την ακροδεξιά οργάνωση που θέλησε να αποτρέψει πάση θυσία την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Τώρα εμφανώς δεν πρόκειται γι’ αυτό. Η Ακροδεξιά θεωρεί τους φονιάδες αναβίωση του γαλλικού Μάη (σ. 150). Ο παρισινός υπόκοσμος δυσανασχετεί, θεωρώντας ότι μπερδεύονται στα πόδια του.

Σε μια από τις επιθέσεις, οι φονιάδες σκοτώνουν τον φίλο (και πληροφοριοδότη) του Παντοβάνι, τον λιμενεργάτη με το παρατσούκλι Ουάπ, που του χάρισε το ιδιόμορφο κεκέδισμά του («ουάπ»). Ο Θείος, η πατρική φιγούρα που έβαλε τον Παντοβάνι στην αστυνομία, θέλει τους φονιάδες νεκρούς. Συντετριμμένος για το φόνο του φίλου του, ο Παντοβάνι επιμένει ότι πρέπει να ζουν, για να μάθει τα κίνητρά τους.

Ούτε ο Θείος ούτε ο «ανηψιός» είναι, βεβαίως, τυπικοί μπάτσοι. Σε πρώτο πρόσωπο, ο Παντοβάνι δεν βλέπει την ώρα να παραιτηθεί. Όσο για τον Θείο, σπουδάζει με τον Βιντάλ Νακέ και διαβάζει την Ελ Μουτζαχίντ, εφημερίδα του αλγερινού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης, ως «μοναδικό δεσμό με τον τόπο όπου είχε γεννηθεί» (σ. 81). Βεβαίως ούτε ο Ουάπ είναι ένας τυπικός πληροφοριοδότης. Τη μέρα που τον αποχαιρετά, ο Παντοβάνι θυμάται το ξέσπασμά του:

Παρατάτε τα όλα, παιδιά. Η δουλειά –υπό τις παρούσες συνθήκες– δεν εξευγενίζει τον άνθρωπο. Οι ιδεολόγοι που ισχυρίζονται το αντίθετο τι δουλειά κάνουν, αλήθεια; Και πόσο μπορεί να επιβιώσει –εννοώ να επιβιώσει ερωτικά– ένα ζευγάρι που χωρίζει στις εφτά ή ώρα το πρωί για να ξανανταμώσει στις οχτώ η ώρα το βράδυ, εξουθενωμένο από την κούραση, σε μια θορυβώδη τσιμεντούπολη; Εγώ έφυγα για καιρό, προτιμώντας τη φτώχεια […] (σ. 127).

***

Ο Μανσέτ έλεγε ότι το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν μια βίαιη κοινωνική παρέμβαση. Στην περίπτωση των Φονιάδων του Φαζαρντί έχουμε, άραγε, κάτι περισσότερο από την πρώτη απόπειρα ενός Γάλλου αριστεριστή να γράψει αστυνομική λογοτεχνία, στήνοντας σκηνές σαδιστικής αντιμπατσικής βίας εν είδει παρέμβασης; Τα βιογραφικά φωτίζουν καμιά φορά: έξι χρόνια πριν τον γαλλικό Μάη, στις 8 Φεβρουαρίου του 1962, η αστυνομία πρωταγωνιστεί στη σφαγή του Σαρόν, αφήνοντας 9 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες στην προσπάθεια να διαλύσει την τεράστια διαδήλωση κατά του πολέμου της Αλγερίας και της OAS.

Βάρβαροι, λένε· ποιοι ήταν οι βάρβαροι, τελικά;